1960-2020: Εξήντα χρόνια Ε/Κ Εκπαίδευσης


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ ΠΕΡΣΙΑΝΗ* 

Στις 16 Αυγούστου 2020 έκλεισαν εξήντα χρόνια ζωής της Κυπριακής Δημοκρατίας και, μαζί, και της ελληνοκυπριακής εκπαίδευσης. Στα χρόνια αυτά η εκπαίδευσή μας πέρασε μέσα από πολλές δοκιμασίες και κρίσεις και το εκπαιδευτικό τοπίο άλλαξε δραστικά. Για διευκόλυνση της συνοπτικής θεώρησης της ιστορίας της αυτά τα χρόνια,  θα χωρίσουμε την περίοδο  σε πέντε μικρότερες:

1) Την περίοδο έντονων διαφωνιών για τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της  εκπαίδευσης και αντιφατικών τάσεων  πολιτικοποίησης και  αποπολιτικοποίησής της (1960-1974),

2) Την περίοδο προσπάθειας επούλωσης των πληγών που δέχθηκε από την Τουρκική Εισβολή(1974-1977),

3) Την περίοδο προσπάθειας γενίκευσης της κατώτερης μέσης εκπαίδευσης και αλλαγής του περιεχομένου της ανώτερης μέσης εκπαίδευσης, της εισαγωγής του ολοήμερου σχολείου στη δημοτική εκπαίδευση και της ίδρυσης του πρώτου πανεπιστημίου (1977-2005),

4) Την περίοδο της μεγάλης έμφασης στην εισαγωγή μιας μείζονος μεταρρύθμισης για αλλαγή του προσανατολισμού, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του συνολικού οικοδομήματος της ελληνοκυπριακής εκπαίδευσης καθώς και στην ίδρυση πανεπιστημίων δημόσιων και ιδιωτικών(2005-2018) και

5)  Την περίοδο αναστοχασμού και ανασκόπησης της μέχρι τώρα πορείας  της και  προβληματισμού πάνω σε βασικά προβλήματά της (2018 μέχρι σήμερα).

Ο έντονος διχασμός κατά την πρώτη περίοδο α) για τον προσανατολισμό  της εκπαίδευσης (συνέχιση της ταύτισής της με εκείνη της Ελλάδας Vs αξιοποίηση της ανεξαρτησίας της χώρας για χάραξη ανεξάρτητης πορείας  και β) για το περιεχόμενό της(συνέχιση της έμφασης στην ανθρωπιστική εκπαίδευση Vs μετατροπή ενός αριθμού κλασικών γυμνασίων σε τεχνικές σχολές)  ήταν τόσο έντονος ώστε δίχασε και το Υπουργικό Συμβούλιο (Κ.Σπυριδάκις Vs Ρ.Σολομίδης και Τ. Παπαδόπουλος). Ο διχασμός αυτός ήταν η φυσική συνέπεια και η επέκταση του διχασμού που προκάλεσε η λύση  των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου αλλά και της γοητείας που ασκούσε τη δεκαετία εκείνη στους οικονομολόγους πολιτικούς η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, που έβλεπε την εκπαίδευση κυρίως ως επένδυση. Συνέπεια του πολιτικού κλίματος της εποχής εκείνης ήταν επίσης, από τη μια, η έντονη πολιτικοποίηση των εκπαιδευτικών οργανώσεων-συντεχνιών με δημιουργία Κινήσεων προσκολλημένων στα πολιτικά κόμματα και, από την άλλη, το έντονο αίτημα των εκπαιδευτικών οργανώσεων για αποπολιτικοποίηση με αφαίρεση από το κράτος της εξουσίας να διορίζει, μεταθέτει και προάγει τους εκπαιδευτικούς και  ανάθεσή της σε μια ανεξάρτητη επιτροπή, την ΕΕΥ, κατά το πρότυπο της ΕΔΥ.

Η δεύτερη περίοδος απέδειξε την αφοσίωση, την ευελιξία, την επινοητικότητα και τον δυναμισμό των λειτουργών της εκπαίδευσης και των  εκπαιδευτικών στην αναζήτηση λύσεων στα τεράστια προβλήματα που προκάλεσαν οι χιλιάδες πρόσφυγες μαθητές/τριες (ανάγκη για ηθική στήριξη, ενίσχυση του εθνικού φρονήματος, εξασφάλιση  διδακτικού υλικού, διπλές βάρδιες, φοίτηση σε αντίσκηνα, συσσίτια).

Η τρίτη περίοδος αποτελεί μια πειστική απόδειξη της μεγάλης σημασίας που απέδιδε η κυβέρνηση στην εκπαίδευση ως την ατμομηχανή που θα  τραβούσε την οικονομία και την κοινωνία της Κύπρου προς τα εμπρός. Το 1975, ένα μόνο χρόνο μετά την Εισβολή, η Κυβέρνηση συνέχισε το πρόγραμμα σταδιακής γενίκευσης της μέσης εκπαίδευσης μέσω, πρώτα,   της κατάργησης των διδάκτρων, που είχε αρχίσει δυο χρόνια πριν, και, δεύτερο, της κατάργησης των εισαγωγικών εξετάσεων για τη μέση εκπαίδευση. Δυο χρόνια αργότερα εισήχθη πειραματικά στο Λύκειο το Σύστημα Επιλογής Μαθημάτων (ΛΕΜ) σε μια προσπάθεια, από τη μια, διαφοροποίησης των προγραμμάτων του, ώστε αυτά να συνάδουν περισσότερο προς τις νέες ανάγκες της αγοράς και, από την άλλη, ενθάρρυνσης και διευκόλυνσης των μαθητών να νιώσουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον  για τις σπουδές τους και να εμπλακούν  στο σχεδιασμό τους. Η συνέχεια αυτής της προσπάθειας ήταν περιπετειώδης. Ιδρύθηκαν πρώτα  τρία Ενιαία Λύκεια με την πειραματική ενοποίηση τριών ανθρωπιστικών λυκείων με ισάριθμες τεχνικές σχολές και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν και στη θέση τους με το ίδιο όνομα λειτούργησαν  λύκεια ελεύθερης επιλογής μαθημάτων.

Η τέταρτη περίοδος είναι μια περίοδος 13 χρόνων συνεχών μεταρρυθμίσεων τα αποτελέσματα των οποίων , αν εξαιρέσει κανείς τον νόμο  για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2015,  δεν είναι ακόμα εμφανή. Η περίοδος  ξεκίνησε τον  Αύγουστο του 2005 όταν δημοσιεύτηκε η Έκθεση Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης(ΕΕΜ) της  Επιτροπής Α. Καζαμία με τίτλο Δημοκρατική και Ανθρώπινη Παιδεία  στην Ευρωκυπριακή Πολιτεία. Η Έκθεση είχε τρεις μεγάλες επιπτώσεις, πρώτα, προκάλεσε  μεγάλο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση γενικά, το θεωρητικό υπόβαθρό της και τη μεταρρύθμισή της, δεύτερο,  δημιούργησε υπερβολικές προσδοκίες για τις δυνατότητες εύκολης και ταχείας βελτίωσης της εκπαίδευσης μέσω μεταρρυθμίσεων και ,τρίτο, προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις με τις εισηγήσεις της για τον προσανατολισμό (η Έκθεση  συνιστούσε(σ.29) την «προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης», δηλαδή την αλλαγή του πολιτισμικού στόχου της εκπαίδευσης. Αυτό  θεωρήθηκε  ως σαφής εισήγηση να χρησιμοποιηθεί η ελληνοκυπριακή εκπαίδευση ως εργαλείο για ανακατασκευή της πολιτισμικής ταυτότητας των Ελληνοκυπρίων. Οι αντιδράσεις στην πρόταση αυτή αλλά και εναντίον  της προσπάθειας της κυβέρνησης Χριστόφια να αλλάξει τη διδακτική ύλη του μαθήματος της Ιστορίας είχαν  ως αποτέλεσμα τον σιωπηρό παραμερισμό της Έκθεσης .

Στην πέμπτη περίοδο που ζούμε σήμερα είναι φανερή η ψυχική κόπωση από τα αλλεπάλληλα σχέδια μεταρρύθμισης και το  αίσθημα ματαίωσης από την αποτυχία τους. Αυτά, μαζί με τα επείγοντα προβλήματα που προκάλεσε η πανδημία Covid 19 οδήγησαν σε σιωπηρή αναστολή στην υποβολή νέων μεταρρυθμιστικών σχεδίων και στην επικέντρωση της προσοχής  των αρμοδίων σε πιο βασικά προβλήματα, την επιβίωση των μαθητών και των εκπαιδευτικών από τον Covid 19, τον εμπλουτισμό των διδακτικών προσεγγίσεων μέσω  της ευρύτερης χρήσης της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, την  προβληματική κοινωνική συμπεριφορά των μαθητών  και τη χαμηλή  ποιότητα των μαθησιακών αποτελεσμάτων.

Ολοκληρώνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα 60 αυτά χρόνια ήταν μια περίοδος φιλότιμων προσπαθειών, μεγάλων προσδοκιών, πολλών απογοητεύσεων  και έντονης ιδεολογικής διαπάλης. Η μεγαλύτερη επιτυχία της ήταν η ίδρυση και λειτουργία πανεπιστημίων και η αρνητικότερη εξέλιξη η αποτυχία της να εισαγάγει σύστημα αξιολόγησης των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Ακόμα πιο αρνητικά είναι τα φανερά σημάδια ότι το επικρατούν στη χώρα καθεστώς αλήθειας δεν επιτρέπει κανένα συμβιβασμό των αντικρουόμενων απόψεων. Η όλη εικόνα μοιάζει ήδη πολύ με εκείνη της πορείας της εκπαίδευσης στην Ελλάδα την οποία, ως γνωστόν, ο ιστορικός της εκπαίδευσης Αλέξης Δημαράς περιέγραψε στο βιβλίο του με τίτλο Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε (1973/74).

*Πρώην Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter















431