Ανθρωπισμός και οι σημερινές συνθήκες


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*

Το θέμα του ανθρωπισμού ήλθε πρόσφατα στην ελληνική επικαιρότητα εξ αιτίας δυο γεγονότων που συνέβηκαν  στο τέλος Μαΐου της φετινής χρονιάς:

Το πρώτο ήταν η ανακοίνωση στις 31 Μαΐου του Τμήματος  Κλασικών  Σπουδών του Πανεπιστημίου του Princeton ότι από την επόμενη πανεπιστημιακή χρονιά θα εντάσσει φοιτητές χωρίς το προαπαιτούμενο της γνώσης μιας από τις δυο κλασικές γλώσσες Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά (μέχρι την περσινή χρονιά  ήταν απαραίτητη η γνώση μιας από τις δυο στο επίπεδο intermediate). Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το φαινομενικά αντιφατικό αυτό μέτρο, που λύπησε πολύ, όπως φάνηκε από διάφορα άρθρα στις εφημερίδες, τους Έλληνες  φιλολόγους και τους λάτρεις του ελληνικού κλασικού πολιτισμού, γιατί το θεώρησαν ως ένδειξη διεθνούς υποχώρησης της αξίας του, λαμβάνεται για λόγους κοινωνικής ισότητας και, πιο συγκεκριμένα, για σκοπούς ενθάρρυνσης περισσότερων μαύρων  φοιτητών  να ακολουθούν κλασικές σπουδές. Το πανεπιστήμιο διατείνεται στη σχετική ανακοίνωσή του ότι η  σπουδή αυτή  εθεωρείτο μέχρι σήμερα αταίριαστη για τους μαύρους φοιτητές, όπως αποδεικνύεται από τον πολύ μικρό αριθμό μαύρων υποψηφίων.

Το δεύτερο γεγονός ήταν η σύγκληση στις 27 Μαΐου από  την Εταιρεία Συγκριτικής Παιδαγωγικής στην Ευρώπη (CESE) ενός εικονικού σεμιναρίου με θέμα «Αναπλαισιώνοντας τον Ανθρωπισμό: ΗΟυνέσκο και το μέλλον της εκπαίδευσης». Στο σεμινάριο προγραμματίστηκε να γίνει σχετική ενημέρωση από την ορισθείσα  από καιρό Διεθνή Επιτροπή  «για   το μέλλον της εκπαίδευσης σε μια εποχή που το περιβάλλον της αλλάζει  σε μεγάλο βαθμό». Συγκεκριμένα, ο στόχος του σεμιναρίου ήταν  να κατατεθούν σκέψεις και προτάσεις  πάνω στις  οποίες  να βασιστεί μια παγκόσμια συζήτηση σχετικά με πιθανούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να φανταστούμε από την αρχή τους ρόλους της εκπαίδευσης , της μάθησης και της γνώσης για έναν κόσμο αυξημένης περιπλοκότητας,  αβεβαιότητας και  εύθραυστης  υπόστασης πραγμάτων και καταστάσεων.

Και τα δυο γεγονότα δείχνουν καθαρά, πρώτα, ότι ο ανθρωπισμός εξακολουθεί να επιβιώνει εφτά αιώνες μετά την πρωτοεμφάνισή του,   και, δεύτερο, ότι αντιμετωπίζει διαρκώς και νέα προβλήματα από τις συνεχείς  μεταλλάξεις  στον τρόπο  ζωής, στο ανθρώπινο περιβάλλον, στην κοινωνία  και στις ιδέες και αντιλήψεις για τον άνθρωπο και τους ρόλους του. Σχετικά με το θέμα αυτό  είναι χαρακτηριστικά τα ερωτήματα που έθεσε για το συμπόσιο της CESE η ορισθείσα διεθνής επιτροπή :

α) Ποιο είναι το μέλλον του Ανθρωπισμού σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται από την τεχνολογία;

β) Μπορεί να επιτευχθεί  βαθιά οικολογική αλλαγή, όταν ο ανθρωπισμός στην εκπαίδευση συχνά καθορίζεται σε γενικές γραμμές από έναν βλαβερό ανθρώπινο αποκλεισμό  και από άνοδο του λαϊκιστικού εθνικισμού;

γ) Ποιες θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να ήταν οι συνέπειες οποιασδήποτε κίνησης προς καθορισμό καθολικών μέτρων πολιτειότητας και ευημερίας;

δ) Τέλος, θα μπορέσει οποιοδήποτε ευρύ όραμα επιδίωξης αλλαγής πολιτικής να  βρει λύση στις γνωστές απαιτήσεις για συνάφεια, επάρκεια και αποτελεσματικότητα;

Όλα αυτά τα προβλήματα δεν υπήρχαν, όταν διαμορφώθηκε τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά στη Βόρεια Ιταλία το  πνευματικό κίνημα  του Ανθρωπισμού που βοήθησε τον άνθρωπο του ύστερου μεσαίωνα  να απαλλαγεί από τη  θεοφοβία και τον σχολαστικισμό  που τον κρατούσαν δέσμιο  και δεν τον άφηναν να αναπτύξει όλες τις φυσικές, ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις του και να γίνει άξιος του ονόματός του. Η απελευθέρωση του ανθρώπου που ήλθε με την Αναγέννηση τον βοήθησε να κάνει άλματα σε όλους τους τομείς (γράμματα, τέχνες, επιστήμες και την εκπαίδευση). Είναι η εποχή του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Βοκάκιου, του Πετράρχη, του Πουσέν, και του Άλδου Μανούτιου.

Ιδιαίτερα μεγάλες ήταν οι αλλαγές  που έγιναν την εποχή εκείνη, και στη συνέχεια με τον Έρασμο, στις αντιλήψεις για τους στόχους της εκπαίδευσης, τις μεθόδους και το διδακτικό υλικό. Το πιο κατάλληλο υλικό για την ανθρωπιστική μόρφωση (studia humanitatis) θεωρήθηκαν οι ιδέες και τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων κλασικών συγγραφέων, γιατί  καλλιεργούσαν τον νουν και την ψυχή και διαμόρφωναν σωστούς ανθρώπους και ικανούς, ηθικούς, δίκαιους και σώφρονες ηγέτες. Έτσι εξηγείται γιατί οι κλασικές σπουδές έγιναν οι σπουδές για την άρχουσα τάξη σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ. Έτσι εξηγείται η κατάπληξη των Βρετανών αποικιοκρατών στην Κύπρο, γιατί παιδιά γεωργών και κτηνοτρόφων φοιτούσαν σε κλασικά σχολεία  και διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και λατινικά, θέματα που στην Αγγλία διδάσκονταν μόνο τα παιδιά των αριστοκρατών. Έτσι εξηγείται επίσης η προκατάληψη στις ΗΠΑ ότι οι κλασικές  σπουδές ήταν αταίριαστες για τους μαύρους φοιτητές των ΗΠΑ.

Η μελέτη της ιστορίας του Ανθρωπισμού από τον 14ο αιώνα μέχρι σήμερα φανερώνει μια συνεχή προσπάθεια των ανθρωπιστών φιλοσόφων να ερευνήσουν  τους παράγοντες και τις συνθήκες που επηρεάζουν τον άνθρωπο στη ζωή του. Όπως ήταν φυσικό, η έρευνα αυτή  έδωσε  κατά καιρούς διαφορετικές εμφάσεις  με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν  διάφορες μορφές ανθρωπισμού, θρησκευτικός, κοσμικός, μεταανθρωπισμός,  νεοανθρωπισμός. Η προσπάθεια σήμερα είναι να γίνει εμβάθυνση όχι μόνο στον άνθρωπο και τις μεταβαλλόμενες συνεχώς συνθήκες μέσα στις οποίες ζει αλλά και στο τι είναι ο άνθρωπος, όταν ληφθούν υπόψη και τα  ζώα με τα οποία συζεί αλλά και όταν μπουν στην εξίσωση και οι σημερινές έξυπνες μηχανές. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς αλλάζει λόγω της εξέλιξης αυτής η εικόνα του ανθρώπου, ο ρόλος και η ευθύνη του.

*Πρώην αναπλ. καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου  





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










371