Ο ρόλος του φιλελληνισμού στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας


     ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*  

 Ο  φιλελληνισμός είναι, πιστεύω,  μεταξύ των πιο δημοφιλών θεμάτων της ελληνικής Επανάστασης στην ελληνική ιστορία, λογοτεχνία και δημοσιογραφία  των δυο αιώνων της ελληνικής ανεξαρτησίας, ιδιαίτερα  βεβαίως κατά τη διάρκεια των δυο περιόδων εορτασμού των 100 χρόνων το 1921 και των 200 χρόνων φέτος. Όπως ήταν φυσικό, η έμφαση τόσο στις ιστορικές μελέτες όσο και στα λογοτεχνικά έργα και τα δημοσιογραφικά άρθρα περί φιλελλήνων ήταν στην αξιόλογη προσφορά τους στην αίσια έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα είτε με τη μορφή της προσωπικής συμμετοχής στον απελευθερωτικό αγώνα (για παράδειγμα, το τάγμα φιλελλήνων που θυσιάστηκε στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1824), είτε της καλλιέργειας φιλελληνικού κλίματος  στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ  με τη διατύπωση φιλελληνικών πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων (Αμερικανός Πρόεδρος Μονρόε, Ιταλός κόμης Σανταρόζα), είτε της πρόκλησης παγκόσμιας συγκίνησης και συμπάθειας για τις σφαγές  του άμαχου πληθυσμού με λογοτεχνικά (Λόρδος Βύρων, Πέρσι Σέλλεϋ, Αλεξάντερ Πούσκιν, Ρενέ Σατωμβριάν, Βίκτωρ Ουγκώ) και  καλλιτεχνικά έργα (ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά). Η ποικίλη αυτή και ουσιαστική προσφορά προκάλεσε μεγάλη αγάπη γι’ αυτούς στις καρδιές των Ελλήνων, η οποία αποτυπώθηκε, μεταξύ  άλλων, στην ανέγερση ανδριάντων και προτομών τους και στην ονομασία οδών και λεωφόρων με  το όνομά τους σε πόλεις μεγάλες και μικρές.

Το σημερινό άρθρο έχει σκοπό να αναδείξει μια σχεδόν άγνωστη  μεγάλη προσφορά των φιλελλήνων, εκείνη της  ουσιαστικής συμβολής τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Η προσφορά αυτή παραμένει σχεδόν άγνωστη, λόγω πιθανώς της υιοθέτησης από πολλούς Έλληνες ιστορικούς  της πλάνης ότι η πολιτιστική ταυτότητα είναι βιολογική, δημιουργείται δηλαδή τελεσίδικα με τη γέννηση  και παραμένει αναλλοίωτη για όλη την ανθρώπινη ζωή. Αυτή η πλάνη συνέβαλε ώστε οι Έλληνες ιστορικοί να παραλείψουν  να μελετήσουν ποια ήταν η πολιτισμική ταυτότητα των υπόδουλων Ελλήνων πριν από τον Διαφωτισμό και πώς αυτή διαμορφώθηκε όταν έμαθαν  από τους Ευρωπαίους για τον μεγάλο πολιτισμό των προγόνων τους. Αν το έκαναν,  θα πρόσεχαν ότι στους πρώτους δυο αιώνες της Τουρκοκρατίας τα συστατικά της νεοελληνικής ταυτότητας ήταν τρία, η Ορθόδοξη πίστη, η ελληνική γλώσσα,  και η ανάμνηση της Πόλης και του τελευταίου Αυτοκράτορα που θα ξυπνούσε για να κυβερνήσει ξανά στη βασιλεύουσα. Τον 18ο αιώνα, την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού, το συστατικό της ελληνικής γλώσσας εξασθένησε λόγω του δανεισμού μεγάλου αριθμού τουρκικών λέξεων, με αποτέλεσμα  αυτή να χάσει σε μεγάλο βαθμό την απωθητική ψυχολογική της δύναμη  να κρατά μακριά τους υπόδουλους από τον εξισλασμισμό.  Γι’ αυτό και τόσο ο Κοσμάς ο Αιτωλός στις περιοδείες του σ΄ όλη την Ελλάδα όσο, και ο εθνομάρτυρας Κυπριανός στην Κύπρο προσπάθησαν να ενισχύσουν την ελληνική γλώσσα με την ίδρυση σχολείων που θα δίδασκαν τα ελληνικά μαθήματα, «τα οποία είναι το μόνον μέσον οπού στολίζουσι τον ανθρώπινον νουν και αποκατασταίνουσι τον άνθρωπον άξιον τω όντι άνθρωπον» (Ιδρυτική Πράξη Ιαν. 1812). Η κατάσταση άλλαξε άρδην στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν  προστέθηκε  στη νεοελληνικήπολιτισμική ταυτότητα ένα πολύ σημαντικό νέο συστατικό, η περηφάνια ότι ήταν οι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων που δημιούργησαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Από τη στιγμή εκείνη οι Νεοέλληνες έγιναν άλλοι άνθρωποι. Απέκτησαν αξιοπρέπεια και  άρχισαν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους και να μη διστάζουν να θυσιάζουν τη ζωή τους για την πατρίδα τους. Τη θέση του παλιού ραγιά πήρε τώρα ο περήφανος  Έλληνας, που πιστεύει ότι είναι ο εκλεκτός λαός και γι αυτό θέλει να φανεί αντάξιος των ένδοξων προγόνων του.

Αυτή η πεποίθηση αποτέλεσε έκτοτε το σημαντικότερο συστατικό της νεοελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα  που πιστοποιούν την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού. Θα αναφέρω δυο. Το πρώτο είναι από την ιστορία και το αναφέρει ο ιστορικός Κ. Δημαράς στο βιβλίο του Νεοελληνικός Διαφωτισμός(σ.57). Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο Βοναπάρτης έγραψε προς τα στρατεύματα του στις 26 Μαρτίου 1797, όταν αυτά πλησίαζαν στον υπόδουλο ελληνικό χώρο, τα εξής: «Θα κολακεύετε την ευαισθησία τους και δεν θα παραλείπετε, στις διάφορες προκηρύξεις τις οποίες θα κάνετε, να μιλάτε για την Ελλάδα, την  Αθήνα, τη Σπάρτη» (σ.57). Το δεύτερο είναι από τη σύγχρονη πραγματικότητα: Ένα από τα ευρήματα της μεγάλης δημογραφικής έρευνας που διεξήγαγε το 2018  το  Pew Research Center σε 34 χώρες της Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με δείγμα 56 000  ενήλικες Ευρωπαίους στο ερώτημα ποιο πολιτισμό θεωρούσαν τον πιο σημαντικό 89% των Ελλήνων απάντησαν ότι ήταν ο δικός τους. Οι επόμενοι ήταν οι Αρμένιοι (84%), οι Γερμανοί (45%) και οι Γάλλοι (36%).

Είναι πολύ καλά  γνωστό ότι αυτοί που καλλιέργησαν το νέο αυτό σημαντικό συστατικό της πολιτισμικής    ταυτότητας στον υπόδουλο ελληνικό χώρο ήταν οι Έλληνες λόγιοι με πρωταγωνιστή τον Κοραή. Αυτοί όμως ήταν επηρεασμένοι από τους ξένους λογίους, πολλοί από τους οποίους ήταν φιλέλληνες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη στους φιλέλληνες και γι’ αυτό τον λόγο.

*Πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου





Comments (0)





Add a new comment:






Newsletter










363