Η υιοθεσία ενήλικα στην Κύπρο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα


TOY ΑΝΔΡΕΑ Α. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ*

Σκοπός του κειμένου είναι η παρουσίαση και συζήτηση των εξελίξεων σε νομικές πτυχές του σύνθετου ζητήματος της υιοθεσίας και η εισήγηση για προσαρμογή του νόμου σε υψηλότερα πρότυπα σεβασμού και προστασίας στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή σε περίπτωση ενηλίκων.

Η διαδικασία της υιοθεσίας είναι ένας καθ’ όλα περίπλοκος τομέας του Οικογενειακού Δικαίου τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Νομοθέτης αλλά και η στάση των εκάστοτε Οικογενειακών Δικαστηρίων μέσα από την έκδοση αποφάσεων όσων αφορά διαδικασίες υιοθεσίας, κυρίως αυτές των ανηλίκων, έθεσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει αυστηρά να ακολουθούνται και να πληρούνται ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του υιοθετούμενου από τους προτιθέμενους υιοθετούντες. Επιπλέον στόχος του Νομοθέτη ήτο να αποκλείσει τις  οιεσδήποτε παράνομες προθέσεις των εμπλεκόμενων μερών αλλά και τις περιπτώσεις που η υιοθεσία υποκινείτο από ξένα ελατήρια πέραν της δημιουργίας γονικού δεσμού.  

Προτού αναλυθεί η σχετική νομοθεσία και Νομολογία η οποία προκύπτει από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και από το Οικογενειακό Δικαστήριο της Κύπρου το οποίο απέκτησε αποκλειστική δικαιοδοσία σε υποθέσεις υιοθεσίας δυνάμει της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J. Kristoffer Ajero (2006) 1 ΑΑΔ 1165, είναι υψίστης σημασίας όπως εξηγηθεί ο όρος υιοθεσία και η νομική του υπόσταση. Περαιτέρω, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία πιθανόν να εμπλέκονται σε περιπτώσεις υιοθεσίας ενηλίκου.

Ο θεσμός της Υιοθεσίας καθιερώθηκε στην Κύπρο εν καιρώ Αγγλοκρατίας και συγκεκριμένα χρονολογείται από το 1954 όπου και εδραιώθηκε ο περί Υιοθεσίας Νόμος Κεφ. 224 ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον υφιστάμενο σε ισχύ Νόμο ήτοι τον περί Υιοθεσίας Νόμο Ν.19(1)/95. Περαιτέρω, σχετικοί είναι επίσης οι περί Υιοθεσίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1954 οι οποίοι ρυθμίζουν σε συνδυασμό με τον ως άνω αναφερόμενο Νόμο τις διαδικασίες υιοθεσίας.

«Υιοθεσία» μπορεί να οριστεί ως η δημιουργία τεχνητής γονικής σχέσης μεταξύ του υιοθετούμενου και του υιοθετούντα η οποία δύναται να επιτευχθεί μέσω νομικών διαβημάτων όπου ουσιαστικά αποκόπτεται ο γονικός δεσμός ενός τέκνου από τους φυσικούς γονείς και δημιουργείται τέτοιος μεταξύ του υιοθετούμενου τέκνου και των θετών γονέων.

Σε αυτό το σημείο είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί και να τονισθεί ότι η πιθανή έκδοση διατάγματος υιοθεσίας δεν δημιουργεί μόνο δικαιώματα του υιοθετούμενου έναντι των θετών γονέων αλλά και επηρεάζει σύμφωνα με την υπόθεση Re Χρ. Κυριακίδη κ.α. (1999) 1 ΑΑΔ 555 τα κληρονομικά δικαιώματα του υιοθετουμένου αφού του δίδει ίδια κληρονομικά δικαιώματα με εκείνα των φυσικών τέκνων των υιοθετούντων.

Ως προς την διαδικασία υιοθεσίας και τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Οικογενειακό Δικαστήριο, σχετικά είναι τα Άρθρα 2-13 και  Άρθρα 15-30 του περί Υιοθεσίας Νόμου Ν.19(1)/95, ωστόσο, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και αναφορικά με το υφιστάμενο καθεστώς σχετικά με την υιοθεσία ενηλίκου η αναφορά στη Νομοθεσία θα περιορισθεί στις σχετικές πρόνοιες του Νόμου.

Συγκεκριμένα και αναφορικά με την υιοθεσία ενηλίκου η οποία θεωρείται καινοτόμα στο δίκαιο το οποίο ρυθμίζει την υιοθεσία, το Άρθρο 2 του Ν.19(1)/95, ορίζει ξεκάθαρα ότι ο όρος «υιοθετούμενος» περιλαμβάνει ανήλικο και κατ’ εξαίρεση περιλαμβάνει πρόσωπο ηλικίας μεγαλύτερης των 18 χρονών όταν αυτό είναι τέκνο ενός των υιοθετούντων. Ένα από τα ερωτήματα τα οποία δημιουργούνται σε διαδικασία υιοθεσίας ενηλίκου είναι ως προς το κατά πόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα ενός ενήλικου υιοθετούμενου καταστρατηγούνται σε περιπτώσεις όπου ουδένας φυσικός γονικός δεσμός υφίσταται μεταξύ των προτιθέμενων υιοθετούντων και υιοθετημένου.  Ως εκ τούτου είναι ξεκάθαρο ότι ο Νομοθέτης περιορίζει τις περιπτώσεις όπου ενήλικας υιοθετούμενος δύναται να υιοθετηθεί και συνάμα αποκλείει το δικαίωμα δημιουργίας γονικής σχέσης όπου δεν υπάρχει φυσική γονική σχέση μεταξύ του ενήλικου υιοθετούμενου και ενός από τους προτιθέμενους υιοθετούντες.

Βήματα ως προς τον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου καθεστώτος αναφορικά με τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σε περιπτώσεις υιοθεσίας έχουν γίνει διαχρονικά, ωστόσο δεν απαλύνονται τα οιαδήποτε θέματα τα οποία προκύπτουν όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και συγκεκριμένα του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Το εν λόγω ανθρώπινο δικαίωμα κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Μια ανατρεπτική απόφαση για τα δεδομένα της Κύπρου θεωρείται απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Αρ.16/2009, 28.1.2011 η οποία αφορούσε υιοθεσία ενήλικης, ωστόσο  η ενήλικη ήτο φυσικό τέκνο ενός από τους υιοθετούντες.

Κύριο ζήτημα στην εν λόγω έφεση αποτελούσε  η περίοδος διαμονής της ενήλικης υιοθετουμένης στην Κυπριακή Δημοκρατίας  αφού ήτο υπήκοος τρίτης χώρας. Το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση στην υπόθεση Ajero (2006) και έκρινε την παραμονή της υιοθετούμενης στην Κύπρο επαρκή και τα κίνητρα των εφεσείοντων υγιή με αποτέλεσμα να επιτραπεί η ολοκλήρωση της υιοθεσίας.

Ακόμα και αν η απόφαση στην ως άνω Έφεση μπορεί να θεωρηθεί ως καινοτόμα δια τον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος της υιοθεσίας στην Κύπρο, δεν ανατρέπει την κατάσταση αναφορικά με τα δικαιώματα του ενήλικα υιοθετούμενου και υιοθετούντα ως αυτά διαφυλάσσονται από το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Το Άρθρο 8 της Σύμβασης έχει ως κύριο μέλημα την προφύλαξη του ατόμου από τις αυθαίρετες παρεμβάσεις της δημόσιας εξουσίας αλλά και τις θετικές υποχρεώσεις ενός Κράτους για τον πραγματικό σεβασμό της οικογενειακής ζωής. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι ταυτόχρονα τα Κράτη μέλη πρέπει να επιτύχουν την ισορροπία ανάμεσα στα συμφέροντα του ατόμου και της κοινωνίας στο σύνολο της. Σχετική με την υιοθεσία είναι η υπόθεση Pinietautres  κατά Ρουμανίας, αρ.78028/01, όπου το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι παρόλο που το δικαίωμα υιοθεσίας δεν αναφέρεται στα δικαιώματα που διαφυλάσσονται από την Σύμβαση, οι σχέσεις ανάμεσα στον υιοθετούντα και υιοθετούμενο είναι της ίδιας φύσης με αυτές που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Ως εκ τούτου είναι ξεκάθαρο ότι οι διαδικασίες υιοθεσίας αλλά και τα δικαιώματα τα οποία δημιουργούνται κατά ή και πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας υιοθεσίας τυγχάνουν σεβασμού και προστασίας από την ίδια την Σύμβαση. Τυχόν περιορισμός τέτοιων δικαιωμάτων ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως αυθαίρετος και αδικαιολόγητος, παραβιάζει και καταστρατηγεί το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Εξετάζοντας λοιπόν το άρθρο 2 του Περί Υιοθεσίας Νόμου Ν.19(1)/95 και τους περιορισμούς που θέτει για την υιοθεσία ενηλίκου και όπου αυτή πάντοτε προκύπτει από υγιείς κίνητρα, υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 της Σύμβασης, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η παραβίαση του δικαιώματος στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής είναι ξεκάθαρη.

Προς τούτου σχετική είναι η καθ’ όλα ανατρεπτική απόφαση  του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ημερομηνίας 3 Μαΐου 2011 στην υπόθεση Νεγροπόντης-Γιαννίσης κατά Ελλάδας (Προσφυγή υπ’ αρ. 56759/08). Στην εν λόγω υπόθεση ο προσφεύγων επικαλέστηκε παραβίαση του δικαιώματος του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής από τα Ελληνικά δικαστήρια. 

Συγκεκριμένα  ο προσφεύγων διέμενε από νεαρή ηλικία στην οικεία του θείου του στις Η.Π.Α. με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μεταξύ τους ισχυρός δεσμός πατέρα-υιού, οι οποίοι θέλησαν να επισφραγίσουν  τη σχέση τους με το μέτρο της υιοθεσίας. Τόσο ο ενήλικας υιοθετούμενος όσο και ο υιοθετούντας εξέφρασαν την θέληση τους να ενδυναμώσουν τον συναισθηματικό τους δεσμό, ως εκ τούτου η πράξη της υιοθεσίας να ολοκληρώνεται και να αναγνωρίζεται από τα Δικαστήρια των Η.Π.Α. Ωστόσο, τα Ελληνικά Δικαστήρια αρνήθηκαν να προβούν σε αναγνώριση της εν λόγω υιοθεσίας με αποτέλεσμα ο υιοθετούμενος να προσφύγει στο ΕΔΑΔ το οποίο με τη σειρά του αναγνώρισε την υιοθεσία και ταυτόχρονα παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.

Λαμβάνοντας υπόψη την προοδευτική απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Νεγροπόντης-Γιαννίσης σε συνδυασμό με την ερμηνεία που δόθηκε στο Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής μπορεί εύλογα να συζητηθεί ότι η πρόνοια του Άρθρου 2 του Ν.19(1)/95 όσων αφορά την υιοθεσία ενήλικα παραβιάζει το ως άνω δικαίωμα του ανθρώπου ειδικά σε περιπτώσεις όπου η υιοθεσία αφορά δύο ενήλικες  οι οποίοι κατ’ επιλογή τους δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς και οικειοθελώς χωρίς οποιαδήποτε  παράνομα κίνητρα θέλουν να αναγνωρίσουν δια της νομικής οδού τη σχέση αυτή και συγκεκριμένα με το μέτρο της υιοθεσίας.

Εν κατακλείδι, παρά τις οιεσδήποτε προσπάθειες έγιναν κατά το παρελθόν για τον εκσυγχρονισμό του νόμου που ρυθμίζει το δίκαιο της υιοθεσίας στην Κύπρο και ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, το υφιστάμενο καθεστώς που προνοείται από τον Νόμο αναφορικά με την υιοθεσία ενηλίκων συνεχίζει να παραβιάζει το δικαίωμα του ανθρώπου στον σεβασμό σε ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.

Πιθανόν, να εγερθεί το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη από το άρθρο 8 της Σύμβασης, ωστόσο δεν πρέπει να παραλείπεται το συμφέρον του ατόμου και ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου μια πράξη υιοθεσίας αντανακλά την βούληση δύο ενηλίκων οι οποίοι έχουν πλήρη γνώση των συνεπειών της πράξης αυτής.

*Δικηγόρος

Ερευνητικός Συνεργάτης Alexander Research Centre, Λέκτορας Νομικής Alexander College

[email protected]





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










323