Η αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά


ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ Α. ΑΡΑΪΛΟΥΔΗ*

     Πολλές φορές υπάρχουν διενέξεις και συγκρούσεις μεταξύ παιδιών, εκπαιδευτικών και γονέων. Άλλοτε παραπονούνται οι μεν και άλλοτε οι δε πως η συζήτηση δεν θα καταλήξει κάπου και δεν έχει κάποια σημασία να συζητάνε, αφού δεν πρόκειται να ακουστούν και να γίνουν κατανοητά και σεβαστά τα λεγόμενά τους. Πόσες φορές ακούμε από τα παιδιά παράπονα, όπως «δεν με ακούει η μαμά μου ή δεν με καταλαβαίνει η δασκάλα μου». Τι κρύβεται πίσω από αυτές τις εκφράσεις των παιδιών όμως; Ίσως ορισμένες βασικές πτυχές της αποτελεσματικής επικοινωνίας: η ενεργητική ακρόαση και η επικύρωση συναισθημάτων/ενσυναίσθηση. Τα παιδιά αναζητούν και προσδοκούν από τους σημαντικούς ενήλικες του οικείου περιβάλλοντός τους να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους και να τους ακούσουν.

      Ιδιαίτερα σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας παρατηρείται έντονα η ανάγκη αυτή, όπως εκείνη εμφανίζεται συχνά μέσα από προκλητικές συμπεριφορές που αποσκοπούν στη  φθορά υλικών αγαθών και αποκτημάτων. Για παράδειγμα, τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι αδέρφια ή συμμαθητές τείνουν να αρπάζουν/καταστρέφουν μαρκαδόρους ή/και παιχνίδια κάποιου άλλου παιδιού. Σε αυτές τις περιπτώσεις πολλοί γονείς/εκπαιδευτικοί πέφτουν στην παγίδα του να ανταποκριθούν στο παιδί εστιάζοντας στην αντικατάσταση ή επιδιόρθωση του υλικού αγαθού (π.χ. «μην ανησυχείς θα σου πάρουμε καινούριο ή έλα να στο φτιάξω, δεν έγινε κάτι»). Αυτό, όμως, το αδικημένο παιδί βιώνει έντονα συναισθήματα θυμού, στεναχώριας, οργής και ματαίωσης, τα οποία αναμένει να επικυρωθούν μέσα από μια ανάλογη απάντηση: «καταλαβαίνω πως νιώθεις θυμό γι’ αυτό που συμβαίνει και είναι απολύτως φυσιολογικό, διότι το παιχνίδι είναι δικό σου και δεν επιτρέπεται να σου το χαλάνε.». Επίσης, προσδοκεί να δει μια αναμενόμενη συνέπεια στο άλλο παιδί/αδερφάκι που διέπραξε την αδικία, γεγονός που θα εξυψώσει την εμπιστοσύνη του προς τα ενήλικα άτομα και θα του μεταφέρει το μήνυμα πως οι ανάρμοστες συμπεριφορές ακολουθούνται από συνέπειες. Επομένως, προτεραιότητα σε τέτοιες περιστάσεις έχει η λεκτική ανταπόκριση με εστίαση στην επικύρωση των συναισθημάτων που επιφέρει η συμπεριφορά και όχι στην άμεση υλική αντικατάσταση του κατεστραμμένου υλικού. Ακόμα και σε περιπτώσεις δύο μικρών αδερφών που το ένα αρπάζει τα παιχνίδια του άλλου, μία απάντηση όπως «είναι μικρός και δεν καταλαβαίνει, τι να κάνουμε…κάνε λίγο υπομονή», μπορεί να εξοργίσει ένα παιδί, διότι δεν υπάρχει ανταπόκριση στο συναίσθημα που το καταβάλλει και επίσης δεν είναι γνωστικά σε θέση να αντιληφθεί για ποιο λόγο πρέπει να δείξει κατανόηση σε μια τέτοια συμπεριφορά.  Τέλος, μπορεί να του εμπεδωθεί το μήνυμα πως οι γονείς δεν το υπερασπίζονται, όταν συμβαίνουν αδικίες, δεν κατανοούν τα συναισθήματά του ή αμφισβητούν την εγκυρότητα αυτών.

       Σε ένα δεύτερο στάδιο, μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως οι παραπάνω αρχές της αποτελεσματικής επικοινωνίας μπορούν να ενσωματωθούν ομαλά και στα παράπονα, στις υποδείξεις, στις προτροπές και στις παρατηρήσεις που κάνουν οι γονείς/εκπαιδευτικοί προς τα παιδιά, αναμένοντας μια ανταπόκριση. Ο τρόπος όμως που θα διατυπωθούν τα παραπάνω, θα κρίνουν και την εκάστοτε αποτελεσματικότητα και ανταπόκριση του δέκτη. Τις περισσότερες φορές χρειάζεται να είμαστε εξαιρετικά επεξηγηματικοί με τα παιδιά, αναλύοντας το κάθε μεμονωμένο στοιχείο, κάνοντας αναφορά στο ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν ανάρμοστη, ποια είναι η συνέπεια αυτής και ποιο το επικείμενο συναίσθημα που επιφέρει. Επίσης, αναμένουν μια εναλλακτική λύση ως διορθωτική πρακτική και ευκαιρία μάθησης. Έστω πως η συνθήκη έχει ως εξής: ένα παιδί κοροϊδεύει το συμμαθητή του/ ή την αδερφή του/της που προσπαθεί να διαβάσει. Ανταποκρινόμενοι σε μια τέτοια συνθήκη με ασαφή και συνοπτικό τρόπο π.χ. “δεν μου αρέσει αυτό που κάνεις, σε παρακαλώ σταμάτα το”  δεν είναι πάντα ξεκάθαρο σε ένα παιδί τι είναι αυτό που δεν σου αρέσει, για ποιο λόγο και τι μπορεί να κάνει εναλλακτικά. Για το σκοπό αυτό, προτείνεται οι διατυπώσεις παρατηρήσεων να αποτελούνται από βασικά θεμελιώδη στοιχεία, όπως η επεξήγηση της προβληματικής συμπεριφοράς, ο πιθανός αντίκτυπος αυτής σε όλα τα εμπλεκόμενα μέλη, και οι εναλλακτικοί τρόποι συμπεριφοράς. Επιστρέφοντας στο παραπάνω παράδειγμα, θα μπορούσε ένα σχόλιο να αναφέρεται με τον εξής διασαφηνιστικό τρόπο: «Σε παρατηρώ που κοροϊδεύεις την αδερφή σου, ενώ εκείνη προσπαθεί να διαβάσει και φαίνεται να τη δυσκολεύεις ακόμα παραπάνω. Επίσης, βλέπω πως την κάνεις να νιώθει άσχημα, και εγώ στεναχωριέμαι με αυτή την κατάσταση. Θα ήθελα να την αφήσεις να ολοκληρώσει αυτό που κάνει με ησυχία, σε παρακαλώ.». Μπορεί η δυσλειτουργική συμπεριφορά να εξαλειφθεί ή να παραμείνει, σίγουρα όμως έχει εμπλουτιστεί αρκετά, ώστε είτε να επιφέρει μια επιθυμητή αλλαγή είτε να προκαλέσει σε ένα μεταγενέστερο στάδιο έναν προβληματισμό στο παιδί, το οποίο θα αναλογιστεί όλες τις πτυχές της συμπεριφοράς του.  

     Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως τα μοτίβα επικοινωνίας είναι καίριας σημασίας, καθώς διδάσκουν σε ένα παιδί ποιες είναι οι αρχές της αποτελεσματικής επικοινωνίας, του διεγείρουν προβληματισμούς για μια δυσλειτουργική συμπεριφορά, αναπτύσσουν τις υγιείς επικοινωνιακές του δεξιότητες και συμβάλλουν σημαντικά στο να αναχθούν αυτές σε δεξιότητες επίλυσης συγκρούσεων. Μπορεί η αναδιατύπωση/εμπλουτισμός μιας πρότασης να φαντάζει μικρής σημασίας με μια πρώτη ματιά, η καθοριστικής σημασίας επίδρασή της όμως αναδύεται σε πολλαπλά επίπεδα, ενδυναμώνοντας βασικές αξίες όπως ο σεβασμός, η εμπιστοσύνη και η αυτοπεποίθηση των παιδιών. Τέλος, οι μέθοδοι επικοινωνίας μέσα σε μία οικογένεια και σε ένα σχολείο παίζουν σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της ποιότητας των σχέσεων, στο να νιώθουν τα παιδιά ασφαλή και αποδεκτά μέσα σε ένα πλαίσιο που ακούει, σέβεται και ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές τους ανάγκες.

Εγγεγραμμένη Σχολική/Εκπαιδευτική Ψυχολόγος





Comments (0)





Add a new comment:







Newsletter










414