Αγκινάρα (#stopbullying)


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

Βγήκε από την κεντρική είσοδο του σχολείου με βήμα αργό, διστακτικό. Με τη γνωστή αγριάδα στη θωριά. Κοιτούσε δεξιά και αριστερά, με μία ζωηρή, παιχνιδιάρικη ανησυχία στο βλέμμα. Να την έλεγα φόβο; Δεν πάγαινε με την αγριάδα. Έτσι τη σκεφτόμουν την αγριάδα τότε. Αγέρωχη. Σκληρή. Δεν ήξερα. Και δεν μπορούσα να φανταστώ. Άκουγα ιστορίες, διάβαζα πηχυαίους τίτλους στις εφημερίδες, κουνούσα το κεφάλι και ζητούσα να σταματήσει το κακό, να συνωμοτήσει η φύση εναντίον του. Αλλά νόμιζα τα βάσανα μακρινά, τόσο πολύ που τη δική μου την αυλή δεν θα πατούσαν ποτέ. Δεν μπορούσα να ξέρω. Άλλοθι; Βολικό καθώς είναι πάντα και παραμυθητικό; Ίσως. Πάντως, δεν ήξερα. Βρέθηκα – θυμάμαι – και μία φορά έξω από το σπίτι της. Μοσκοβολούσε ο τόπος μαραθόπιτα και καμένο βούτυρο. Χτύπησα το κουδούνι, περίμενα, ξερογλειφόμουν για την πίτα, δεν μου άνοιξε ποτέ. Τι γινόταν στο σπίτι ήξεραν μόνο όσοι άκουγαν και έβλεπαν.

Έφτασε στο κατώφλι του σχολείου και βγήκε στον δρόμο. Άρχισε να περπατά στον δρόμο νευρικά. Ένιωθες βαριά τα πατήματά της. Άρχισε να βηματίζει πιο γρήγορα. Ολοένα και πιο γρήγορα. Κοιτούσε πίσω και έτρεχε. Έστριψε στη γωνία, έφτασε σε αδιέξοδο, πέταξε κατάχαμα την τσάντα, ανέβηκε στον φράκτη και πήδηξε στην άλλη πλευρά. Κρύφτηκε πίσω από κάποια βαρέλια και περίμενε. Σαν πέρασε ώρα, βγήκε, σκαρφάλωσε τον φράκτη ξανά, πέρασε απέναντι και βρήκε την τσάντα της σκισμένη, τα βιβλία της κουρελιασμένα, και μία λευκή φανέλα μαχαιρωμένη. Μάζεψε τα κουρέλια της και τράβηξε για το σπίτι.

Είχα δει και εγώ τη μάνα της. Μία ψηλή, ξερακιανή γυναίκα, με ροζιασμένα χέρια. Ζύμωναν καπάτσα την ζωή. Έπιαναν τον σανό, το τριφύλλι, τα σακιά με τις τροφές, τ’ απίθωναν επιδέξια στις ταΐστρες των ζώων. Περιποιούνταν τη γη, έσκαφταν με τη τσάπα, έπιαναν μία-μία τις πέτρες και τις πετούσαν έξω από το χώμα, όσο αυτό να αφρατέψει, να φτιάξει σώμα εύπλαστο και εύφορο. Έριχναν το νερό στις ελιές και τις καρυδιές – χρόνια τώρα, ίσαμε τα δικά μου και της κόρης της. Γεννηθήκαμε με ένα μήνα μόλις διαφορά. Αλλά ήμασταν πολύ διαφορετικοί. Εκείνη με μία φυσική καπατσοσύνη που ζήλευα. Σε όλα μέσα. Στις παρέες, στα γράμματα. Έπαιζε μπουζούκι το καλοκαιρινά βράδια σε μαγαζιά και της δίνανε χαρτζιλίκι. Την έβλεπα που πήγαινε και αγόραζε κρυφά σοκολάτες στον μικρό της αδερφό. Τη ρώτησα, αν θα μου μάθαινε μπουζούκι. Δοκιμάσαμε μία-δύο φορές. Γελούσε με την αδεξιότητά μου. Της είπα ότι κάποτε θα μάθω και εγώ, γιατί το ήθελα. Γέλασε και με πήρε μία αγκαλιά. Της είπα ότι τη θαυμάζω για αυτό που είναι. Λεβέντικη ψυχή, καπάτσα χέρια, καρδιά που βαστάει. Έστρεψε το πρόσωπό της μακριά. Μήτε χαμόγελο είδα μήτε άκουσα κάτι να πει. Μετρούσε τα λόγια της. Τα ζύγιζε καλά. Κουβέντες λίγες. Κοφτές. Όπως το ξύλο που μάθαμε μετά ότι έτρωγε. Κοφτό στο κορμί και στην ψυχή της. Να πληγώνει και τα δύο. Στο σπίτι και στο σχολείο. Γιατί ήταν γυναίκα για έναν και «αγοροκόριτσο» για τους άλλους, τους πολλούς. Είσαι ή δείχνεις; Απάντηση δεν βρήκα και έμεινα να ρωτάω μόνο.

Πέρασε καιρός από τότε που έτρεχε, που ανέβηκε στον φράκτη δύο φορές, που βρήκε τη τσάντα της πεταμένη χάμω. Ερχόταν στο σχολείο, καθόταν στην πρώτη θέση. Τη ρώτησα πολλές φορές γιατί. «Για να με βλέπουν», είπε. «Για να με προσέχουν». Νόμιζα ότι ήθελε να ξεχωρίζει, να κεντρίζει την προσοχή των άλλων. Μου είπε ότι στην πρώτη θέση είχε φως. Και ήξερα ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς αυτό. Με μάλωσε μια φορά που είπα στον κύρη της ότι κάθεται και κοιτάει τον ήλιο για ώρες. Δεν μου μιλούσε για μία βδομάδα. Και γιατί το κρατούσε για μυστικό; Θα της το έκλεβαν; Θα της έπαιρναν το φως; Τη θέση; Τι στο καλό; Ντροπή ήτανε να κάθεσαι στον ήλιο; Δεν ήξερα.

Μία ημέρα ήρθαν δύο αστυνομικοί στο σχολείο μας και ζητούσαν τη διευθύντριά μας. Στάθηκα και τους κοιτούσα από μακριά. Δεν άκουγα τι έλεγαν, αλλά τους φοβήθηκα. Δίχως να ξέρω γιατί, ασυναίσθητα, σκέφτηκα να μας μετρήσω. Ο Δώρος, ο Χρίστος, ο Γιαννάκης, η Μαρίνα, η Έλλη, το Φυτούιν, το πιο μικροκαμωμένο παιδί της τάξης που τραγουδούσε από το πρωί μέχρι το μεσημέρι που φεύγαμε – ήμασταν, μας είδα, μας βρήκα. Αλλά... Το κουδούνι χτύπησε τρεις φορές. Συγκέντρωση μαθητών. Δεν πρόλαβα καν να τελειώσω την πρόταση. Η διευθύντρια δεν εμφανίστηκε. Η βοηθός της ήρθε. «Να είστε γενναίοι», είπε, «κρατηθείτε, δυστυχώς συμβαίνει κάτι τραγικό». Κοιταχτήκαμε, ξεκινήσαμε ψιλό κουβεντολόι, αλλά κόπασε ο αχός κοφτά. «Παιδιά, η Μύρια δεν είναι μαζί μας. Δεν θα είναι ποτέ ξανά». Μου κόπηκαν τα πόδια.

Μετά από καιρό μάθαμε τι συνέβαινε στο σπίτι. Δεν υπήρχαν πίτες εκεί μέσα. Κι η μυρωδιά από το καμένο βούτυρο, που καραμελώνει, που μαυρίζει λες και από τον ήλιο ψημένο, ήταν από άλλο σπίτι. Στο δικό της υπήρχε μόνο δουλειά. Στα ζώα, στα χωράφια. Και σαν μεθούσε ο κύρης ακουγόταν ο πάταγος στη γειτονιά. Βαρύς ο χτύπος. Θρηνωδία πικρή. Μόνο που κανείς δεν μίλησε ποτέ. Άκουγαν. Αυτοί ήξεραν – ναι. Κανείς δεν μίλησε. Τον φοβούνταν; Δεν τις λυπούνταν; Έβλεπαν τα σημάδια πάνω στη μάνα και το μπόραγε η ψυχή τους να στρέφουν το βλέμμα αλλού; Δεν ήταν η δουλειά τους; Ποια ήταν; Ήθελα να τους πιάσω, να τους ρωτήσω. Θα μου έκλειναν την πόρτα. Θα μου έλεγα να κοιτάω τη δουλειά μου. Κανείς δεν ακούει. Κανείς δεν μιλάει. Είναι σκέτο χάσιμο χρόνου. Άλλωστε, όταν τρέχει το αίμα και πέφτει ξεψυχισμένο ένα παιδί, όλα έχουν τελειώσει.

Κατέληξα. Η ζωή είναι όπως μία αγκινάρα. Τραχιά στην όψη και στο πρώτο άγγιγμα, αν και καλοβαλμένη, σμιλεμένη λες μέχρι την άφθαστη λεπτομέρεια. Τόσο πολύ που μπορείς να δεις πάνω της πρόσωπα και ιστορίες. Την καθαρίζεις με υπομονή, σιγά-σιγά απομακρύνοντας τα φύλλα της. Ανέχεσαι τα τσιμπήματα. Συγχωράς την αναίδεια της αφής, την αγριάδα της σωματοδομής της. Είναι η άμυνά της. Για να προφυλάξει το άνθος και τη σάρκα την εδώδιμη. Η αγκινάρα είναι χαρμολύπη. Μία Μεγάλη Παρασκευή. Μία σταύρωση. Οιμωγή με μία σχισμάδα απάνου της για το φως. Αν αυτό θελήσει ποτέ να πατήσει τον κόρφο της. Και κάθε φορά που θα κοιτάς στο εξής μία αγκινάρα θα ξέρεις ότι σου μοιάζει. Όπως και στη Μύρια – μία από τις πολλές αυτού του κόσμου.

* Το διήγημα αυτό είναι αφιερωμένο σε όσα παιδιά υφίστανται bullying. Στο σχολείο, στο σπίτι, στη γειτονιά, στο πανεπιστήμιο, στο γραφείο, παντού. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Η σιωπή, η ανοχή στο bullying είναι έγκλημα. Είναι μία ακόμα σταύρωση για τα παιδιά, δίχως την ελπίδα της λύτρωσης. Μας χρειάζονται.

*Πανεπιστημιακός/Φιλόλογος (Ακαδημία Αθηνών)




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1247