«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός». Ξαναδιαβάζοντας τον Τ. Σ. Έλιοτ σε καιρό πανδημίας


ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΕΥΑΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ*

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Με αυτούς τους στίχους αρχίζει «Η Ταφή του νεκρού», το πρώτο από τα πέντε μέρη στα οποία διαιρείται το αριστούργημα του Τ. Σ. Έλιοτ, The Waste Land Η Έρημη Χώρα), που δημοσιεύεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1922 και κυκλοφορεί στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1936 σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. Πρόκειται, σύμφωνα με την κριτική,
για ένα από τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα και ένα ποίημα αναφοράς του Υψηλού Μοντερνισμού, το οποίο κατορθώνει, μέσα στους 434 στίχους του, να αποτυπώσει όλες τις χαμένες ελπίδες, τα προδομένα ιδεώδη, την αβεβαιότητα, τον φόβο και τη μοναξιά μιας ολόκληρης γενιάς.

Ο Έλιοτ γράφει το έργο αυτό στον απόηχο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), αλλά και της φοβερής πανδημίας της ισπανικής γρίπης (1918-1920), από την οποία νόσησε και ο ίδιος, και η οποία στοίχισε τη ζωή σε 60 περίπου εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων αρκετές δεκάδες ποιητές και καλλιτέχνες, όπως ο Γάλλος ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ, η Ουγγαρέζα συγγραφέας Μαργκίτ Κάφκα και ο νεαρός αυστριακός ζωγράφος Έγκον Σίλε. Ο Απρίλιος του Έλιοτ είναι λοιπόν ο μήνας ο πιο σκληρός, γιατί, καθώς η «πεθαμένη γη» ανασταίνεται «γεννώντας πασχαλιές», οι «ρίζες απλώνονται γρυπές», και οι «κλώνοι δυναμώνουν», ο δυτικός κόσμος καταρρέει μέσα στο χάος που έφερε ο πόλεμος και η αρρώστια, κι όσοι παρέμειναν ζωντανοί, παλεύουν να κρατηθούν σε μια έρημη χώρα, η οποία έχει απολέσει ό,τι θα μπορούσε να της δώσει κάποια ελπίδα: την αγάπη, την αλληλεγγύη και τον πολιτισμό.

Στις μέρες μας, με το γενικό lockdown και την πανδημία του κορωνοϊού να μετρά σχεδόν τρία εκατομμύρια κρούσματα και ήδη αρκετές δεκάδες χιλιάδες θύματα, ο πρώτος στίχος του Έλιοτ γίνεται δραματικά επίκαιρος, προσλαμβάνοντας νέες διαστάσεις που δεν θα μπορούσαμε καν να διανοηθούμε μερικούς μήνες ενωρίτερα. Όχι τόσο γιατί ο κόσμος στον οποίο ζούσαμε μερικούς μήνες ενωρίτερα ήταν ένας «όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», για να θυμηθούμε και τον δικό μας μεγάλο ποιητή, αλλά κυρίως γιατί οι πληγές του κόσμου αυτού δεν θεωρούσαμε ότι μας αφορούσαν προσωπικά. Οι πόλεμοι δεν ήταν αρκετά κοντά για να διαταράξουν την ησυχία μας. Η αδικία, ο ρατσισμός, ο φανατισμός και η τρομοκρατία δεν παρενέβαιναν στις μικρές καθημερινές μας συνήθειες. Ούτε οι ορδές των προσφύγων και των μεταναστών που συνέρρεαν στα λασπωμένα σύνορα της Ευρώπης, απειλούσαν ουσιαστικά τη μικροαστική μας σιγουριά. Τώρα όμως που οι μητροπόλεις της Δύσης, προπύργια του σύγχρονου πολιτισμού μας, έχουν γεμίσει πτώματα, ο εχθρός είναι anteportas. Έξω από την πόρτα μας κυριολεκτικά, φέρνοντάς μας ξανά αντιμέτωπους με το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και με τις συλλογικές και προσωπικές μας ευθύνες.  

Αλλά είναι και κάτι ακόμα που πλήττει τον καθένα μας ξεχωριστά, αναπροσαρμόζει τις πρόσκαιρες ανάγκες μας και δοκιμάζει τις αντοχές μας.  Όσο εμείς είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας περιμένοντας να περάσει το κακό, ο Απρίλης εκεί έξω έχει στήσει πάλι τον καθιερωμένο του χορό με τον έρωτα «κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα». Όπως ακριβώς και τότε, τον σκληρό Απρίλιο του 1826, από τον οποίο αφορμώνται οι στίχοι αυτοί του Διονύσιου Σολωμού, όταν οι Μεσολογγίτες, μη αντέχοντας άλλο τις συνέπειες της πολύμηνης πολιορκίας, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη Έξοδο που έμελλε να γίνει το Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου, γράφοντας μια ακόμα δραματική σελίδα στη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού. Όσο εμείς λοιπόν μένουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας –σαν άλλοι ελεύθεροι πολιορκημένοι– αναμένοντας την επικείμενη έξοδο που μας τάζουν τα ΜΜΕ, η ανελέητη Άνοιξη της Μεσογείου συνεχίζει να κάνει πολύ καλά τη δουλειά της, «σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία» και φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια τις μεγάλες προσδοκίες, τις αποτυχίες μας, τις ενοχές μας και όλες εκείνες τις οδυνηρές απώλειες που ο γλυκός χειμώνας είχε καταφέρει να σκεπάσει τόσο καλά κάτω απ’ το «το χιόνι της λησμονιάς».

Εκατό χρόνια μετά το The Waste Land, ο Απρίλης του 2020 ήλθε για να επιβεβαιώσει το μόνιμα επίκαιρο της μεγάλης ποίησης και τη γνωστή ρήση του Φρόυντ, «όπου πάω, ανακαλύπτω πως ένας ποιητής έχει πάει εκεί πριν από εμένα».

Σημ. Στις 9 Απριλίου συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από τον θάνατο της μητέρας μου. Ο Τ.Σ. ‘Έλιοτ σε ένα άλλο έργο του, το θεατρικό The Cocktail Party, γράφει πως «αυτό που γνωρίζουμε από τους άλλους ανθρώπους είναι μόνο η μνήμη των στιγμών που τους γνωρίζαμε». Παραφράζοντας τον Έλιοτ, θα έλεγα πως αυτός που μας μένει δεν είναι παρά ό,τι θυμόμαστε από τις στιγμές που περάσαμε μαζί. Είναι Απρίλης, καθόμαστε οι δυο μας σε μια βεράντα γεμάτη ορτανσίες και βασιλικούς, εκείνη μιλάει δυνατά και γελά, κι εγώ την ακούω χαμογελώντας με μόνη παρηγοριά τη σκέψη πως έχει πια απαλλαγεί για πάντα από κάθε οδύνη, λύπη και στεναγμό. Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της.
*Εκπαιδευτικός (Αγγλική Σχολή Λευκωσίας), ερευνήτρια, συγγραφέας

 

 

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter















882