Ψυχή βαθιά... (#stopbullying)


 ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

Γεροσκήπου. Τον είχα δει κάτωχρο εκείνο το γλυκό, κατά τα άλλα, πρωινό του Απριλίου του ’96. Περνούσε βιαστικά από την αυλή με κατεύθυνση το γραφείο του κυρίου διευθυντού. Ταχύ το βήμα, σκοτεινιασμένο το βλέμμα. Πίσω του η μάνα του, μη μπορώντας να τον φτάσει. Ασθμαίνοντας, εκείνο το κλασικό, εκείνο το δικό της, που μας συντρόφευε κάθε πρωί στη γειτονιά με τις μυρωδιές της πίτας, όταν περνούσαμε από το σπίτι τους, εκείνο το «περίμενε, γιε μου». Μπήκαν και μιλούσαν για δύο ώρες. Λίγο πιο κάτω, πάνω σε ένα πράσινο κάγκελο, μπροστά από την τάξη μας, καθόμασταν εμείς. Ο Γιάννης, ο Σάββας, ο Δώρος, ο Παντελής και εγώ. Περιμέναμε. Με ιστορίες που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. Με τα λόγια που έφεραν τα αυτιά μας κάποιοι άλλοι από το σχολείο. Περιμέναμε να του πούμε ότι δεν ξέραμε. Ότι δεν μπορούσαμε να ξέρουμε. Ένα παντελόνι πεταμένο κάπου στο γήπεδο του στίβου. Λίγο ακόμα και θα έπεφτε στο αρδευτικό κανάλι. Μια τσάντα χαρακωμένη με λεπίδι. Ένα βιβλίο σκισμένο στο εξώφυλλο. Εκεί που έγραφε Αρχαιο/γνωσία. Μα πώς να ξέραμε; Η μύτη; Τα γελάκια; Τα βλέμματα; Τα «ψου, ψου»; Τα δάχτυλα; Είδαμε ή δεν είδαμε εμείς; Δεν θα έπρεπε να είχαμε; Κανείς δεν μπορούσε να πει τι έγινε. Σιωπή. Βουβαμάρα. Βγήκαν. Ούτε που μπορούσαμε να φανταστούμε τι είπαν με τον κύριο Α. Κ. Καλός άνθρωπος ήταν. Τίμιος, ειλικρινής, ευθύς, απλός. Μας μιλούσε καλά. Μας έκανε να αισθανόμαστε καλά. Αλλά δεν μάθαμε ποτέ τι είπαν. Η μάνα του κούτσαινε και δεν μπορούσε να τον φτάσει στο περπάτημα. Δεν βγάλαμε άχνα εμείς. Σταθήκαμε, όμως, όρθιοι. Κοιτούσαμε αποσβολωμένοι την πλάτη του. Το βάδισμα ταχύ. Ξεμάκραινε. Ούτε που γύρισε να μας κοιτάξει. Ούτε που γύρισε πίσω να δει. Και τι, και ποιον, και γιατί να έβλεπε, δηλαδή; «Α., στο καλό», φώναξε ο κύριος Λ. Χ., με την κυρία Α. Γ. να κοιτάει αμίλητη. Δεν τον ξαναείδαμε από τότε. Έξω από το σπίτι του πέρασαμε ο Δώρος, ο Σάββας και εγώ δύο-τρεις φορές από εκείνη την ημέρα, αλλά δεν τον είδαμε. Μετά μάθαμε ότι έφυγαν. Η μάνα του αρρώστησε και έφυγαν για τη Λευκωσία.

7 χρόνια μετά. Ζύγι. Σε μια κοινή στρατιωτική άσκηση. Τον κατάλαβα αμέσως. Η κοψιά, η θωριά, η περπατησιά. Όλα έμοιαζαν να είναι δικά του. Εκείνο το ξανθό παιδί, που κατέβαζε τα μάτια κάθε φορά που του μιλούσες. Πλησίασα. Τον έπιασα από τον ώμο. Του έδωσα το χέρι μου, μου έδωσε το δικό μου.

«Ο Α.;»

«Ναι».

«Με κατάλαβες;»

«Σε κατάλαβα, Ανδρέα».

«Είσαι καλά;»

«Είμαι καλά, ναι».

«Η κυρία Μ.»;

«Πέθανε πριν από δύο χρόνια».

«Λυπάμαι πολύ».

Κάπου εκεί κόπηκε, λιγάκι δειλά, λιγάκι ξερά, λιγάκι αμήχανα η πρώτη εκείνη συζήτηση μετά το ταχύ βάδισμα στην αυλή του σχολείου. Χτες έμαθε, χτες έμαθα και εγώ ότι φεύγει για την Αμερική. Θα διδάσκει σε πανεπιστήμιο. Πετάει στο τέλος του χρόνου.

Τι έγινε με τα παιδιά του Γυμνασίου δεν έμαθα ποτέ εγώ. Ούτε ποιοι ήταν. Ούτε τι έγιναν τα χαρτιά με τις καταγγελίες. Ήρθαν και κάποιοι άλλοι από τη Λευκωσία στο σχολείο μας εκείνες τις ημέρες. Λόγια. Ξανά λόγια. Ξανά-μανά λόγια. Πίσω στα συρτάρια. Πίσω στους φακέλους. Πίσω στα ράφια. Μια ωραιότατη αρχειοθέτηση ζωών. Θα φταίει ο τόνος φαίνεται. Που δεν κατέχει ο ευλογημένος τη θέση του. Στη λήγουσα να κάτσει ή στην παραλήγουσα; Τότε δεν ξέραμε κιόλας. Αλλά στην Κύπρο σήμερα έχει κανείς καμιά απορία; Εγώ, πάντως, δεν έχω. Τον ρώτησα ένα βράδυ να μου πει. Ποιοι; Τι; Τι πριν και τι μετά; Γύρισε, με κοίταξε, και μετά μπροστά πάλι. Ναι, Α., κατάλαβα.

(Νιώθω ότι χρέος μας δεν είναι να σιωπούμε. Σιωπήσαμε υπέρ το δέον. Όσο δεν θα έπρεπε. Όσο δεν μας αξίζει. Κερδίσαμε από τη σιωπή, δεν λέω. Ζημιωμένοι δεν βγήκαμε. Αλλά είναι των ζωών η γενική. Και, ως τέτοια, απαιτεί ένα μήνυμα. Δυνατό. Ηχηρό. Σταματήστε τον εκφοβισμό παντού. Σε κάθε εκπαιδευτήριο, κάθε μορφωτικής βαθμίδας. Αυτός είναι ο ρόλος μας. Είναι εύκολο να κρίνουμε. Είναι ασυγκρίτως ωφελιμότερο να βοηθούμε όποιον μας έχει ανάγκη. #stopbullying).

*Φιλόλογος/Πανεπιστημιακός



Comments (0)





Add a new comment:







Newsletter









483