Άγχος σε παιδιά και εφήβους: Συμβουλές για γονείς


ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*  

Το άγχος, ορίζεται ως ένα συναίσθημα, συχνό στην παρέα των συναισθημάτων, που η συχνότητα και έντασή του διαφέρει από άτομο σε άτομο, ενώ αλλάζει σύμφωνα με την περίοδο και τις σχετικές προκλήσεις που συνυπάρχουν. Πριν όμως παθολογικοποιήσουμε το εν λόγω συναίσθημα, ας αναγνωρίσουμε την κανονικότητα και αναγκαιότητά του, αφού το άγχος από τους πρώτους μήνες ζωής του ανθρώπου ενεργοποιείται ως φυσιολογική αντίδραση σε ένα κίνδυνο, με σκοπό να μας προστατεύσει, ή και να μας κινητοποιήσει ακόμα, προς ένα σκοπό.

Με βασικό κριτήριο αξιολόγησης την καθημερινή λειτουργικότητα του ανθρώπου, το άγχος διανύει μια κλινική και παθολογική πορεία, όταν η ένταση και συχνότητα στην εμφάνισή του καθιστούν το άτομο δυσλειτουργικό. Έτσι, ένα παιδί δημοτικής ηλικίας με δυσλειτουργικό άγχος πιθανόν να πανικοβάλλεται στην ιδέα αποχωρισμού από τον γονιό, έχοντας επίσης σωματικά συμπτώματα (όπως στομαχόπονο) που να τον βασανίζουν, προτού ακόμη φτάσει στο σχολείο. Με τον ίδιο τρόπο, ένας έφηβος παγώνει στη σκέψη ότι θα χρειαστεί να περπατήσει ανάμεσα από τους συμμαθητές του για να φτάσει στην τάξη, διστάζει να ψηλώσει το χέρι του, αντιλαμβάνοντας ως απειλητικά τα βλέμματα των υπολοίπων σε ένα δημόσιο χώρο (π.χ., καφετέρια, εμπορικό κέντρο).

Ενώ το κλινικό άγχος εκδηλώνεται στο βαθμό του 7-8% στο γενικό πληθυσμό σε παιδική και εφηβική ηλικία, αυτός ο αριθμός ενδεχομένως να αυξάνεται σημαντικά σε στρεσογόονες, απαιτητικές και δύσκολες περιόδους στις ζωές των παιδιών και εφήβων, όπως εξετάσεις, διαγωνίσματα, άνοιγμα των σχολείων, οικονομικά προβλήματα οικογένειας ή προβλήματα υγείας. Μελετώντας επίσης το κλινικό άγχος κατά την εκδήλωσή του, παρατηρούμε να εμφανίζεται με συνοδά συμπτώματα και συναισθήματα, με τα συχνότερα την αποφυγή, το θυμό και τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Ψάχνοντας τα αίτια, καταλήγουμε στην αντίληψη του άγχους ως ένα πολύ-αιτιακό φαινόμενο, αφού τόσο οι γενετικοί, όσο και οι ατομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες συντελούν στην τελική εμφάνισή του.

Ο ρόλος των Γονέων:

Οι γονείς, η ευρύτερη οικογένεια, όπως και οι εκπαιδευτικοί, είναι πιο συχνά οι πρώτοι που θα αναγνωρίσουν το άγχος σε παιδιά και εφήβους. Σε αρκετές περιπτώσεις, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τα παιδιά να διαχειριστούν το άγχος που νιώθουν, η στάση τους ίσως να είναι περισσότερο «πιεστική» παρά βοηθητική. Με έτοιμο όπλο τη συμβουλή «μην αγχώνεσαι», παροτρύνουμε αρκετοί από εμάς και όχι μόνο οι γονείς, το άτομο που βιώνει άγχος, να επιτύχει το ακατόρθωτο, αφού το άγχος όπως και το κάθε συναίσθημα δεν είναι δυνατόν να μηδενιστεί. Αντί αυτού, όλοι μας, και ιδιαίτερα οι γονείς, θα μπορούσαν να εξηγήσουν στα παιδιά πώς είναι εντάξει να αγχώνονται, ενώ ο σκοπός δεν είναι η εξάλειψη, αλλά η μείωση της έντασης του άγχους.

Ενώ το άγχος καθορίζει τη σκέψη και τη δράση των ανθρώπων, οδηγεί τα παιδιά και ιδιαίτερα τους εφήβους, στην αντίληψη πως όλα είναι δύσκολα και τίποτα δεν θα πάει καλά, ξεχνώντας πολλές φορές το πρωταρχικό τους πρόβλημα και φυλακίζοντας τους εαυτούς τους σε δωμάτια αρνητικότητας και καταστροφολογίας. Έτσι, οι γονείς καλούνται μαζί με τα παιδιά να εντοπίσουν το αγχωτικό ερέθισμα / γεγονός, ώστε η παρέμβαση να είναι περισσότερο ξεκάθαρη και στοχευμένη. Σε αυτό το σημείο, η συμβολή των γονιών είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού ενώ από τη μία θα εξακριβώσουν το ερέθισμα που αγχώνει τα παιδιά (π.χ., με αγχώνει η εξέταση / θα τα πάω χάλια), θα συνεχίσουν στηρίζοντας τα παιδιά στην ανάπτυξη μιας περισσότερο ρεαλιστικής αξιολόγησης της πραγματικότητας (π.χ., έστω και αν με αγχώνει η εξέταση, έχω προετοιμαστεί αρκετά / θα δώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου να ηρεμίσει και θα κάνω ότι πιο καλό μπορώ).

Επιπλέον, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του παιδιού είναι αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου πιθανόν να κριτικάρει αρνητικά τον εαυτό του δίνοντας έμφαση σε αυτά που δεν μπορεί να καταφέρει, παρά σε όλα εκείνα που έχει ήδη επιτύχει και στις ικανότητές του.

Οι γονείς επίσης, καλούνται να ρυθμίσουν τις απαιτήσεις από υψηλές και υπερβολικές, σε φυσιολογικές, τόσο τις δικές τους προς το παιδί, όσο και του ίδιου προς τον εαυτό του. Αρκετές φορές το άγχος, δημιουργείται στην προσπάθειά μας να γίνουμε εξαιρετικοί και αλάνθαστοι… στόχος μη ρεαλιστικός που οδηγεί στη φθορά και τη ματαίωση, παρά στην κατάκτηση και ικανοποίηση.

Τέλος, το μη διαχειρίσιμο άγχος των γονέων, πολλές φορές καθιστά τα παιδιά περισσότερο ευάλωτα στην εκδήλωσή του, αφού μπορούν να παρουσιάσουν και τα ίδια άγχος σαν μια μαθημένη διαδικασία, ενώ επίσης το ανοσοποιητικό σύστημά τους είναι περισσότερο επιρρεπές σε ασθένειες και σωματικά συμπτώματα. Συνεπώς, όλες οι πιο πάνω συμβουλές μπορούν να εφαρμοστούν σε όλο το πλαίσιο της οικογένειας. Ωστόσο, είναι πιθανόν αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα να επιμένει και η διαχείρισή του να είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Εδώ, είναι απαραίτητο χωρίς ενδοιασμούς, ταμπού και δεύτερες σκέψεις, οι γονείς να αποταθούν σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας για την ενίσχυσή τους.

*Σχολική / Εκπαιδευτική Ψυχολόγος

Μέλος Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter















369