Το Ανώτατο απέρριψε την έφεση της ΕΕΥ και δικαίωσε τον Χ''Μιχαήλ μετά από 10ετή νομική μάχη


Το Ανώατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 14 Ιουλίου 2021 απέρριψε την έφεση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερ.30.12.2014 στην προσφυγή αρ. 1000/2011, που είχε ως αντικείμενο την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους xxx Παπανικολάου αντί του αιτητή Γιώργο Χ''Μιχαήλ στη θέση Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης (Μέση Γενική Εκπαίδευση) για Εμπορικά/Οικονομικά. Το ιστορικό και το σκεπτικό του Ανωτάτου που έδωσε τελος στη δεκαετή νομική διαδικασία της ενδιαφέρουσας υπόθεσης δικαιώνοντας τον Γιώργο Χ''Μιχαήλ ακολουθεί: 

ANΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 19/15)

 

14 Ιουλίου, 2021

 

[Π.ΠΑΝΑΓΗ, Π., Κ.ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Χ.ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Εφεσείοντες/Καθ΄ων η αίτηση

ΚΑΙ

xxx Χ΄ΜΙΧΑΗΛ

Εφεσίβλητος/Αιτητής

---------

Τ.Ιακωβίδου, (κα), εκ μέρους του Γεν.Εισαγγελέα,  για τους εφεσείοντες

Ντ.Πασπαλίδης, για τον εφεσίβλητο

----------------

ΠΑΝΑΓΗ, Π.:  Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Δικαστή Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου.

------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.:   Η έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερ.30.12.2014 στην προσφυγή αρ. 1000/2011, που είχε ως αντικείμενο την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους xxx Παπανικολάου αντί του αιτητή στη θέση Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης (Μέση Γενική Εκπαίδευση) για Εμπορικά/Οικονομικά.

Με την προσφυγή του ο εφεσίβλητος/αιτητής αμφισβητούσε τη νομιμότητα της απόφασης των εφεσειόντων/καθ΄ων η αίτηση με την οποία το Ε.Μ. xxx Παπανικολάου προήχθη στη θέση Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης (Μέση Γενική Εκπαίδευση) για τα Εμπορικά/Οικονομικά από 1.9.2011 αντί αυτού.

Είναι χρήσιμη μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης.  Ως ημερομηνία συνδρομής των προσόντων για τις 14 θέσεις καθορίστηκε η 27η.12.2010.  Οι αιτήσεις και οι φάκελοι των υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων διαβιβάστηκαν, σύμφωνα με το ΄Αρθρο 35(Β)1 του περί Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969 έως (Αρ.2) του 2010, Ν.10/69 («Ο Νόμος»), στον Πρώτο Λειτουργό Εκπαίδευσης ως Πρόεδρο της Συμβουλευτικής Επιτροπής που καθηκόντως, κατήρτισε σχετικό κατάλογο των συστηνομένων για προαγωγή κατά σειρά προτεραιότητας.  Στον κατάλογο ο εφεσίβλητος προτεινόταν ως ο 15ος στη σειρά, με συνολική βαθμολογία 185.25 ενώ το Ε.Μ. ως 19ος με 182.58 μονάδες.

Ακολούθως, η Επιτροπή σε συνεδρίαση της, ημερ. 11.5.2011, διαπίστωσε ότι 21 από τους 26 υποψηφίους ήσαν προσοντούχοι και τους κάλεσε σε προσωπική συνέντευξη με βάση το άρθρο 35(Β)9 του Νόμου.  Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν οι προσωπικές συνεντεύξεις.  Παρίστατο ο Επιθεωρητής Α΄ Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, ο οποίος εξέφρασε τις απόψεις του για την απόδοση των υποψηφίων σ΄αυτές.  Στον εφεσίβλητο απέδωσε 2.50 μονάδες, ενώ στο Ε.Μ. 3 μονάδες.

Η Επιτροπή  προέβη στις αξιολογήσεις της χαρακτηρίζοντας τον εφεσίβλητο «σχεδόν μέτριος» (0.50), ενώ το ΕΜ «σχεδόν πάρα πολύ καλός» (3.50).

Στη συνέχεια, η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη (α) τις μονάδες του κάθε υποψηφίου στον τελικό κατάλογο που κατάρτησε η ίδια με βάση την αξιολόγηση από τη Συμβουλευτική και (β) τις μονάδες που έδωσε κατά την αξιολόγηση της απόδοσης στη συνέντευξη, διαμόρφωσε το σύνολο των μονάδων ενός εκάστου υποψηφίου.  [Για τον εφεσίβλητο στους 185.75 ενώ για το ΕΜ 186.08].  Η αμφισβήτηση της προαγωγής του ΕΜ αντί του εφεσιβλήτου έγκειτο στο ότι στην αξιολόγηση των υποψηφίων ενώπιον της Συμβουλευτικής υπερείχε κατά 2.67 μονάδες, αφού υπερείχε τόσο σε προσόντα όσο και σε αρχαιότητα (κατά 12 μήνες) ενώ στο κριτήριο της βαθμολογημένης αξίας ισοδυναμούσε με μόνο μια αξιολόγηση με το βαθμό 34.  Ο δε εφεσίβλητος διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα «Επιστήμες της Αγωγής» από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου με το οποίο πιστώθηκε με 3 μονάδες.                                                                                                                                                                                                                                                             

To πρωτόδικο Δικαστήριο δικαίωσε τον εφεσίβλητο με το εξής σκεπτικό:

«Θεωρώ ότι τα όσα κατέγραψε η Επιτροπή ως αξιολογική κρίση στην περίπτωση του αιτητή δεν δικαιολογούν τον βαθμό που του αποδόθηκε συγκρίνοντας τα με τα όσα αντιστοίχως είπε για το ενδ. μέρος. Αντιμετωπίζοντας δε τον σχολιασμό και το βαθμό ως μια αδιαχώριστη ενότητα, η αιτιολογία της τόσο χαμηλής απόδοσης του αιτητή πάσχει.(βλ. Συνεκδ. Υποθ. αρ. 697/04 κ.α. Γιώργος Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ΗΜΕΡ.2.10.06)".

Kαι παρακάτω:

«Στην προκειμένη περίπτωση όμως η απόδοση του αιτητή για τους λόγους που προανάφερα κρίνω ότι δεν αιτιολογήθηκε δεόντως. Τα όσα ανέφερε η Επιτροπή αλλά και η τελική της βαθμολογία αφίσταται από την αντίστοιχη αξιολόγηση του εκπροσώπου της Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης, ο οποίος αξιολόγησε το ε.μ. μόλις 0,50 μονάδες καλύτερα από τον αιτητή αποδίδοντας τους 3,00 έναντι 2,50 μονάδες αντίστοιχα. Αν αναλογισθεί δε κανείς ότι η προφορική εξέταση από την ΕΕΥ επικάλυψε τα πάντα νοουμένου ότι μέχρι και τις συνεντεύξεις των διαδίκων υπό του εκπροσώπου της Διευθύντριας Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης υπερτερούσε σε βαθμολογία ο αιτητής τότε η διαφορετική αξιολόγηση από την Επιτροπή, ως τελικό αποφασίζον όργανο, θα έπρεπε να αιτιολογηθεί πλήρως και δεόντως άλλως δυνατό να γίνεται και λόγος για αλλότριο σκοπό στην τελική επιλογή».

Οι εφεσείοντες με την παρούσα έφεση προέβαλαν τρεις λόγους έφεσης που αφορούν την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης.  Συγκεκριμένα, ότι λανθασμένα και/ή πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι «το σχετικό άρθρο 35Β(10) των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων του 1969 έως (Αρ.2) του 2010, προνοεί τις συνεντεύξεις ως συμπληρωματικό στοιχείο κρίσης της αξίας των υποψηφίων που ανάλογα με την απόδοση κάθε υποψηφίου μπορεί να αυξήσει τις μονάδες του καταλόγου» (πρώτος λόγος έφεσης).

Λανθασμένα και/ή πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στη σελ.10 της απόφασης του ότι «τα όσα αναφέρει η επιτροπή αλλά και η τελική της βαθμολογία αφίσταται από την αντίστοιχη αξιολόγηση του εκπροσώπου της διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης, ο οποίος αξιολόγησε το ΕΜ μόλις 0,50 μονάδα καλύτερα από τον αιτητή, αποδίδοντας του 3.00 έναντι 2.50 αντίστοιχα.  Αν αναλογιστεί δε κανείς ότι η προφορική εξέταση από την ΕΕΥ επικάλυψε τα πάντα, νοουμένου ότι μέχρι και στις συνεντεύξεις των διαδίκων υπό του εκπροσώπου της Διευθύντριας Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης υπερτερούσε σε βαθμολογία ο αιτητής τότε η διαφορετική αξιολόγηση από την Επιτροπή, ως τελικό αποφασίζον όργανο θα έπρεπε να αιτιολογηθεί πλήρως και δεόντως»  (δεύτερος λόγος έφεσης).  Λανθασμένα και/ή πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στη σελ. 10 της απόφασης του ότι «. είναι δυνατό να γίνεται λόγος για αλλότριο σκοπό στην τελική επιλογή» (τρίτος λόγος έφεσης).  

 

Κρίνουμε ότι όλοι οι λόγοι μπορούν ως εκ της συνάφειας τους, να εξετασθούν σε κοινό πλαίσιο. 

 

Διαχρονικά στη νομολογία της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων μας έχει τονισθεί η σημασία της προφορικής συνέντευξης, ιδιαίτερα σε θέσεις υψηλά στην ιεραρχία.  (Βλ. Δημοκρατία ν. Γιαλλουρίδη κ.ά. (1990)3 ΑΑΔ 4316).  Η παρούσα υπόθεση αφορώσα προαγωγή στη θέση Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης σίγουρα αφορά θέση υψηλά στην ιεραρχία αφού συναρτάται με τη διοίκηση σχολείου αλλά και συντονιστή σε θέματα του ειδικότερου κλάδου - αυτή των καθηγητών των οικονομικών.

 

Είναι πασιφανές στην κρινόμενη περίπτωση ότι η Διοίκηση έδωσε τέτοια σημασία στην προφορική συνέντευξη, ώστε «ανέτρεψε», ας μας επιτραπεί ο όρος, τα δεδομένα που προέκυπταν από τη μέχρι τότε βαθμολογία και άλλα στοιχεία των φακέλων του ιδίου του εφεσίβλητου.  Αυτό ουσιαστικά αποδέχθηκε ο πρωτόδικος Δικαστής, επισημαίνοντας ότι η όλη αιτιολογία έπασχε.

 

 Στο άρθ.35(Β)(10) του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, έως αρ.2 του 2010, Ν.10/69,  αναφέρονται τα εξής:

«(10) Μετά τo τέλoς τωv πρoσωπικώv συvεvτεύξεωv η Επιτρoπή πρoβαίvει στηv επιλoγή τωv καλύτερωv υπoψηφίωv από τoυς υπoψηφίoυς oι oπoίoι περιέχovται στoυς τελικoύς καταλόγoυς, λαμβάvovτας υπόψη τα ακόλoυθα:

(α) στις περιπτώσεις υπoψηφίωv oι oπoίoι περιέχovται στov κατάλoγo o oπoίoς καταρτίζεται σύμφωvα με τo εδάφιo (3):

(i) τηv έκθεση της Συμβoυλευτικής Επιτρoπής·

(ii) τo περιεχόμεvo τωv Πρoσωπικώv Φακέλωv και τωv Φακέλωv τωv Υπηρεσιακώv Εκθέσεωv.

(iii) τηv εvτύπωση πoυ απoκόμισε από τις πρoσωπικές συvεvτεύξεις:

Εvvoείται ότι η απόδoση τωv υπoψηφίωv στις συvεvτεύξεις θα λαμβάvεται υπόψη μόvo ως συμπληρωματικό στoιχείo κρίσης της αξίας τoυς·

(β) στις περιπτώσεις υποψηφίων οι οποίοι περιέχονται στον κατάλογο ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4), τις μονάδες που έχει κάθε υποψήφιος στον κατάλογο τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να αυξήσει μέχρι 6, ως ακολούθως:

(i) μέχρι 5, ανάλογα με την απόδοση κάθε υποψηφίου στην προσωπική συνέντευξη ως ακολούθως:

5,00 μονάδες για εξαιρετική απόδοση·

4,50 μονάδες για σχεδόν εξαιρετική απόδοση·

4,00 μονάδες για πάρα πολύ καλή απόδοση·

3,50 μονάδες για σχεδόν πάρα πολύ καλή απόδοση·

3,00 μονάδες για πολύ καλή απόδοση·

2.50 μονάδες για σχεδόν πολυ καλή απόδοση·

2,00 μονάδες για καλή απόδοση·

1,50 μονάδες για σχεδόν καλή απόδοση·

1,00 μονάδα για μέτρια απόδοση·

0,50 μονάδα για σχεδόν μέτρια απόδοση.

Νοείται ότι η Επιτροπή, για την αξιολόγηση της απόδοσης κάθε υποψηφίου στην προσωπική συνέντευξη, θα λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια για το κάθε ένα από τα οποία προκαθορίζει τη βαρύτητά του σε μονάδες:

— Ενημέρωση σε θέματα της ειδικότητας του ή, σε περίπτωση πλήρωσης διοικητικής θέσης, σε παιδαγωγικά και μεθοδολογικά θέματα·

— κατανόηση του ρόλου και των ευθυνών της θέσης·

— κριτική ανάλυση διοικητικών και οργανωτικών προβλημάτων σχετικών με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης, σε περίπτωση πλήρωσης διοικητικής θέσης·

— αποτελεσματικότητα επικοινωνίας και επάρκεια τεκμηρίωσης απόψεων και θέσεων

— προσωπικότητα (άνετη παρουσία, προσαρμοστικότητα, ευελιξία)·

— γλωσσική επάρκεια (λεξιλόγιο, σύνταξη, ορθοφωνία, ορθοέπεια).

(ii) 0,5 μέχρι 1 μονάδα, που δίνεται με αιτιολογημένη απόφαση για πρόσθετο προσόν, το οποίο είναι συναφές με την εκπαίδευση ή την ειδικότητα του υποψηφίου ή τα καθήκοντα της θέσης και το οποίο αποκτήθηκε από τον υποψήφιο μετά τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή αιτήσεων:

Νοείται ότι δεν έχουν δοθεί μονάδες για άλλο πρόσθετο προσόν με βάση την παράγραφο (β) του εδαφίου (4)».

Η φράση «συμπληρωματικό» της κρίσης δεν μειώνει την σπουδαιότητα της προφορικής συνέντευξης.  Σημασία έχει εν προκειμένω, ότι η προφορική συνέντευξη λειτούργησε, όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξουδετερώνοντας όλα τα στοιχεία του φακέλου που υφίσταντο και ήσαν σαφώς υπέρ του εφεσίβλητου.  Και δη την αρχαιότητα που ως εκ της φύσης της φέρει μαζί της υπέρτερη πείρα (υπερέχει 12 μήνες έναντι του ΕΜ).  Το κυριότερο όμως είναι ότι η Διοίκηση  χρησιμοποίησε το επιπρόσθετο προσόν του εφεσίβλητου, με τρόπο ισοπεδωτικό.  Θα εξηγήσουμε στη συνέχεια γιατί, αφού παραθέσουμε το τι αναφέρεται στο επίδικο πρακτικό επί του θέματος.

Ενημέρωση σε παιδαγωγικά και μεθοδολογικά θέματα (0.05 μονάδες)

-      (για τον εφεσίβλητο):

«Η από μέρους του παρακολούθηση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών εξελίξεων αναφορικά με τα γνωρίσματα του αποτελεσματικού σχολείου είναι μέτρια και περιορίζεται μόνο σε ευκαιριακή ανάγνωση ορισμένων άρθρων

Ευλόγως τίθεται το ερώτημα εάν η πιο πάνω αιτιολογία δεν αντιμάχεται το ότι ο εφεσίβλητος είχε προσόν σε μεταπτυχιακό με σχετικά θέματα που εξετάστηκε ο εφεσίβλητος στην προφορική συνέντευξη με βαθμολογία 8.25/10.  Το μεταπτυχιακό αφ΄εαυτού προϋπόθετε παρακολούθηση παιδαγωγικών θεμάτων.  ΄Οπως διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων, εφαρμοσμένη εκπαιδευτική έρευνα στρατηγικό σχεδιασμό, εκπαιδευτική πολιτική και αναλυτικά προγράμματα.  Βεβαίως, προστίθενται σ΄αυτό και η αξιολόγηση του αρμοδίου επιθεωρητή που τον βαθμολόγησε με βαθμό 34 (το ίδιο με το ΕΜ).

Στην Καραγιάννη-Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας, μέσω ΕΕΥ, ΑΕ7/2011, 21.12.2016,  αναγνωρίστηκε ότι, «όταν ο υποψήφιος που υπερέχει σε αρχαιότητα δεν υστερεί σε αξία, δεν αποκλείεται μεγαλύτερη σημασία να έχει η αρχαιότητα και όχι η προφορική εξέταση».  Σοφά στη συνέχεια τονίστηκε ότι «δεν πρόκειται για συγκρουόμενες αρχές.  Είναι απλώς ζήτημα εφαρμογής των καλώς αναγνωρισμένων νομικών αρχών επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης με τέτοιο τρόπο ώστε τα σχετικά κριτήρια να εκτιμούνται από τη διοίκηση κάθε φορά αναλόγως με τις συγκεκριμένες περιστάσεις ορθά και ορθά να εξισορροπούνται μεταξύ τους, στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας η οποία σε περιπτώσεις όπως η παρούσα είναι ευρεία».  (Βλ. Στυλιανού κ.ά. ν. Χ΄Κωνσταντίνου κ.ά. (1994)3 ΑΑΔ 387 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2011)3 ΑΑΔ 195). 

(η υπογράμμιση δική μας)

Ορθές οι πιο πάνω επισημάνσεις.  Γι΄αυτό και η αιτιολογία της πράξης σε κάθε περίπτωση έχει τη διαχρονική δυναμική που της αναγνωρίζει και ο νόμος και η νομολογία.

Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου η Δημοκρατία προβάλλει το λανθασμένο της πρωτόδικης κρίσης στο ότι εξέλαβε την προφορική εξέταση ως συμπληρωματικό στοιχείο κρίσης.  Αυτό, κατά την ευπαίδευτη συνήγορο θα ίσχυε εάν εφαρμοζόταν το αρθ.35Β(3) του Νόμου, ενώ στην παρούσα περίπτωση η επίδικη θέση, ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 35(Β)4.

Δεν θα συμφωνήσουμε με τη θέση των εφεσειόντων.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στις πρόνοιες είτε του εδαφίου 3 είτε 4 (αν και σαφώς παραπέμπει στο εδ.4).  Εξέτασε και έκρινε το ζήτημα στην ολότητα της επίδικης πράξης, θεωρώντας ότι η αξιολόγηση στερείτο επαρκούς αιτιολογίας. 

Υπήρξε ορθή η πρωτόδικη κρίση για τους λόγους που εξηγήθηκε.  Η ακραία βαθμολογία του εφεσιβλήτου στην προφορική εξέταση (σχεδόν προς τη μηδενική βάση) ανατρεπτική, επαναλαμβάνουμε, των μέχρι τότε δεδομένων, επίτασσε πληρέστερη και επαρκέστερη αιτιολογία αφού η εικόνα εκ της προφορικής συνέντευξης στην ουσία αντιφάσκει με την εικόνα που αναδύει ο φάκελος του, ειδικά ως προς το μεταπτυχιακό προσόν.  Περαιτέρω δεν φαίνεται καμιά ένδειξη αιτιολογίας ως προς την εμφανέστατη διαφορά κρίσης του Επιθεωρητή, ο οποίος παρίστατο στην ίδια την προφορική εξέταση (2.50 στον εφεσίβλητο και 3 στο ΕΜ) αλλά και την εν γένει βαθμολογία τους εκ του φακέλου.  Πρόκειται για περίπτωση που ενείχε τις δικές της ιδιαιτερότητες και ως εκ τούτου η επάρκεια της αιτιολογίας ήταν εγγενώς συνυφασμένη με την καθολική κρίση, ώστε να υπάρχει μια συνοχή και μια συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα σχετικά στοιχεία κρίσης.

Υιοθετώντας την πρωτόδικη κρίση απορρίπτουμε τους λόγους έφεσης 1 και 2.  Αναφορικά με το λόγο έφεσης 3 σημειώνουμε απλώς ότι η παράθεση της επίμαχης φράσης του ευπαιδεύτου πρωτοδίκου Δικαστή «.... είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για αλλότριο σκοπό στην τελική επιλογή» δεν έχει αυτοδύναμη σημασία αλλά ούτε και συνέπεια.  Πρόκειται για πιθανολόγηση που ήταν βεβαίως αχρείαστη και δεν επιδρά επί της ορθότητας του καταληκτικού συμπεράσματος ότι η αιτιολογία πάσχει.

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, η έφεση απορρίπτεται με €2.500 έξοδα (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) υπέρ του εφεσιβλήτου.

Π.ΠΑΝΑΓΗ, Π.,

Κ.ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.

Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

Χ.ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.





Comments (0)





Add a new comment:






Newsletter










1288