Ώχρα (#stopbulling)


ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*  

Τα είχε πει τα λόγια του πολλές φορές και τα ήξερε. Είχε σκεφτεί το πράγμα. Μια σκηνοθεσία. Μια φενάκη ολκής για την ιεραρχία, την οποία δεν μπορείς να παρακάμψεις εύκολα. Και, πάντως, όχι αζημίως. Πρέπει να μάθεις τα χαρτιά, τα πρωτόκολλα, τους τύπους. Το ήξερε καλά το σενάριο προτού καν προσθέσει τις λέξεις. Για μέρες οι λέξεις τον στοίχειωναν. Ξυπνούσε μουσκίδι στον ιδρώτα τα ξημερώματα. Καθόταν στο κρεβάτι του. Σκεφτόταν, σχεδίαζε. Θα έμπαινε δειλά, με μια δόση αμήχανης αυτοπεποίθησης. Θα έδινε το χέρι του. Θα έλεγε κάτι πρέπον. Που να αξίζει στον συνομιλητή του. Κάτι στιλβωμένο. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να πει ό,τι σκέφτηκε. Δεν ήξερε άμα θα τον άφηνε ο άλλος. Αλλά, πάντως, είχε σκεφτεί. Είχε ζυγίσει τις λέξεις. Είχε συντάξει τις λέξεις. Να μην κουνιούνται. Να μην εξέχουν. Να μην μπορείς να χτυπήσεις σε αυτές. Να μπορείς να γλιτώσεις το μάτι σου, άμα πέσεις πάνω τους. Δίχως εξοχές. Δίχως γωνίες. Σε τάξη όλες. Μαζωμένες, κομψές. Με ψιμύθιο. Το αφτιασίδωτο ήτανε για άλλα πράματα. Όχι για εκεί. Του φαινόταν παράξενο. Για ανθρώπους θα μιλούσε. Γι’ αυτούς που είδε στον διάδρομο. Γι’ αυτούς που του χαρίσαν ένα μαύρο. Γι’ αυτούς που το απίθωσαν δίπλα του. Με ένα βιβλίο σκισμένο. Με ένα κεφάλι ανάμεσα στα χέρια ή ακουμπισμένο στα γόνατα. Χωρίς φωνή. Πνικτός ρόγχος. Σαν να κρατάς ένα λαιμό σφικτά και να τον σφίγγεις ακόμα παραπάνω. Γι’ αυτούς πώς θα έκανε τις λέξεις λείες;

Τέλος πάντων. Τα βρήκε. Είχε φορέσει τα καλά του, είχε σκεφτεί τα λόγια του. Πήρε τον συνάδελφό του στο τηλέφωνο. Ένα ψιλόλιγνο παιδί με γλυκά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Καλό άνθρωπο τον είχε. Και όσοι ξέρανε συμφωνούσαν ότι ήταν ένα παιδί μάλαμα. Σε λίγη ώρα βρέθηκαν έξω από κτήριο. Πέρασαν την πόρτα, πήραν τον ανελκυστήρα και ανέβηκαν. Ίσια ψηλά. Ίσια απάνω.

«Δεν είναι εδώ;»

«Μέσα είναι και σας περιμένει. Καθίστε εδώ. Πρέπει να σας αναγγείλω».

Τρέμαν τα χέρια του. Κάθισε και άρπαξε αμέσως ένα βιβλίο. Δεν ήξερε τι ήταν. Ό,τι και να ‘ναι. Απότομη κίνηση. Κοφτή. Άνοιξε το βιβλίο στη μέση σχεδόν. Είδε για την επιτυχία ενός φίλου. Χαμογέλασε. Έκλεισε το βιβλίο και σηκώθηκε. Δεν τον είχε φωνάξει κανείς. Αλλά δεν μπορούσε να παραμείνει καθιστός για πολύ.

«Σας περιμένει. Παρακαλώ».

«Καλησπέρα σας. Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε».

«Εγώ ευχαριστώ που ήρθατε. Καθίστε».

Τους ρώτησε τι θα έπαιρναν. Τίποτε δεν ήθελαν. Κοφτά μπήκαν στο θέμα. Τους είπε να μιλήσουν ελεύθερα. Να μην τον δουν ως ανώτερο. Έτσι είπε. Και του μίλησαν. Για το ντροπαλό αγόρι που του κατέβασαν κάποιοι το παντελόνι, για το σιωπηρό αγόρι που του άνοιξαν τη μύτη, για το κοντό αγόρι που το κλείδωσαν για δώδεκα ώρες μέσα σε ένα ερμάρι, για το παχουλό αγόρι που το είχαν δείρει λίγες ημέρες πριν και το βρήκαν οι περαστικοί να κλαίει με μια τυρόπιτα πεταμένη κατάχαμα. Αλλού το τυρί και αλλού το ψωμί. Αλλού η ζωή και αλλού τα όνειρα. Και του μίλησαν. Για την κοπέλα με την αλλεργία που της είχαν κάψει τα μαλλιά μια μέρα, για την κοπέλα με το ωραίο πρόσωπο που την έδειχναν δάχτυλα και τη σχολίαζαν απύλωτα στόματα, για την κοπέλα που της κουνούσαν απειλητικά το χέρι και αυτή σώπαινε, για την κοπέλα που την έβριζε μια μέρα ένας «σοφός», την κοιτούσαν πολλοί, αλλά κανείς δεν θύμωσε εξ ονόματός της. Κανείς δεν αντέδρασε. Κανείς δεν λυπήθηκε. Ούτε μια προσποίηση οιμωγής. Έτσι, για το ξεκάρφωμα. Κανείς δεν υπήρχε. Μπρεχτ.

Ο κύριος ανώτερος άκουγε. Ή μήπως δεν άκουγε; Ποιος ξέρει. Ούτε οι δύο συνάδελφοι ήξεραν. Ούτε λέξη δεν ξέφυγε εκείνη τη στιγμή από τον κύριο ανώτερο. Το έρκος των οδόντων ερμητικά κλειστό. Ώχρα. Ανέκφραστη. Αγέλαστη. Ανελαστική. Άκαμπτη. Σχεδόν νεκροφανής. Έμεινε να κοιτάει για λίγη ώρα έτσι. Σχεδόν ακίνητος. Λες και είχαν στερέψει τα ποτάμια και δεν κατεβάζαν λόγια πια. Σήκωσε δειλά το βλέμμα. Ένοχα; Λυπημένα; Ποιος ξέρει. Ούτε οι δύο συνάδελφοι ήξεραν.

Έδωσαν τα χέρια μάλλον χλιαρά. Δεν μπορώ να ξέρω τι είπαν στο τέλος. Δεν μπορώ να ξέρω τι τους είπε στο τέλος. Αν τους υποσχέθηκε κάτι. Πάντως, βγήκαν έξω με την αίσθηση ότι δεν θα γινόταν τίποτε. Τίποτε δεν έγινε. Χάθηκαν οι σημειώσεις. Εξαφανίστηκαν τα πρακτικά. Κάπου θα έχουν πέσει τα χαρτιά και θα πέταξαν τα λόγια και θα σβηστήκαν οι λέξεις, ναι. Αυτό θα ‘ναι. Κάπου θα καθάρισαν τα αίματα και θα πλύθηκαν τα ρούχα και θα επουλώθηκαν οι πληγές στα πόδια και θα ξανακόλλησαν οι μύτες και θα ξαναμπαζώθηκαν οι καρδιές και θα θρυμματίστηκε η αδικία. Μέχρι την επόμενη φορά. Μέχρι την επόμενη αυθαιρεσία θα ‘χει τρομάξει ο κόσμος τόσο πολύ, που θα ‘χουν κλείσει τα στόματα. Αλλιώς... Ξέρουν αυτοί. Ξέρεις και εσύ. Κανόνας. Διαχρονικός, συγχρονικός, αέναος. Οι κραυγές όσων πόνεσαν και πονούν ακούγονται μόνο όσο μια κάποια ώχρα το επιτρέπει.

* Αφιερωμένο στους εκπαιδευτικούς κάθε βαθμίδας, οι οποίοι δεν τρόμαξαν από τις «νουθεσίες» μιας κάποιας ώχρας και βρήκαν το θάρρος να γίνουν η φωνή όσων δεν έχουν φωνή. Υπερασπίσου το παιδί. Μίλα για το παιδί. Γίνε η ελπίδα για το παιδί. Και τώρα. Και πάντα. #stopbulling

*Πανεπιστημιακός/ Φιλόλογος




Comments (1)

  1. Ανδρέας Κλεάνθους:
    Feb 15, 2020 at 05:44 PM

    Πολύ συγκινητικό κείμενο.


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter















455