Κατανοώντας το άγχος: Η επίδραση των σκέψεων μας


ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ* 

    Στο ερώτημα: «Τι σε αγχώνει καθημερινά;», οι περισσότεροι πολύ πιθανόν να ψάξουμε τα αίτια σε έναν εξωτερικό παράγοντα, αντιλαμβάνοντας τον ως τον βασικό υπαίτιο για την ανάπτυξη των συναισθημάτων άγχους, φόβου, ανησυχίας που καθημερινά βιώνουμε, δηλώνοντας συχνά ότι: «η δουλειά με αγχώνει», «το αφεντικό μου με εκνευρίζει», «η καθημερινή πίεση με ανησυχεί», «τα οικονομικά με φοβίζουν». Ποιο είναι το κοινό των πιο πάνω δηλώσεων; Οι πιο πάνω δηλώσεις προσδίδουν στο άτομο ένα παθητικό ρόλο απέναντι στο άγχος δίνοντάς του την ταμπέλα του «θύματος» των εξωτερικών παραγόντων που εισβάλλουν στη ζωή του και τον κατακλύζουν με αρνητικά συναισθήματα. Προσδίδοντας στον εαυτό μας ένα μηδενικό ή ελάχιστο ποσοστό ευθύνης, μπορούμε να οδηγηθούμε σε χαμηλή προσπάθεια ή αδράνεια ως προς την αλλαγή και την ανάπτυξη της πεποίθησης ότι η βελτίωση της συναισθηματικής μας κατάστασης προϋποθέτει τροποποίηση των εξωτερικών παραγόντων που την προκαλούν και μόνον.

Έτσι, καταλύγουμε στο συμπέρασμα ότι μια εξωτερική κατάσταση δημιουργεί και συνοδεύει το άγχος μας. Ωστόσο, κάνοντας ένα βήμα πίσω και αναλύοντας τη διαδικασία που συνδέει την κατάσταση  και τη συναισθηματική μας αντίδραση, πολύ πιθανόν να εντοπίσουμε ένα στοιχείο που μεσολαβεί σε αυτή τη σχέση. Πραγματοποιώντας μια προσεκτική κατανόηση της διαδικασίας, μπορούμε να εντοπίσουμε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων αυτό που προκαλεί τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας δεν είναι η κατάσταση, τα άλλα άτομα, ή τα εξωτερικά φαινόμενα, όμως ο τρόπος με τον οποίο εμείς τα αντιλαμβανόμαστε και τα ερμηνεύουμε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε κάτι, οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις που αναπτύσσουμε σχετικά με μια κατάσταση που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο νιώθουμε και αντιδρούμε. Για παράδειγμα, η διαφωνία με ένα αγαπημένο πρόσωπο μπορεί να οδηγήσει σε πλήθως συναισθημάτων τα οποία αναπτύσσονται ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε αυτή τη διαφωνία. Εάν το μυαλό μας αναπτύξει σκέψεις όπως: «αυτό σηματοδοτεί το τέλος αυτής της σχέσης», τότε πιθανόν να μας οδηγήσει στη θλίψη αλλά και στην αδράνεια. Αντιθέτως, η σκέψη «η διαφωνία είναι φυσιολογική σε μια σχέση και με την κατάλληλη επικοινωνία μπορεί να επιλυθεί», ίσως να συνοδευτεί με συναισθήματα ελπίδας και προσπάθειες αντιμετώπισης της κατάστασης (Munoz, Aguilar-Gaxiola, Guzmán, 2007, Barrera et al., 2016; Καλπάκογλου, 2013).

Με αυτό τον τρόπο φαίνεται πως τα συναισθήματα δεν «ξεπηδούν» από το πουθενά, όμως μια σκέψη –που αρκετές φορές είναι δύσκολο να εντοπιστεί γιατί πιθανόν να αναπτύσσεται στο μυαλό μας με αυτόματο τρόπο- ή μια πεποίθηση, οδηγούν στην ανάπτυξη των συναισθημάτων που βιώνουμε καθημερινά και των συμπεριφορών που πραγματοποιούμε.

Περπατώντας στην καταιγίδα αναμένουμε να βρεχτούμε… τίποτα από τα δύο δεν θα μπορούσαμε να αποτρέψουμε… τι θα γινόταν όμως αν κρατούσαμε ομπρέλα; Με αυτό τον τρόπο καλούμαστε να παρέμβουμε στα αρνητικά μας συναισθήματα. Κατανοώντας και αποδέχοντας τη φύση των καταστάσεων (π.χ. τα εργασιακά καθήκοντα μπορεί όντως να είναι αρκετά και απαιτητικά…), αποσκοπούμε στην ανάπτυξη μιας περισσότερο λειτουργικής, ρεαλιστικής και βοηθητικής αντίληψης της πραγματικότητας (π.χ. τα εργασιακά καθήκοντα μπορεί όντως να είναι αρκετά και απαιτητικά… αλλά με την κατάλληλη οργάνωση και προσπάθεια μπορώ να ολοκληρώσω αποτελεσματικά τις περισσότερες υποχρεώσεις), κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε λειτουργικότερες μορφές συμπεριφοράς (π.χ. οργάνωση, προσπάθεια, συνεργασία με συναδέλφους, καλό προγραμματισμό) και σε χαμηλότερης έντασης αρνητικά συναισθήματα (χαμηλότερο άγχος και ανησυχία), ενώ επίσης αυτή η σκέψη μπορεί να επιφέρει ωστόσο τη βίωση θετικών συναισθημάτων (ελπίδας, ενθουσιασμού, σιγουριάς).

*Ιφιγένεια Στυλιανού, Σχολική Ψυχολόγος

Διδακτορική Φοιτήτρια Κλινικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου



Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter









524