Η συνεχιζόμενη στην Κύπρο συζήτηση για τους σκοπούς της μάθησης


Και το πρόσφατο μεγάλο επίτευγμα της τεχνητής νοημοσύνης

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*

Όπως ανακοινώθηκε στον τύπο, την προσεχή βδομάδα θα δοθεί στη Βόννη, γενέτειρα του μεγάλου συνθέτη Μπετόβεν, η παγκόσμια πρεμιέρα της δέκατης Συμφωνίας του, την οποία είχε μόλις αρχίσει να γράφει το 1827 όταν πέθανε. Ένα μέρος της συμφωνίας συνέθεσε το 1988 ο Βρετανός μουσικολόγος Barry Cooper και το υπόλοιπο ολοκλήρωσαν  τα τελευταία τρία χρόνια ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι είχαν τροφοδοτηθεί προηγουμένως, όχι μόνο με τα λιγοστά κομμάτια που είχε προλάβει να γράψει ο Μπετόβεν, αλλά και με έργα μουσουργών, όπως των Μπαχ, Χάυντεν και  Μότσαρτ, τα οποία είναι γνωστό ότι είχε υπόψη του όταν τα έγραφε. Το τελικό αποτέλεσμα ενθουσίασε τους μουσικολόγους και συνθέτες και, όπως ήταν φυσικό, εκτόξευσε την αξία της τεχνητής νοημοσύνης στα ύψη.

Ξεκίνησα το άρθρο μου με την πληροφορία αυτή, γιατί ήθελα να τονίσω τη σημασία που δίνουν σήμερα παγκοσμίως όλοι οι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας στη νοημοσύνη, την παραγωγή νέας γνώσης, τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία και, επομένως,  στην ανάγκη όπως η προσφερόμενη εκπαίδευση αλλάξει άρδην τους στόχους, τις προτεραιότητες και τις μεθόδους της, για να μπορέσει να ετοιμάσει τους νέους γι’ αυτού του είδους τον κόσμο. Καθημερινά ωριμάζει πλέον η αντίληψη ότι, σε μια εποχή που οι μηχανές, που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ότι προορίζονταν μόνο για βοηθητική εργασία και όχι για δραστηριότητες που χρειάζονταν πρωτότυπη σκέψη, εξελίχθηκαν μέχρι του σημείου όχι μόνο να ανακαλύπτουν νέα εμβόλια αλλά και να ζωγραφίζουν έργα  της νοοτροπίας του Πικάσσο και να συνθέτουν μουσική  που να θεωρείται ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή ως έργο του Μπετόβεν, δεν μπορεί το έργο της μάθησης στο σχολείο να περιορίζεται σε αποστήθιση του διδακτικού βιβλίου και η αξιολόγηση στην τάξη στην υποβολή μικροερωτήσεων στις οποίες οι απαντήσεις να είναι μονολεκτικές. (Το είδος αυτό της εξέτασης το γελοιοποίησε  πριν έναν αιώνα περίπου ο  «Κουφιοκεφαλάκης»--βλέπε το περιοδικό Η Διάπλασις των παίδων», όταν διερωτήθηκε  ποια ήταν η λογική του δασκάλου να τον ρωτά ερωτήσεις  στις οποίες δεν μπορούσε να απαντήσει και ύστερα να λέει την απάντηση  ο ίδιος ο δάσκαλος (αφού ξέρει τις απαντήσεις, γιατί με ρωτά.

Όπως γράφουν πολλοί ειδικοί στα αναλυτικά προγράμματα και στη διδασκαλία, στην Κύπρο σήμερα  «αντί να διδάσκουμε τους μαθητές, διδάσκουμε το εγχειρίδιο, το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο γίνεται τυφλοσύρτης για μαθητές και εκπαιδευτικούς, ο ρόλος του ενός  διδακτικού εγχειριδίου γίνεται ανασχετικός κάθε αλλαγής. Καθηλώνει σε εκπαίδευση χωρίς νόημα και σε απομνημόνευση μακριά από την καλλιέργεια των δεξιοτήτων ζωής και κριτικής σκέψης».

Αυτού του είδους η διδασκαλία είναι όχι μόνο σπατάλη χρόνου και οικονομικών πόρων αλλά και στέρηση από τη νέα γενιά των δεξιοτήτων που χρειάζονται επειγόντως σήμερα για να επιτύχουν επαγγελματικά και οικονομικά αλλά και για να ζήσουν σωστά και ολοκληρωμένα  απολαμβάνοντας και αξιοποιώντας τον κόσμο της γνώσης και του πολιτισμού.

Το γεγονός ότι η απαίτηση για αλλαγή διατυπώθηκε πολλές φορές και πολύ έντονα  χωρίς κανένα αποτέλεσμα μέχρι σήμερα αποδεικνύει ότι το είδος αυτό της διδασκαλίας όχι μόνο είναι θωρακισμένο από βαθιά και από  πολύ παλιά θεμελιωμένες παραδοχές που είναι πολύ δύσκολο να αγνοηθούν, όπως το ότι η αλήθεια και επομένως η γνώση είναι μια και απόλυτη και ότι αυτή μόνο πρέπει να περιλαμβάνεται στα διδακτικά βιβλία, αλλά και στενά συνδεδεμένο με πρακτικές ανάγκες όπως η επιλογή φοιτητών για τα πανεπιστήμια, οι οποίες  επέβαλαν εκ των υστέρων την  εισαγωγή θεσμών, όπως οι Παγκύπριες Εξετάσεις . Είναι πολύ δύσκολο  να εγκαταλειφθεί ένας αιωνόβιος θεσμός σε μια χώρα που το διδακτικό εγχειρίδιο είναι τόσο σημαντικό ώστε να πηγαίνει στα σχολεία ο ίδιος ο υπουργός παιδείας για να βοηθήσει στη διανομή τους στους μαθητές  και σε μια χώρα στην οποία δεν μπορεί να αρχίσει η διδασκαλία ενός μαθήματος, αν δεν έχει προηγουμένως συγγραφεί και εγκριθεί το κατάλληλο διδακτικό εγχειρίδιο (στην Ελλάδα η διδασκαλία των μαθημάτων Φυσικής Ιστορίας και Φυσικής Πειραματικής εγκρίθηκε το 1836 και πραγματοποιήθηκε το 1874,καθυστέρησε δηλαδή 38 χρόνια γιατί δεν υπήρχε κατάλληλο βιβλίο. Η αντίληψη που επικρατούσε και επικρατεί μέχρι σήμερα είναι ότι η γνώση που προσφέρεται χωρίς διδακτικό βιβλίο είναι εμπειρική, και επομένως ανάξια να ονομάζεται γνώση (Βλέπε Π. Περσιάνη Η εκπαιδευτική γνώση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Ελλάδας 2002, 138).  Αν όμως κάποιοι έχουν την ευθύνη για την κατάσταση αυτή, πρέπει να αποφασίσουν  να αρχίσουν  σιγά σιγά να  καταστρώνουν  ένα σχέδιο μακροπρόθεσμων αλλαγών που θα επιτρέψουν στην εκπαίδευση της χώρας να αρχίσει να ανταποκρίνεται περισσότερο στις νέες ανάγκες. Για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να πεισθούν πρώτα η κοινή γνώμη και οι εκπαιδευτικοί. Σ΄ αυτό πρέπει να συμβάλουμε όλοι.

*Πρώην Αναπλ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου  

 





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










671