Το παρόν και το μέλλον του παρελθόντος: Σκέψεις και προβληματισμοί για τις κλασικές σπουδές στην Ελλάδα και διεθνώς


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

   Καταιγιστικές προέκυψαν, πριν από λίγο καιρό, οι εξελίξεις μετά την απόφαση του πανεπιστημίου του Princeton στις ΗΠΑ να καταστήσει προαιρετική τη μελέτη των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών για όσους προπτυχιακούς φοιτητές επιλέξουν να ασχοληθούν συστηματικά με τη μελέτη των δύο αντικειμένων. Πολλές και, ως επί το πλείστον, εύστοχες ήταν οι αντιδράσεις από την επιστημονική κοινότητα των ΗΠΑ, της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου, μολονότι δεν αποφεύχθηκαν (και αυτή τη φορά) αχρείαστες εντάσεις, ανέξοδες εξάρσεις και αδιανόητες επιχειρηματολογικές κενολογίες. Θα ήθελα, με τη νηφαλιότητα που προσφέρει η χρονική απόσταση από τα γεγονότα που πυροδότησαν τις αντιδράσεις, να κάνω δύο επισημάνσεις σχετικά με τη συγκεκριμένη απόφαση του Princeton, αλλά και με την ευρύτερη αμφισβήτηση που υφίστανται τα κλασικά γράμματα και η μελέτη τους.

   Η πρώτη επισήμανση αφορά τη διαφαινόμενη σύνδεση των κλασικών σπουδών με ελιτίστικες, συγκεντρωτικές, ακόμα και ρατσιστικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικο-ιδεολογικές προσεγγίσεις των ανθρώπινων πραγμάτων. Είναι αλήθεια ότι, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Dan-el Padilla Peralta, οι κλασικές σπουδές χρησιμοποιήθηκαν από απολυταρχικά καθεστώτα προς επίρρωση των ιδεολογιών τους και του θεσμικού συστήματος, πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν. Και δεν χρειάζεται να βγούμε εκτός Ελλάδος για να βρούμε παραδείγματα μιας τέτοιας κατάχρησης και κακοποίησης των νοημάτων και συμβολισμών της ελληνικής αρχαιότητας. Ας θυμηθούμε τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» του Ιωάννη Μεταξά και τον τραγέλαφο της λεγόμενης «Πολεμικής Αρετής» των πέτρινων χρόνων της Χούντας. Πρέπει, ωστόσο, να θυμούμαστε ότι το ίδιο το μαχαίρι δεν φταίει για μια δολοφονία, αλλά ο χειριστής του και μόνο. Οι κλασικές σπουδές δεν φταίνε και δεν «αξίζουν» να αποψιλωθούν διδακτικά ή να καταργηθούν εξ ολοκλήρου εξαιτίας της ανοίκειας χρήσης τους από όσους είχαν ανάγκη να εδραιώσουν την εξουσία τοους ή να προσδώσουν κύρος σε αυτήν. Ευθύνη έχουν, κατ’ αποκλειστικότητα, όσοι χρησιμοποίησαν τις κλασικές σπουδές για αλλότριους σκοπούς και με στρεβλό τρόπο. Εκτός αυτού, οι θετικές επιστήμες όπως η ιατρική ή η βιολογία συνδέθηκαν πολύ περισσότερο από τις κλασικές σπουδές με απολυταρχικά και ρατσιστικά ιδεολογήματα και τις εμπράγματες ιστορικές τους καταθέσεις στην ανθρώπινη εμπειρία. Γιατί δεν προτείνει κανείς την κατάργησή τους;

   Είναι, επίσης, αλήθεια ότι στον ελληνόφωνο κόσμο (εν μέρει και στον ευρωπαϊκό), όπου η σπουδή της φιλολογίας υπήρξε για πολλά χρόνια μια καλή και σχετικά προσοδοφόρα επαγγελματική διέξοδος για παιδιά της μέσης και εργατικής τάξης, δεν γίνεται κατανοητή η εμπειρία Άγγλων και Αμερικανών, οι οποίοι έβλεπαν και βλέπουν προνομιούχους γόνους της ανώτερης κοινωνικά και οικονομικά τάξης να ασχολούνται με τις κλασικές σπουδές. Αυτή ακριβώς η παρατήρηση δεν ενισχύει τα επιχειρήματα των κατηγόρων. αντιθέτως, τα υπονομεύει. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε «αυτοματιστικός» ταξικός και κοινωνικο-οικονομικός στιγματισμός των κλασικών σπουδών ούτε ολική απάλειψή τους από τα σχολικά ή τα πανεπιστημιακά προγράμματα διδασκαλίας, επειδή σε ορισμένες χώρες η σπουδή τους είναι συνδεδεμένη με τις όποιες ελίτ. Όταν πονάει το δόντι, το αφαιρείς ή το σφραγίζεις. Δεν κόβεις το κεφάλι του ασθενούς.

   Η δεύτερη επισήμανση αφορά τον χαρακτήρα των δημόσιων παρεμβάσεων ως προς τη χρησιμότητα των κλασικών σπουδών: απαιτείται αποφυγή «ψευδο-επιχειρηματολογικών» ακροτήτων. Απαιτείται ανάδειξη της σημασίας της μελέτης και διδασκαλίας του κλασικού – αρχαιοελληνικού και λατινικού – παρελθόντος μέσα από τεκμηριωμένο, συγκροτημένο και άρτια δομημένο επιστημονικό και ουσιαστικό λόγο. Δεν πείθει κανείς με υπερβολές και εξάρσεις. Τα Αρχαία Ελληνικά δεν είναι – όχι – η γλώσσα των υπολογιστών, ούτε οξυγονώνουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Δεν επιτρέπεται η υποστηρικτική των κλασικών σπουδών επιχειρηματολογία να στηρίζεται σε τέτοιου είδους έξαλλα, αν όχι γραφικά και αφελή, μυθεύματα. Πρέπει να βρούμε τους σωστούς τρόπους προβολής της αξίας της επιστήμης μας στην ευρεία κοινωνία των πολιτών, ώστε να καταφέρουμε να πείσουμε – όχι να προκαλέσουμε το ειρωνικό μειδίαμα ή το άκρατο γέλιο. Η καταστροφολογία, επίσης, δεν βοηθά: η διεθνής εμπειρία και η βιωματική διδακτική ενασχόληση με τα κλασικά γράμματα αποδεικνύουν ότι οι φοιτητές, ακόμα και αν εισέρχονται στα πανεπιστήμια δίχως ουσιαστικές ή στέρεες γνώσεις των κλασικών γλωσσών, έχουν την ικανότητα να κατακτήσουν τις επιθυμητές γνώσεις και κριτικά, ουσιαστικά, σε βάθος να κατανοήσουν τις γραμματικές, συντακτικές και σημασιολογικές δομές των γλωσσών αυτών. Φτάνει να υπάρχουν καλά λειτουργούντα τμήματα κλασικών σπουδών, άρτιες ερευνητικές μονάδες, ρηξικέλευθες διδακτικές πρακτικές και αφοσιωμένοι «μεταφορείς» του κλασικού πνεύματος σε όσους θέλουν να το κατακτήσουν.

   Πώς απαντάμε, λοιπόν, ψύχραιμα και συγκροτημένα στο ερώτημα «Γιατί κλασικές σπουδές;» Δεν φτάνει απλώς να αναφέρουμε το σωστό, σε κάθε περίπτωση, επιχείρημα ότι τα κλασικά γράμματα έθεσαν τις βάσεις του ευρωπαϊκού και του δυτικού εν γένει πολιτισμικού οικοδομήματος. Δεν λέει τίποτε κάτι τέτοιο, όσο ιστορικά βάσιμο και διαχρονικά ορθό και αν είναι, στη νέα γενιά. Η αίσθηση της ιστορικότητας και της συνέχειας του πολιτισμού δεν υπάρχει σε ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας, το οποίο όμως θέλουμε στα ακροατήρια των πανεπιστημιακών μας παραδόσεων και στα ερευνητικά κέντρα της κλασικής φιλολογίας. Τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά – η γλώσσα, η γραμματεία, ο πολιτισμός – μεταφέρουν συμπυκνωμένη τη γνώση και τη σοφία του παρελθόντος. Μαθαίνουμε (και μακάρι να μαθαίναμε) για τον διχασμό ανάμεσα στους Έλληνες που προκαλεί καταστροφές. Μαθαίνουμε για την άνοδο και πτώση κοσμοκρατοριών. Μαθαίνουμε με ποιους τρόπους, μέσα από σκληρούς αγώνες και συνεχείς διεκδικήσεις, κατοχυρώσαμε δικαιώματα για τις γυναίκες, τα οποία δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Μαθαίνουμε τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι αγορητές άλλοτε, για να πείσουν ή να παραπλανήσουν και να χειραγωγήσουν τις μάζες. Μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε, να ξέρουμε και να αποφεύγουμε τις παγίδες του λαϊκισμού και των ακροτήτων. Οι συγκρίσεις με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα στον κόσμο είναι αναπόφευκτες.

   Είναι νομοτελειακό το αξίωμα: όσο αντιμετωπίζουμε το παρελθόν ως τέτοιο – «πεθαμένο», δίχως παλμό, δίχως πνοή – το «κουφάρι» του θα συγκινεί ελάχιστους, τους «ειδικούς», τους λίγους «που αντέχουν», τους ιατροδικαστές και τους νεκροθάφτες. Αν όμως δούμε – και κυρίως αν μάθουμε τα νέα παιδιά να βλέπουν –το παρελθόν ως παρόν που αφορά όλες και όλους μας, αν μάθουμε «να ζούμε» τα κείμενα, αν θελήσουμε να τα δούμε ως μέρος της ζωής μας, της καθημερινότητάς μας και των συγχρονικών μας προβληματισμών, τότε πολλοί θα θελήσουν να τα μελετήσουν επιστημονικά, επαγγελματικά, σοβαρά, συγκροτημένα, με επιμονή, προσήλωση και αγάπη. Το παρόν θα κρίνει το μέλλον του παρελθόντος.

*Πανεπιστημιακός/Φιλόλογος (Ακαδημία Αθηνών)




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1082