Ομιλία και επικοινωνία από την εμβρυϊκή ηλικία


Πως η επικοινωνία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων.

THΣ ΑΝΤΡΕΑΣ-ΡΑΦΑΗΛΙΑΣ ΛΟΥΚΑ*

Η ομιλία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σκέψη και τη νόηση. Η αλληλεπίδραση του παιδιού με την ομιλία ξεκινά από την εμβρυϊκή ηλικία, αναπτύσσεται κατά τη βρεφική και ολοκληρώνεται κατά τη νηπιακή και παιδική σταδιοδρομία. Το παιδί, μέσω της ομιλίας, μαθαίνει να εκφράζει τις επιθυμίες, τις ανάγκες, τους φόβους, τα συναισθήματα, τις ιδέες και απόψεις του ενώ την ίδια στιγμή, επιτυγχάνεται η οριοθέτηση του εγώ, η ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων, η αυτοεκτίμηση και η αυτονομία του, ως μέρος του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Κατά συνέπεια, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλίζονται όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που αφορούν την ομαλή πορεία ανάπτυξης της ομιλίας ώστε το παιδί να κατακτήσει τις βασικές δομές της μητρικής του γλώσσας.

Η επικοινωνία των παιδιών ξεκινά από πολύ νωρίς, αρχικά, με τη μιμόγλωσσα, μ’ ένα βλέμμα, ένα χάδι, το κλάμα, το γέλιο και μια αγκαλιά. Τα μωρά αντιδρούν στον ήχο της φωνής των γονέων, δίδοντας έτσι ένα σημάδι επικοινωνίας. Αργότερα αρχίζει το «βάβισμα» ενώ σταδιακά κατακτούν τη λεξίγλωσσα. Η επικοινωνία, όπως προκύπτει, παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων, τη βελτίωση της αυτοεκτίμησης, τη διευκόλυνση στο παιχνίδι και τις επαφές με  τους συνομήλικους, ακόμη και στην καθημερινή ζωή μέσω της αυτοεξυπηρέτησης.

Η οικογένεια, ως ο κατ’ εξοχήν πρωτογενής φορέας κοινωνικοποίησης, συνδράμει ως προς την προσωπικότητα του παιδιού ενώ οι δευτερογενείς φορείς, όπως το σχολείο και η σχολική τάξη αφορούν τις αξίες, τα νοήματα και τις αντιλήψεις του, εφόδια που αδιαμφισβήτητα θα χρειαστεί μετέπειτα ώστε να υπάρξει αρμονικά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και τις απαιτήσεις των διαφορετικών ρόλων που θα κληθεί να υποδυθεί στη διάρκεια της ζωής του (Πυργιωτάκης, 1984).

Στον αντίποδα, η όποια διαταραχή του λόγου επιφέρει στο παιδί αρνητικές επιπτώσεις οι οποίες σηματοδοτούν την ενήλικη ζωή του. Ιδιαίτερα δε, στα σχολεία, όπου χρησιμοποιούνται πολλές «ετικέτες» για την ταξινόμηση των προβληματικών μαθητών (Γκότοβος, 1997), διαμορφώνεται με τον χρόνο μια συγκεκριμένη εικόνα, μια προϋπάρχουσα αντίληψη για το μαθητή, με την οποία αποκτά μια «δημόσια» ταυτότητα στο σχολείο και στην τάξη επηρεάζοντας έτσι τη συμπεριφορά του και τις εκτιμήσεις των άλλων ενώ ταυτόχρονα ο μαθητής είναι αναγκασμένος να βιώνει μια διαφοροποιημένη, αρνητική επικοινωνία και στάση από τον κοινωνικό του περίγυρο (Δήμου, 2003).

Η κοινωνική απομόνωση και απόρριψη των παιδιών από τους συμμαθητές τους προξενεί ποικίλα προβλήματα. Η απομόνωση φέρει μαρασμό και έκρηξη στο παιδί και έτσι καταλήγει παθητικό και ανίκανο, επιθετικό ή καταστροφικό. Το συναίσθημα της κοινωνικής απομόνωσης αποτελεί τη βασικότερη πηγή για τη δημιουργία του αυτοσυναισθήματος της κατωτερότητας. Οι εμπειρίες αποτυχίας οδηγούν τους μαθητές σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και τελικά σε αποστροφή προς το σχολείο και τις δραστηριότητες.

 

Οι απομονωμένοι μαθητές συνήθως έχουν αίσθηση της κοινωνικής τους απόρριψης και το δείχνουν άλλοτε  αποφεύγοντας να καθίσουν σε διπλανές θέσεις μαζί με τους συμμαθητές τους, είτε αποφεύγουν να συνεργαστούν, να παίξουν και να συνομιλήσουν μαζί τους ενώ άλλοτε, εκφράζονται με αθυροστομία και άσχημη φρασεολογία προς το πρόσωπο τους, γεγονός που δηλώνει προσβολή και υποτίμηση. Βέβαια, η στάση αυτή έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αυτοεικόνα τους, η οποία σχετίζεται με τις προσδοκίες που έχουν οι ίδιοι από τον εαυτό τους αλλά και με τις προσδοκίες που έχουν και οι άλλοι από αυτούς (Γκότοβος, 1995, Λεονταρή, 1996 στο Μπίκος, 2004).

 

Ωστόσο, ο αποκλεισμός των παιδιών από την ομάδα της τάξης, τους στερεί την εξάσκηση βασικών κοινωνικών δεξιοτήτων και την δυνατότητα απόκτησης εμπειριών, σχετικών με τον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί κανείς σχέσεις, φιλίες και επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους άλλους. Έτσι καλλιεργείται το αίσθημα της ανασφάλειας (Καψάλης, 2007).

 

Συνεπώς, η απόρριψη από την ομάδα των συνομήλικων αποτελεί σοβαρό ψυχοπαιδαγωγικό πρόβλημα, το οποίο δύναται να τους συντρίψει αρκεί να αναλογιστούμε το μέγεθος και τον αντίκτυπο που ο αποκλεισμός αυτός επιφέρει στο άτομο μελλοντικά.  Με γνώμονα λοιπόν ένα τέτοιο πιθανό σενάριο, η μελέτη της κοινωνικής συμπεριφοράς των μαθητών και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν είναι σημαντική για τη βελτίωση της προσαρμογής των παιδιών, της σχολικής τους επίδοσης και της έγκαιρης  πρόληψης ψυχικών διαταραχών (Χατζηχρήστου, 1992).

 

Τα προβλήματα λόγου-ομιλίας, αδιαμφισβήτητα, επηρεάζουν όχι μόνο την ικανότητα του παιδιού για λεκτική επικοινωνία αλλά την ίδια του τη συμπεριφορά, τη κοινωνικοποίησή του, την ψυχοσυναισθηματική του ισορροπία και την προσπάθειά του για μάθηση (Κουμπιάς & Φουστάνα, 2003). Όπως είναι πλέον γνωστό η ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού συντελείται ταυτόχρονα σε όλους τους επιμέρους αναπτυξιακούς τομείς (αδρά και λεπτή κίνηση, αντίληψη, κοινωνικότητα, αυτοεξυπηρέτηση, συναίσθημα). Όλες οι περιοχές της ανάπτυξης είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους με αποτέλεσμα οποιαδήποτε καθυστέρηση ή διαταραχή της μιας να επηρεάζει και άλλους τομείς (Νικολάου-Παπαναγιώτου, 1995). Έτσι, προβλήματα στο λόγο και την ομιλία δύναται να οδηγήσουν σε χαμηλή αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση μιας και αποτελούν τις βασικότερες συνιστώσες της έννοιας του εαυτού (Κουμπιάς & Φουστάνα, 2003). Η αυτοαντίληψη είναι η ικανότητά του ατόμου να σχηματίζει μια εικόνα, μια πεποίθηση για τον εαυτό του ενώ η αυτοεκτίμηση αντιπροσωπεύει την αίσθηση  που έχει κανείς για τον εαυτό του και την αξία που του αποδίδει.

Και οι δύο προαναφερθέντες ιδιότητεςσυνδράμουν στη δημιουργία της προσωπικής ταυτότητας κάθε ατόμου, ιδιαίτερα δε κατά την εφηβική ανάπτυξη του. Συνεπώς, τα προβλήματαλόγου και ομιλίας επηρεάζουν τα παιδιά κάθεηλικίας και ιδιαίτερα το νέο στην εφηβική ηλικία.

Κοινή παραδοχή αποτελεί και το γεγονός ότι, ένας από τους βασικούς σκοπούς του παιδιού είναι η εύρεση μιας θέσης στην ομάδα. Σημαντικός παράγοντας στον σχηματισμό της έννοιας του «εγώ», είναι η ανάγκη του αισθήματος του «ανήκει» (Dreikurs & Dinkmeyer, 1992). Έτσι, από μικρή ηλικία το άτομο επιχειρεί να ενταχθεί στο σύνολο της ομάδας που προκύπτει στο περιβάλλον του. Κι ενώ η επιτυχία εισόδου στην ομάδα των συνομηλίκων προκαλεί θετικά συναισθήματα (Douglas, 1997, στο Μπίκος, 2004, σελ. 76), τυχόν απόρριψη από  πλευράς των συνομηλίκων μπορεί να προκαλέσει στο παιδί δυσάρεστα αποτελέσματα όπως αυξημένο άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακόμη και εχθρότητα, που όλα μαζί συνολικά επηρεάζουν,  αρνητικά βέβαια, την μετέπειτα  κοινωνική προσαρμογή του, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε περαιτέρω απόρριψη.

 

Παράλληλα, εντοπίστηκε ότι τα παιδιά τα οποία είχαν δεχτεί την απόρριψη των συμμαθητών τους, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, της πρώτης δημοτικού, είχαν χαμηλότερη σχολική επίδοση και ήταν πιο επιθετικά στο τέλος της χρονιάς (Ladd, 1990, στις Καλαντζή-Αζιζι & Ζαφειροπούλου, 2004, σελ. 275). Όπως πολύ έντονα διαφαίνεται, επομένως, η απόρριψη από την ομάδα των συνομηλίκων, αδιαμφισβήτητα αποτελεί την ίδια στιγμή και σοβαρό ψυχοπαιδαγωγικό πρόβλημα.

 

Το παιδί, ως ο παθών του παρόντος συμβάντος, όπως φάνηκε μέσα από την ανασκόπηση, είτε θα προσπαθήσει να προσελκύσει την προσοχή των γύρω του, θα επιχειρήσει να επιδείξει την παρουσία και τη δύναμη του, είτε θα εκδικηθεί και θα επιδείξει ανικανότητα για να εξαιρεθεί από κάτι είτε θα κρατήσει αδιάφορη στάση επικεντρωμένο σε κάτι άλλο, προσποιούμενο ότι δεν το απασχολεί η ένταξη στην ομάδα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Γκότοβος, Α. (1997). Παιδαγωγική αλληλεπίδραση. Επικοινωνία και κοινωνική μάθηση στο σχολείο. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.

Δήμου, Γ. (2003). Απόκλιση - Στιγματισμός. Αφομοιωτική Θεωρητική Προσέγγιση των Αποκλίσεων στο Σχολείο. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.

Καλαντζή-Αζίζι, Α. και Ζαφειροπούλου, Μ. (2004). Προσαρμογή στο Σχολείο: Πρόληψη και αντιμετώπιση δυσκολιών. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Καψάλης, Α. (2007). Παιδαγωγική Ψυχολογία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αδελφοί Κυριακίδη Α.Ε.

Κουμπιάς, Ε.Λ. & Φουστάνα, Α. (2003). Αυτοαντίληψη Παιδιών Σχολικής Ηλικίας με Προβλήματα Λόγου και Συμπεριφοράς. 9ο Συνέδριο του Πανελληνίου Συλλόγου Λογοπεδικών. Διαταραχές Επικοινωνίας και Λόγου: Πρόληψη, Έρευνα, Παρέμβαση και Νέες Τεχνολογίες στην Υγεία. Ιανουάριος 2003.Αθήνα.

Μπίκος, Κ. (2004). Αλληλεπιδράσεις και κοινωνικές σχέσεις στη σχολική τάξη. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Νικολάου – Παναγιώτου, Α. (1995). Παιδική Ανάπτυξη. Αθήνα: Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας.

Πυργιωτάκης, Ι.Ε. (1984). Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Χατζηχρήστου, Χ. (1992). Εκτίμηση της συμπεριφοράς μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από τους συνομήλικους τους. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 16, 141-164.

Dreikurs, R. & Dinkmeyer, D. (1992). Ενθαρρύνοντας το παιδί στη μάθηση. Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι.

*Πτυχιούχος του Τμήματος Λογοθεραπείας Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου καθώς και του Μεταπτυχιακού τμήματος Ειδικής Ενιαίας Εκπαίδευσης.

 

 





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










996