Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα. Ο ρόλος του Λογοπαθολόγου


ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΒΙΟΛΑΡΗ*

Είναι φυσικό και αναμενόμενο τα παιδιά να είναι ζωηρά, περιστασιακά να ξεχνούν να κάνουν κάποια από τα μαθήματα τους, να ενεργούν παρορμητικά χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες ή να ονειροπολούν κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Τι γίνεται όμως όταν γονείς και δάσκαλοι περιγράφουν το παιδί ως παραπάνω ζωηρό σε σύγκριση με άλλα παιδιά; Όταν παρατηρούν έντονη, αδιάκοπη και αγχώδη κινητικότητα, αδυναμία στη συγκέντρωση και δυσκολία ολοκλήρωσης μιας δραστηριότητας χωρίς συχνές και εκτεταμένες παύσεις;

Ορισμός και Κλινική εικόνα ΔΕΠ-Υ:

Οι παραπάνω περιγραφές συμπεριφορών σκιαγραφούν ένα παιδί με μια ιδιαίτερα ζωηρή συμπεριφορά, όπου η λειτουργικότητα του φθίνει λόγω ακριβώς της σημαντικής και ουσιαστικής διάσπασης της προσοχής του και της έντονης κινητικότητάς του. Η διάγνωση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) - διεθνώς Attention Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD), επέρχεται στο προσκήνιο όταν το παιδί εντάσσεται στο σχολικό πλαίσιο. Εκεί, οι επιπτώσεις των εν λόγω συμπεριφορών τείνουν να είναι περισσότερο εμφανείς.

Η ΔΕΠ-Υ περιγράφεται ως μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή, δηλαδή σχετίζεται με την ωρίμανση του νευρικού συστήματος. Αναφερόμαστε σε μια από τις πιο συνήθεις διαταραχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ εμφανίζονται στους ειδικούς συνήθως, μεταξύ 3 και 7 χρόνων. Η αναλογία αγοριών προς κορίτσια κυμαίνεται από 3:1 έως 5:1. Είναι μια διαταραχή που επηρεάζει πρώτα το ίδιο το άτομο και μετέπειτα τον κοινωνικό του περίγυρο (οικογένεια, σχολείο, φίλους). Οι νευρικές κινήσεις του, η αδιακρισία και έλλειψη υπομονής, η μη υπακοή σε κανόνες και η ανάγκη του να ακουστεί με υψηλούς τόνους απομονώνουν το παιδί.

Ο επιπολασμός της ΔΕΠ-Υ σε ενήλικες, σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα, είναι 2−5%, τείνει να αποτελεί μια συχνή διαταραχή, η οποία όμως υποδιαγιγνώσκεται συστηματικά. Για τον λόγο αυτό, η λήψη σωστής και συστηματικής παρέμβασης από ειδικούς κατά την παιδική ηλικία του ατόμου, είναι εξαιρετικά σημαντική για την λειτουργικότητα του και την αυτοεκτίμηση του.

ΔΕΠ-Υ και Λογοθεραπεία:

Η Λογοθεραπευτική παρέμβαση σε περίπτωση ΔΕΠ-Υ τείνει να περιστρέφεται κυρίως γύρω από θέματα ενίσχυσης της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, λεκτικής και μη-λεκτικής επικοινωνίας, στη συγκέντρωση της προσοχής και την οριοθέτηση του ατόμου – δημιουργία κανόνων και οπτικού θεραπευτικού προγράμματος. Ο Λογοπαθολόγος προσεγγίζει το παιδί με στόχο την ενίσχυση των επικοινωνιακών του δεξιοτήτων καθώς και του προφορικού - εκφραστικού του λόγου (λεξιλόγιο – πραγματολογία) δίνοντας ξεκάθαρες οδηγίες και δουλεύοντας παράλληλα πάνω στη μη-λεκτική επικοινωνία (π.χ. πραγμάτωση και διατήρηση βλεμματικής επαφής).    

Επίσης, κατά τη διάρκεια του προγράμματος Λογοθεραπευτικής παρέμβασης ο Λογοπαθολόγος ακολουθεί διάφορες εξατομικευμένες πρακτικές. Λαμβάνει υπόψη του τη σημαντικότητα αποφυγής τυχόν περιβαλλοντικών αποσπάσεων και αρνητικών ερεθισμάτων, που μπορούν να επηρεάσουν τόσο την θεραπεία όσο και την απόδοση του παιδιού.   

Μεταξύ άλλων ο Λογοπαθολόγος βοηθά:

-   Να δημιουργηθούν κανόνες στη συνεδρία. Όταν το παιδί παραβεί τους κανόνες γίνεται σαφές ότι δεν είναι αποδεχτή συμπεριφορά, χωρίς όμως το παιδί να λαμβάνει την εντύπωση ότι απορρίπτεται το ίδιο.

-   Στη Γλωσσική Ανάπτυξη του παιδιού, από την προσχολική ηλικία.

-   Στην Ακουστική Αντίληψη του παιδιού – διάκριση φωνημάτων, λέξεων, αντίληψη προτάσεων.

-   Στην αφήγηση ιστοριών και γεγονότων – ενίσχυση περιγραφικού προφορικού λόγου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τον στόχο της σειροθέτησης (οπτική αντίληψη) και περιγραφής της ιστορίας (προφορική εξιστόρηση γεγονότων).   

-  Στη μείωση των περιπτώσεων ξεσπάσματος του παιδιού χρησιμοποιώντας απτικά ερεθίσματα, οπτικά πρόγραμμα θεραπείας, χωρίζοντας την δραστηριότητα σε μικρά βήματα και κάνοντας σαφές τι  χρειάζεται να κάνει το παιδί. Σημαντικό είναι να δίνονται επιβραβεύσεις όταν τα καταφέρνει με ερεθίσματα που ενδιαφέρουν το κάθε παιδί.

-   Στην προσαρμογή του παιδιού σε μικρές ομαδικές συνεδρίες που στοχεύουν στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησής του και της κοινωνικοποίησής του.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θυμόμαστε ότι όλοι έχουμε τα προτερήματα και τα ελαττώματα μας. Οι αδυναμίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί δεν έγκειται σε δικό του λάθος και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται κατώτερο από τα υπόλοιπα παιδία. Το μεγαλύτερο μάθημα που χρειάζεται να διδαχθεί ένα παιδί είναι να αγαπά και να αποδέχεται τον εαυτό του, με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του. Αυτό θα γίνει μόνο αν πρώτα ζήσει την αποδοχή από τους γύρω του.

*Λογοπαθολόγος – Λογοθεραπεύτρια

SLP, MSc        

Βιβλιογραφία:

Barkley, R. A., Fischer, M., Smallish, L. & Fletcher, K. (2002). The persistence of attention-deficit/hyperactivity disorder into young adulthood as a function of reporting source and definition of disorder. J Abnorm Psychol, 111, 279−289.

Daniel, P. & Dickstein, M. D. (2018). Paying Attention to Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder. JAMA Netw Open, 1(4).

Klein, Μ., Walters, R., Stein, J., Adams, H., Børglum, A., Faraone, S., Thompson, P., Medland, S., Arias-Vásquez, A. & Franke, B. (2019). Genetic Factors for Adhd Risk Overlap With Those Influencing Intracranial Volume. European Neuropsychopharmacology, 29 (3), 770-771.

Βογινδρούκας Ι., Καλομοίρης Γ. & Παπαγεωργίου Β. (2007). Αυτισμός: θέσεις και προσεγγίσεις. Αθήνα: Ταξιδευτής.

Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2012). Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητα,θεωρητικές προσεγγίσεις και θεραπευτική αντιμετώπιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Καμπανάρου, Μ. (2007). Διαγνωστικά θέματα Λογοθεραπείας. Αθήνα: Έλλην.



Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.





652