Η πολυτέλεια της αποτελεσματικής ενδοοικογενειακής επικοινωνίας


ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*

Η ενδοοικογενειακή επικοινωνία, αποτελεί ένα βασικό παράγοντα τόσο στη διαμόρφωση των σχέσεων, όσο και στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των παιδιών εντός και εκτός τους σπιτικού πλαισίου (Reyes, Ohannessian & Laird, 2016, Theiss, 2018). Υπάρχουν όμως κατάλληλα μοντέλα και τρόποι επικοινωνίας; Τι πρέπει να προσέξουμε ως γονείς, εκπαιδευτικοί, ενήλικες στην προσπάθειά μας να επικοινωνήσουμε με ένα παιδί; Ερευνητές στο χώρο της επικοινωνίας αναφέρουν ότι μόνο το 7% της ανθρώπινης επικοινωνίας μεταφέρεται μέσα από τη λεκτική επικοινωνία. Το υπόλοιπο 93% του μηνύματος, μεταδίδεται από τις μη λεκτικές διαδικασίες επικοινωνίας, όπως τον τόνο της φωνής, τη σωματική κίνηση, τις εκφράσεις του προσώπου (Eaves & Leathers, 2017), κάτι που φανερώνει τον τεράστιο κόσμο μη λεκτικής επικοινωνίας, που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.

Ας δώσουμε σημασία στην πιο πάνω ερευνητική τοποθέτηση. Ο τρόπος με τον οποίο ο συνομιλητής μας αντιλαμβάνεται όσα του μεταφέρουμε, εξαρτάται κατά 93% από τις μη λεκτικές διαδικασίες. Ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου ο συνομιλητής είναι ένα παιδί, χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί στον τρόπο με τον οποίο θα μεταφέρουμε το μήνυμα λεκτικά και μη, ώστε να αποφευχθούν γνωστικές και συναισθηματικές συγκρούσεις. Συχνό φαινόμενο κατά την ενδοοικογενειακή επικοινωνία, αποτελεί η μεταφορά διπλού μηνύματος, φέροντας ως συνέπεια τη σύγχυση του παιδιού. Διπλά μηνύματα μπορούν εύκολα να μεταφερθούν κατά την επικοινωνία, τις περισσότερες φορές χωρίς να το αντιληφθεί ο πομπός, όπως επίσης εύκολα μπορούν να επιδράσουν στα συναισθήματα και στην αντίληψη του δέκτη (Mehrabian, 2017). Διπλά μηνύματα έχουμε οι περισσότεροι το πιο πιθανόν μεταφέρει και λάβει, εντός και εκτός οικογενειακού πλαισίου. Πιο κάτω αναφέρονται δύο παραδείγματα.

Ας σκεφτούμε μια οικογένεια σε περίοδο Χριστουγεννιάτικων γιορτών, όπου γονείς και παιδιά προετοιμάζονται για την ανταλλαγή των δώρων. Το μικρότερο παιδί της οικογένειας, μόλις έχει κάνει μια ζαβολιά η οποία θύμωσε τους γονείς του. Παρόλη την ένταση που προκάλεσε, οι γονείς με θυμωμένο ύφος του δίνουν το δώρο του, περιγράφοντάς του πόσο άτακτος ήταν προ λίγου. Αυτό, αποτελεί ένα ξεκάθαρο παράδειγμα διπλού μηνύματος, όπου το παιδί λαμβάνει ένα δώρο από τους γονείς του, το οποίο συνοδεύεται με επίπληξη. Ένα άλλο παράδειγμα, αποτελεί η επικοινωνία με τα παιδιά μας ενώ είμαστε ιδιαίτερα κουρασμένοι, με αποτέλεσμα την ίδια στιγμή που μιλάμε και ακούμε το παιδί μας, το ύφος και η στάση μας να εκδηλώνουν χαμηλό ενδιαφέρον. Και στις δύο περιπτώσεις, το λεκτικό μήνυμα και το μη λεκτικό μήνυμα συγκρούονται, κάτι που συγχύζει συναισθηματικά τα παιδιά δημιουργώντας τη σκέψη «η μαμά/ο μπαμπάς ενδιαφέρεται να με ακούσει, ή όχι», και γνωστικά «μήπως η ζαβολιά δεν ήταν τόσο σοβαρή, γι’ αυτό οι γονείς μου δίνουν το δώρο μου;».

Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις όπου βρισκόμαστε σε ένταση, είμαστε κουρασμένοι ή απασχολημένοι με κάτι άλλο και καλούμαστε να ακούσουμε τα παιδιά μας, είτε να λάβουμε μια απόφαση για την αντιμετώπιση ενός οικογενειακού ζητήματος; Η συναισθηματική κατάσταση και η επικοινωνία αποτελούν δύο αλληλένδετα στοιχεία που το ένα επηρεάζει το άλλο. Όταν ένα άτομο βρίσκεται σε ένταση και εγρήγορση, τόσο η επικοινωνία όσο και η ακρόαση δεν είναι αποτελεσματική. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ανθρώπινος οργανισμός ενεργοποιεί σημεία του εγκεφάλου και εκκρίνει ορμόνες, οι οποίες φαίνεται να επιδρούν αρνητικά και να μπλοκάρουν την επικοινωνία, τη διαδικασία σκέψης και της ορθής επεξεργασίας των γεγονότων. Αυτό το «κοκτέιλ» ορμονών μειώνει τη δυνατότητα προσοχής και συγκέντρωσης του ατόμου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δώσει την απαιτούμενη σημασία για να κατανοήσει και να επεξεργαστεί τα λόγια του συνομιλητή του (Hooks et al., 2020).  

Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι προτιμότερο οι γονείς να διακόψουν την επικοινωνία, εξηγώντας στα παιδιά ότι χρειάζονται λίγο χώρο και χρόνο μέχρι να ηρεμίσουν και νιώσουν έτοιμοι να ολοκληρώσουν τον διάλογο, κατανοώντας πως όσο «έξυπνο» μηχάνημα και αν θεωρείται ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σε περιπτώσεις γνωστικής και συναισθηματικής υπερφόρτωσης υπολειτουργεί. Είναι σημαντικό να εξηγήσουν στα παιδιά πως όλοι έχουν στιγμές όπου νιώθουν κούραση, ένταση και ανησυχία, και πριν τοποθετήσουν τις σκέψεις τους σε λόγια είναι απαραίτητο πρώτα να ηρεμίσουν, και να προτρέψουν τα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο και αυτά σε αντίστοιχες καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο, «προστατεύουμε» τις στιγμές επικοινωνίας της οικογένειας, οι οποίες αποτελούν ένα από τα βασικά συστατικά της καλής σχέση μεταξύ γονιών και παιδιών. Επιπλέον, οι γονείς καλούνται να εκμεταλλευτούν τις κατάλληλες στιγμές, όπου οι ίδιοι και τα παιδιά τους βρίσκονται σε θέση καλής επικοινωνίας και ακρόασης και να αναπτύξουν τις συζητήσεις που θα ήθελαν. Να ακούσουν ενεργά τα παιδιά τους χαρίζοντάς τους όλη τους την προσοχή, παροτρύνοντάς τα να λειτουργούν και αυτά ως καλοί ακροατές και συνομιλητές με τα άλλα άτομα, ακολουθώντας αποτελεσματικές συνταγές επικοινωνίας, όπως: ακούω, επεξεργάζομαι και μιλώ προσεκτικά και αβίαστα.  

*Σχολική Ψυχολόγος

Μέλος Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










885