Ο χρόνος που πέρασε


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*  

Σε μια μικρή έρευνα που έκανα πριν μερικά χρόνια σε  παλιές ελληνοκυπριακές εφημερίδες  διαπίστωσα κάτι πολύ ενδιαφέρον σχετικά με τα  κριτήρια  αξιολόγησης του ρόλου του παράγοντα χρόνου στη συλλογική ευημερία του ελληνοκυπριακού λαού. Συγκεκριμένα, μελετώντας τα κύρια άρθρα που έγραφαν στο τέλος κάθε χρόνου οι αρχισυντάκτες των ελληνοκυπριακών εφημερίδων παρατήρησα ότι σ’ αυτά που γράφτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα  η έμφαση ήταν συνήθως στον χρόνο που έφευγε. Γινόταν ανασκόπηση των κύριων εξελίξεων της λήγουσας χρονιάς και καταβαλλόταν προσπάθεια να ερμηνευθούν οι τρόποι με τους οποίους οι εξελίξεις αυτές  επηρέασαν τη ζωή της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Αντίθετα, μετά τον Α Παγκόσμιο πόλεμο και σ΄ όλη τη διάρκεια του 20ου  αιώνα,  τα κύρια άρθρα του τέλους του χρόνου ήταν ως επί το πλείστον μια άσκηση αποκωδικοποίησης των ενδείξεων και μηνυμάτων που υπήρχαν σχετικά με τις δυνάμεις και τους παράγοντες που φαίνονταν ότι θα διαμόρφωναν το άμεσο μέλλον, και μια προσπάθεια πρόβλεψής του.  Ήταν φανερό πως ο προσανατολισμός των δυο εποχών ήταν πολύ διαφορετικός. Οι λόγοι είναι, νομίζω, αυτονόητοι. Μέχρι τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές ήταν περιορισμένες, η ζωή κυλούσε χωρίς σοβαρές ανατροπές και ο επόμενος χρόνος δεν αναμενόταν  να ήταν διαφορετικός από αυτόν που μόλις τέλειωνε. Γι΄ αυτό σημασία είχε η ανασκόπηση του παλιού χρόνου, η βαθύτερη βίωση των εμπειριών της χρονιάς και η ανάδειξη  μερικών χρήσιμων συμπερασμάτων. Τα πράγματα άλλαξαν δραματικά μετά τον Πόλεμο, όταν οι αλλεπάλληλες επιστημονικές εφευρέσεις έθεσαν σε διαρκή και ταχεία κίνηση μια συνεχή σειρά αλλαγών στην οικονομία, στη δομή και οργάνωση των επαγγελμάτων, των κοινωνικών τάξεων, των πολιτικών συστημάτων και των γεωπολιτικών παιγνιδιών, και γενικά στον τρόπο ζωής.

Δεν ξέρω αν φέτος(2020), λόγω της ιδιαιτερότητας των γεγονότων της χρονιάς, η προτίμηση θα αλλάξει. Οπωσδήποτε από δικής μου πλευράς έκρινα  ότι θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρον στο άρθρο που αποφάσισα να γράψω  να προσπαθήσω να κάνω μερικές σκέψεις σχετικά με την ψυχολογική κληρονομιά που μας αφήνει ο χρόνος αυτός, ένας χρόνος που θα μείνει γνωστός στην ιστορία όχι μόνο για το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών (1 700 000 νεκροί μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου)και της παγκόσμιας οικονομικής καταστροφής που επέφερε στη διάρκειά του η πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και για την πυκνότητα, τη δραματικότητα, τη μοναδικότητα και την καθολικότητα των εμπειριών και συναισθημάτων που προκάλεσε σ΄ όλο τον κόσμο, όπως επίσης και  για τις σοβαρές αλλαγές που είναι πιθανό να  κυοφορούνται ήδη σ’ όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων παγκοσμίως.

Τα δυο πρώτα χαρακτηριστικά που προσδίδουν ιδιαιτερότητα στο χρόνο που πέρασε ήταν η δραματικότητα και η τραγικότητα των στιγμών που ζήσαμε όλο το χρόνο βιώνοντας, από τη μια, την κατά κύματα επέλαση ενός αόρατου εχθρού και τις εκατόμβες νεκρών που προκάλεσε και, από την άλλη, τις διαλυτικές συνέπειες που αυτή η επέλαση είχε σ’ όλες τις πτυχές της ζωής μας. Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό είναι η παγκοσμιότητα των βιωμάτων που ζήσαμε, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας όλη η οικουμένη βίωσε συλλογικά, χάρη στην αναπτυγμένη τεχνολογία των επικοινωνιών, στιγμή προς στιγμή το παγκόσμιο δράμα όλων των λαών που πνίγονταν από τις δαγκάνες του κορωνοϊού αλλά και τη θαρραλέα προσπάθειά τους να επιβιώσουν. Όλη η οικουμένη έζησε συγκλονισμένη την οδύνη του Ισπανού γιατρού που ομολόγησε κλαίοντας πως αναγκάστηκε, λόγω έλλειψης εξοπλισμού, να παίξει το ρόλο του Θεού αποφασίζοντας ποιοι από τους ασθενείς του να ζήσουν και ποιοι (οι ηλικιωμένοι) να πεθάνουν (τους αφαιρούσε τους αναπνευστήρες για να τους χρησιμοποιήσει στους νεότερους), βίωσε τον αβάστακτο πόνο των εκατοντάδων Ιταλών πολιτών που δεν μπορούσαν  ούτε καν να συνοδέψουν τους νεκρούς από κορωνοϊό συγγενείς τους, καθώς οδηγούνταν στην τελευταία τους κατοικία  πάνω σε μια θλιβερή  σειρά φερέτρων φορτωμένων σε καμιόνια, και συνόδεψε στο τραγούδι με δάκρυα στα μάτια τους πολίτες της Βενετίας που τους έβλεπε από την τηλεόραση να τραγουδούν τη νύκτα στα μπαλκόνια τους την άρια  Nessun Dorma (κανένας να μην κοιμηθεί) του Puccini γεμάτοι ενθουσιασμό και πίστη πως στο τέλος θα νικήσουν, όπως και ο ήρωας του έργου (Vincero). Η νίκη αυτή ήλθε και μάλιστα αποτέλεσε την τελευταία συλλογική εμπειρία αυτού του χρόνου, καθώς παρακολουθούσαμε από τους δέκτες μας τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη τους ταυτόχρονους πρώτους εμβολιασμούς στην Κύπρο και σε όλες τις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης.

Πέρα όμως από τις συλλογικές εμπειρίες και βιώματα, πολύ σημαντικές  ήταν και οι  τόσο διαφορετικές από άλλα χρόνια προσωπικές εμπειρίες που ζήσαμε τη χρονιά που μας πέρασε, οι εμπειρίες του εγκλεισμού στο σπίτι, της αναστάτωσης για την αναγκαστική ανατροπή της καθημερινής ρουτίνας, της μοναξιάς, της ψυχικής κόπωσης, της στέρησης της συντροφιάς των παιδιών μας και της απουσίας των συγγενών και των φίλων μας, του πόνου για τους γνωστούς και φίλους που υπόφεραν και πέθαναν από την πανδημία, του φόβου του απρόοπτου θανάτου αλλά και της ελπίδας για τη σωτηρία που θα μπορούσε με την πάροδο του χρόνου να προέλθει από την επιστήμη. Έχω την εντύπωση αλλά και την ελπίδα πως οι δυσάρεστες εμπειρίες από τη μεγάλη δοκιμασία που περάσαμε τον χρόνο αυτό έκαναν πολλούς από μας ψυχικά πολύ πιο δυνατούς και ικανούς να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής με μεγαλύτερη υπομονή, αυτοπεποίθηση και αποτελεσματικότητα   από πριν. Είναι βέβαια και το ευχάριστο συναίσθημα ότι, με την επιμονή  και την εσωτερική πειθαρχία που δείξαμε, καταφέραμε  μια μεγάλη προσωπική και συλλογική  νίκη.





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










813