Γ. Χατζηκωστή: Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)


Μεταγραφή στην κοινή νεοελληνική

«Όταν είδε τους εχθρούς να τον πιέζουν και να μπαίνουν ορμητικά στην πόλη από το γκρεμισμένο τείχος, λέγεται ότι είπε μεγαλοφώνως: Η πόλη κυριεύεται και εγώ ακόμα ζω; Και όρμησε στη μέση των εχθρών και σκοτώθηκε». (Μιχαήλ Κριτόβουλου, Έργα και πράξεις Μωάμεθ).

Κορυφαίο γεγονός στην ιστορία του Ελληνισμού αποτελεί χωρίς αμφιβολία η άλωση της Κωνσταντινούπολης. Χαρακτηριστικό είναι ότι πέρα από τις συνέπειες που μέχρι σήμερα εξακολουθούν να επηρεάζουν την ιστορία του Δυτικού κόσμου, μελέτες, συζητήσεις, έρευνες, πανεπιστημιακά μαθήματα, θρύλοι και παραδόσεις, λογοτεχνία, δεν έπαψαν να απασχολούν τους ιστορικούς, τους ερευνητές, τους λογοτέχνες*. Χωρίς αμφιβολία όμως τις πιο αυθεντικές και πιο αξιόπιστες μαρτυρίες μας έχουν αφήσει τέσσερις ιστορικοί, σύγχρονοι της Άλωσης, που δίκαια έχουν αποκληθεί «Συγγραφείς της Αλώσεως». Είναι οι: Μιχαήλ Δούκας, Γεώργιος Σφραντζής, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Μιχαήλ Κριτόβουλος. Από το ευρύτερο κείμενο του ιστορικού τους έργου, ο εμβριθής μελετητής και συγγραφέας Γιώργος Χατζηκωστής σε μια αξιολογότατη και άκρως ενδιαφέρουσα πρόσφατη έκδοση, επέλεξε και μας παρουσιάζει τα τμήματα εκείνα που αναφέρονται στην Άλωση. Το ακόμα πιο  σημαντικό που χαρακτηρίζει την παρούσα έκδοση είναι η μεταγραφή από τη γλώσσα της συγγραφής στη σημερινή κοινή νεοελληνική, καθιστώντας έτσι το βιβλίο ακόμη πιο ενδιαφέρον και προσιτό στην εποχή μας.

Μετά από ένα σύντομο πρόλογο ο συγγραφέας παραθέτει, επίσης πολύ σύντομα, πληροφορίες για τη ζωή και το έργο των τεσσάρων ιστορικών. Ακολουθεί το κείμενο καθενός για την Άλωση και, τέλος, «Σε επίμετρο παρατίθεται μια επιλογή ποιημάτων για την Άλωση και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ενδεικτική της έμπνευσης των νεοελλήνων ποιητών από το συνταρακτικό ιστορικό γεγονός».

Διαβάζοντας το βιβλίο με αδιάπτωτο ενδιαφέρον γινόμαστε μέτοχοι του ιστορικού, κοινωνικού, θρησκευτικού, πολιτικού περιβάλλοντος της εποχής. Φωτίζονται οι προσωπικότητες τόσο του Κωνσταντίνου και άλλων  προσώπων του Βυζαντίου (π.χ. του Νοταρά) αλλά και του Μωάμεθ, που δεν υστερούσε σε εξυπνάδα και μόρφωση, αν και ήταν μόλις είκοσι χρονών, όταν διαδέχτηκε τον πατέρα του Μουράτ.

Παρατίθενται λεπτομέρειες για την άμυνα και την πολιορκία, για τις διαφωνίες μεταξύ υπερασπιστών της ένωσης των εκκλησιών και των αντιτιθεμένων, οι αριθμοί των εμπολέμων (σε κάθε ένα υπερασπιστή της Πόλης αντιστοιχούσαν 500 (!) Τούρκοι), για τον αρίφνητο πλούτο της Κωνσταντινούπολης τον οποίο υποσχόταν ο Μωάμεθ, οι δεισιδαιμονίες. Το ενδιαφέρον κορυφώνεται καθώς διαβάζουμε για την παραμονή της τελικής επίθεσης. Γράφει ο Σφραντζής (Χρονικόν μέγα): « Στις είκοσι εφτά Μαΐου το βράδυ ο αμηράς (Μωάμεθ) έδωσε διαταγή να ανάψουν φώτα όλη εκείνη τη νύχτα και την επόμενη μέρα, και να μείνουν νηστικοί όλη τη μέρα και να λουστούν εφτά φορές, και να παρακαλέσουν τον θεό, νηστικοί και καθαροί, να νικήσουν την Πόλη».

Ως λογοτέχνης παρά ως ιστορικός μας δίνει ο Σφραντζής και του Κωνσταντίνου την αγωνία: «Ο δε βασιλιάς, φθάνοντας στον πάνσεπτο ναό της Σοφίας του Θεού κι αφού προσευχήθηκε με δάκρυα, μετάλαβε τα θεία μυστήρια. Το ίδιο έκαμαν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα, γυρίζοντας στα ανάκτορα, αφού έμεινε λίγο και ζήτησε από όλους συγχώρηση, ποιος μπορεί να διηγηθεί τα κλάματα και τους θρήνους την ώρα εκείνη μέσα στο παλάτι; Κι αν ακόμα ο άνθρωπος ήταν από ξύλο ή πέτρα, δεν μπορούσε να μη θρηνήσει».

Και βεβαίως και οι τέσσερις ιστορικοί μας περιγράφουν τις σφαγές, τη διαρπαγή του πλούτου, τις αιχμαλωσίες, όλα τα δεινά που ακολούθησαν την Άλωση. Την πιο χαρακτηριστική εικόνα της καταστροφής μας δίνει ο Κριτόβουλος, ακριβώς γιατί τη δίνει μέσα από τα μάτια του εχθρού: «Ο δε Μωάμεθ, έπειτα απ’ αυτά, μπαίνοντας στην Πόλη, κοίταζε και μελετούσε το μέγεθος και την τοποθεσία της, τη λαμπρότητα και την ομορφιά της, το πλήθος, το μέγεθος και την ομορφιά των ναών, των δημόσιων οικοδομημάτων και των ιδιωτικών σπιτιών-των απλών και των πολυτελών- και τη θέση του λιμανιού και του ναύσταθμου και ότι όλα στην πόλη ήταν καλοφτιαγμένα και τακτοποιημένα και γενικά όλη την οργάνωση και τον στολισμό της.

Έβλεπε δε και το πλήθος των όσων είχαν χαθεί και την ερήμωση των σπιτιών και την ολοκληρωτική καταστροφή της και τον όλεθρο. Και αμέσως ένιωσε οίκτο και μεταμέλεια όχι μικρή, για την απώλεια και τη διαρπαγή και άφησε ένα δάκρυ από τα μάτια του.  Κι αφού έβγαλε ένα μεγάλο και γεμάτο πάθος στεναγμό, είπε: Ποια πόλη δώσαμε σε διαρπαγή και ερήμωση! Σε τέτοια ψυχική κατάσταση έφτασε».

Διαβάζουμε κι αναπολούμε και θλιβόμαστε. Για πάντα  όμως θα συνοδεύει την Πτώση, ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη, όπως τη διασώζει ο Μιχαήλ Δούκας (Βυζαντινή ιστορία), η απάντηση του Κωνσταντίνου στην πρόταση του Μωάμεθ να φύγει με τους άρχοντές του και τα υπάρχοντά τους και ελεύθερα να πάει όπου θέλει: «Κράτα τα Κάστρα που κυρίευσες, αν θέλεις θα σου πληρώνουμε και φόρο… Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Χατζηκωστή, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης», γραμμένου με απλότητα, και ιστορική ακρίβεια, μπορεί να αποτελέσει ένα χρησιμότατο βοήθημα για τη διδασκαλία της Ιστορίας, αλλά και ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα για κάθε όλος μας.

* Αναφέρω μερικά σύγχρονα λογοτεχνικά έργα, σχετικά με την Άλωση:

Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, Πήραν την Πόλη, πήραν την (εκδ. Πατάκης)

Μίκα Βαλτάρι, Ιωάννης Άγγελος (εκδ. Καλέντης)

Λεία Βιτάλη, Ιερή Παγίδα (εκδ. Πατάκης)

Ελένη Τσαμαδού, Οι άνεμοι του χρόνου (εκδ. Ψυχογιός)

 

Κίκα Ολυμπίου





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










808