Το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή του καθηγητή Φυσικής Τασουρή κατά της ΕΕΥ


Το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή του καθηγητή Φυσικής κατά της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας. Αντικείμενο της  προσφυγής, ήταν η απόφαση των καθ' ων η αίτηση (ΕΕΥ) ημερομηνίας 1/6/2017, με την οποία απέρριψαν την ένστασή του  για τη μη παραχώρηση μονάδων εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας στον πίνακα διοριστέων καθηγητών Φυσικής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, για την απασχόληση του ως ερευνητικού συνεργάτη στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου

Με δεύτερο αιτητικό, ο αιτητής προσέβαλε την απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μην του παραχωρήσουν τις μονάδες για την εκπαιδευτική προϋπηρεσία του, που αφορούσαν την απασχόληση του ως ερευνητικού συνεργάτη στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, στον αναθεωρημένο κατάλογο διοριστέων Καθηγητών Φυσικής Μέσης Γενικής εκπαίδευσης, που ανήρτησε στις 7/6/2017.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης:

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ:  Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, είναι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 1/6/2017, με την οποία απέρριψαν την ένσταση του αιτητή στο πίνακα διοριστέων καθηγητών φυσικής μέσης γενικής εκπαίδευσης, για τη μη παραχώρηση μονάδων εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας για την απασχόληση του αιτητή ως ερευνητικού συνεργάτη στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου.

Με δεύτερο αιτητικό, ο αιτητής προσβάλλει την απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μην του παραχωρήσουν τις μονάδες για την εκπαιδευτική προϋπηρεσία του, που αφορούσαν την απασχόληση του ως ερευνητικού συνεργάτη στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, στον αναθεωρημένο κατάλογο διοριστέων καθηγητών φυσικής μέσης γενικής εκπαίδευσης, που ανήρτησε στις 7/6/2017.

Ο αιτητής είναι εγγεγραμμένος στο πίνακα διοριστέων καθηγητών φυσικής μέσης γενικής εκπαίδευσης, με βάση αίτηση που είχε υποβάλει στις 30/6/2005.  Με επιστολές του ημερομηνίας 28/11/2016 και 20/12/2016, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για αναγνώριση της απασχόλησης του ως ερευνητικού συνεργάτη στο Τομέα Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου.

Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας εξέτασε το πιο πάνω αίτημα στη συνεδρία της ημερομηνίας 5/1/2017 και υιοθετώντας τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 19/7/2007, αποφάσισε να μην αναγνωρίσει την απασχόληση του αιτητή σε ερευνητικά καθήκοντα, ως προϋπηρεσία.  Ο αιτητής υπέβαλε ένσταση στις 2/3/2017 στον αναρτημένο πίνακα διοριστέων Φεβρουαρίου 2017, η οποία με απόφαση της Επιτροπής που λήφθηκε στη συνεδρία της ημερομηνίας 30/5/2017, απερρίφθη και ο αιτητής ενημερώθηκε σχετικά.

Προβάλλεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον αιτητή, ότι οι καθ' ων η αίτηση χωρίς δέουσα έρευνα, με ελλιπή αιτιολογία και τελούντες υπό το καθεστώς πραγματικής πλάνης, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η απασχόληση του αιτητή δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως προϋπηρεσία ενώ το μόνο που έλαβαν υπόψη είναι η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 19/7/2007, η οποία αφορούσε άλλη περίπτωση και η οποία δεν είναι δεσμευτική για το αρμόδιο όργανο στο οποίο ο Νόμος έχει εναποθέσει την αποφασιστική αρμοδιότητα, παραγνωρίζοντας τη πραγματική φύση των καθηκόντων του αιτητή για τα χρονικά διαστήματα από τον 1/2012 μέχρι τον 1/2013 και από τις 17/6/2013 μέχρι τις 30/4/2015, τα οποία περιλάμβαναν τόσο ερευνητικό έργο όσο και εκπαιδευτικό έργο.

Προβάλλεται επίσης, ότι οι καθ' ων η αίτηση τελούν υπό το καθεστώς νομικής πλάνης της ισχύουσας νομοθεσίας (Κ.Δ.Π. 382/97).  Ειδικότερα ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αναγνώριση όλης της απασχόλησης στις περιπτώσεις του Καν. 3 (1)(α)(5) και όχι μόνο των ωρών και ημερών που εκπαιδευτικός εκτελούσε διδακτικό ή εκπαιδευτικό έργο.  Περαιτέρω, ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση στη περίπτωση του αιτητή σε σχέση με τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, οι οποίοι εκτελούν παρόμοιας και/ή ίδιας φύσης καθήκοντα και των οποίων αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία.

Στα πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι, εφόσον το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου δεν είναι εγγεγραμμένο δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο, ούτε είναι αναγνωρισμένη δημόσια ή ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Κύπρου με βάση το Κανονισμό 3 (ε), η απασχόληση του αιτητή δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως προϋπηρεσία.  Προς υποστήριξη της θέσης της, παραπέμπει στην απόφαση Χριστοδουλίδης και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 1148/2002, ημερομηνίας 10/9/2004.

Πρόσθετα, κατά τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, εξετάστηκαν τα συμβόλαια που ο αιτητής επισύναψε στο αίτημα του, στα οποία δεν αναφέρεται ότι θα εκτελούσε εκπαιδευτικά καθήκοντα, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως προϋπηρεσία.  Συναφώς οι καθ' ων η αίτηση κατά δέσμια αρμοδιότητα, στη βάση συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, ορθά απέρριψαν το αίτημα του αιτητή, κατά τρόπο ώστε δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων.

Στο πρακτικό της συνεδρίας της Επιτροπής ημερομηνίας 30/5/2017, επεξηγείται ότι το "Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, δεν είναι εγγεγραμμένο δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο, ούτε είναι αναγνωρισμένη δημόσια ή ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Κύπρου.  Ως εξ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου αναγνωριστεί ως κρατικό ερευνητικό κέντρο, με βάση τον Κανονισμό 3 (ε), η απασχόληση του Τασουρή σε ερευνητικά καθήκοντα θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως προϋπηρεσία".

Κατέληξε δε ότι σύμφωνα με την γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 19/7/2007, "η αποκλειστική απασχόληση σε ερευνητικά καθήκοντα δεν συνιστά εκπαιδευτική υπηρεσία με βάση την Κ.Δ.Π. 382/97".

Υπό το φως των πιο πάνω, η Επιτροπή αποφάσισε να απορρίψει την ένσταση του αιτητή, γιατί σύμφωνα με την προαναφερόμενη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, μόνο το μέρος απασχόλησης που αφορά σε εκπαιδευτική υπηρεσία μπορεί να αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία.

Έχω ανατρέξει στην πιο πάνω γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 19/7/2007 (Αρ. φακ. ΓΕ 46(Α)/1967/Υ 1/4) (Παράρτημα 3 στην Ένσταση), ο οποίος στα γενικότερα ερωτήματα που αφορούν τον Κανονισμό 3 της Κ.Δ.Π. 382/97, αναφέρει ότι αυτό που πρέπει να αποδεικνύεται από τον ενδιαφερόμενο, είναι η εκπαιδευτική υπηρεσία ή προϋπηρεσία του σε ερευνητικό κέντρο, σύμφωνα με τον Καν. 3 (1) (ε) και το ζητούμενο από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, είναι "η διαπίστωση αν το Κρατικό Ερευνητικό Κέντρο περιλαμβάνει προγράμματα εκπαιδευτικού περιεχομένου στους τομείς της έρευνας που διεξάγει. ..... Μόνο δε το μέρος της απασχόλησης που αφορά σε εκπαιδευτική υπηρεσία ή προϋπηρεσία στο Κρατικό Ερευνητικό Κέντρο μπορεί να αναγνωρίζεται με βάση τον Καν. 3 (Κ.Δ.Π. 382/97 και Κ.Δ.Π. 249/02)".

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καν. 3 των Περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Καθορισμός Αναγνωρισμένης Υπηρεσίας για Σκοπούς Διορισμού, Προαγωγής και Προσαυξήσεων) Κανονισμού (Κ.Δ.Π. 382/97):

«3.—(1) Εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται διαφορετικά στο Νόμο και τηρουμένων των υπόλοιπων διατάξεων των Κανονισμών αυτών, αναγνωρισμένη υπηρεσία ή προϋπηρεσία για σκοπούς διορισμού, προαγωγής και προσαυξήσεων λογίζεται ότι περιλαμβάνει επίσης την εκπαιδευτική υπηρεσία, εφόσον είναι υπηρεσία ή προϋπηρεσία—

(α) Σε δημόσιο σχολείο ή σε δημόσια σχολή ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης της Κύπρου.

(β) Σε σχολή ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης του εξωτερικού αναγνωρισμένη ως τέτοια στη χώρα στην οποία λειτουργεί.

(γ) Σε δημόσιο σχολείο μέσης ή δημοτικής εκπαίδευσης που λειτουργεί στην Ελλάδα.

(δ) Σε οποιοδήποτε άλλο σχολείο της Κύπρου ή του εξωτερικού, το οποίο θα αναγνωριστεί με απόφαση της αρμόδιας αρχής για τους σκοπούς των παρόντων Κανονισμών.

(ε) Σε οποιοδήποτε ίδρυμα της Κύπρου ή κρατικό ερευνητικό κέντρο της Κύπρου ή του εξωτερικού, το οποίο θα αναγνωριστεί με απόφαση της αρμόδιας αρχής για τους σκοπούς των παρόντων Κανονισμών».

Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρά τη θέση της ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου δεν εντάσσεται στις πιο πάνω περιπτώσεις που η σχετική νομοθεσία προνοεί, προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο στη περίπτωση που αναγνωριστεί το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ως κρατικό ερευνητικό κέντρο, στη βάση των προνοιών του Καν. 3 (ε) (ανωτέρω), θα μπορούσε να αναγνωριστεί η απασχόληση του αιτητή ως προϋπηρεσία.  Συνεπώς η απόφαση της Επιτροπής έχει δύο διαστάσεις.  Σε σχέση με την πρώτη, της θέση δηλαδή της Επιτροπής ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο δεν έχει αναγνωριστεί ως κρατικό ερευνητικό κέντρο, λόγω ελλείψεων στοιχείων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει πρωτογενή κρίση.

Σε σχέση με την δεύτερη, την κατάληξη δηλαδή της Επιτροπής με επίκληση της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα, διαπιστώνεται έλλειψη επαρκούς έρευνας, αφού από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του , δεν φαίνεται η Επιτροπή να κατεύθυνε την έρευνα της στα όσα η γνωμάτευση την οποία επικαλείται, υποδεικνύει.  Να διαπιστώσει δηλαδή αν το κρατικό ερευνητικό κέντρο περιλαμβάνει προγράμματα εκπαιδευτικού περιεχομένου στους τομείς της έρευνας που διεξάγει και αν τα όσα προσκομίστηκαν από τον αιτητή συνιστούν εκπαιδευτική υπηρεσία.  Στην απουσία αναγκαίων στοιχείων, το Δικαστήριο αδυνατεί να ασκήσει τον έλεγχο του.

Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ανεπάρκεια στην αιτιολογία που παρατίθεται, η οποία είναι το αποτέλεσμα ελλιπούς διερεύνησης της περίπτωσης του αιτητή υπό τα συγκεκριμένα περιστατικά της.

Η νομολογία ως προς τι συνιστά δέουσα έρευνα είναι σαφής.   Εφόσον συλλέγονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, δεδομένα και γεγονότα που είναι εφικτό υπό τις περιστάσεις να αναζητηθούν, η έρευνα είναι πλήρης (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2001) 4 Α.Α.Δ. 211 και Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447).  Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία έρευνας ποικίλει ανάλογα με το υπό εξέταση αντικείμενο.  Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων, αλλά κατά πόσο η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής (βλ. Δημοκρατία ν. C. Kassinos Constructions Ltd (1990) 3 (ΕΑ.Α.Δ. 3835).  Το κριτήριο για την εγκυρότητα πράξης ".. είναι η επάρκεια της έρευνας και η κατά τη διεξαγωγή της τήρηση των κανόνων της χρηστής διοίκησης" (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν. PKourris Constructions & Co (2007) 3 Α.Α.Δ. 157).

Εν προκειμένω δεν έχουν τηρηθεί οι πιο πάνω αρχές.

Για τους πιο πάνω λόγους, διαπιστώνεται ελλιπής διερεύνηση και ανεπαρκής αιτιολογία.  Κατά συνέπεια η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.

Επιδικάζονται 1800 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση.




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










702