Ποδόσφαιρο (#stopbullying)


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

Ξέρεις τι είναι το ποδόσφαιρο; Σε βάζουν στη μέση οι «λεβέντες» και αρχίζουν να σε πετάνε ο ένας στον άλλο. Χτυπήματα, κλωτσιές, σπρωξίματα μέχρι να πέσεις κάτω. Αλλά δεν τελειώνει η μανία. Στο πέσιμο καταγής θεριεύει. Συνεχίζουν να κλωτσάνε. Είναι ικανοί να σε πατήσουν μέσα στον λαιμό. Δεν υπερβάλλω. Δεν σε σώζει το «παρακαλώ». Η ευγένεια και η πραότητα ποτέ δεν έσωσαν κανέναν. Δεν νοούνται για δύναμη, για αδυναμία μάλλον. Ποτέ η καλοσύνη και η ψυχραιμία και ο πολιτισμός δεν μέτρησαν στο ζύγι των ανθρώπων για αρετές. Ο δαιμόνιος Κρητικός με την αιχμηρή, την ακονισμένη γραφίδα, που ήξερε να αφήνει στο χαρτί και στον χρόνο ανθρωπογραφήματα άφταστα στη λεπτομέρεια και στο βάθος, ήξερε. «Ο άνθρωπος είναι χτήνος! (…..) Τούκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια». Ούτε το «βοήθεια» σώζει, φίλε μου, ούτε το «λυπηθείτε με». Τίποτα. Μονάχη ελπίδα να λιποθυμήσεις. Ίσως φοβηθούν και φύγουν – όχι για σένα, μην και έπαθες κάτι, μην και το παράκαναν. Μα, για το σαρκίο τους. Ίσως τρομάξουν ότι κάποιος θα φτάσει, αφού μυριστεί το αίμα σου που σκόρπισε – που το σκόρπισαν. Γιατί στο αίμα φτάνουν κάποιοι. Για να έχουν να βαυκαλίζονται, να ξεχνιούνται και να παραπλανούν τη συνείδησή τους – αν τους έχει απομείνει – με τη δικαιολογία της ακεραίας επιτέλεσης του καθήκοντος. Ήρθαν, μάζεψαν, σκούπισαν, καθάρισαν, τα τέλειωσαν όλα, τι να έκαναν οι άνθρωποι παραπάνω;

Ποδόσφαιρο δεν έπαιξα ποτέ στην ζωή μου. Καλαθόσφαιρα μόνο. Λόγω ύψους. Για να κάνω όσα πιο λίγα μπορούσα σωματοδομικά. Να μη χρειαστεί να τεντώσω το σώμα και πολύ. Να μη χρειαστεί να τρέξω. Δεξιά ή αριστερά από το καλάθι, ένα άνοιγμα των χεριών και στόχος. Εύκολο. Ανώδυνο. Σαν τη φενάκη των υπευθύνων, που τρέχουν στο αίμα το χυμένο στο χώμα και νομίζουν ότι έχουν τρέξει αρκετά, για να κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Ούτε ήξερα ούτε θέλησα να μάθω από ποδόσφαιρο. Αν είχα μάθει, θα είχα την απαίτηση να τρέξω. Κι ας φοβόμουν να φύγω από το γήπεδο της καλαθόσφαιρας. Τώρα κατάλαβα, γιατί με τρόμαζε το γήπεδο του ποδοσφαίρου στο σχολείο στη Γεροσκήπου. Κάτι στην οσμή, κάτι στην όψη με μπέρδευε. Κάτι αλλόκοτο, φόβητρο απόκρυφο, «ξενοκοσμικό». Δεν μπορούσα να το εξηγήσω, αλλά το φοβόμουν. Και την ημέρα. Το φως, λένε, λυτρώνει. Όχι πάντα. Στο φως γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα – έμαθα μετά – και ευλογούνται με το πετραχήλι της αποκάλυψης τα πιο αιμοβόρικα άδικα του κόσμου.

Τον έβλεπα συχνά. Ένα κατάξανθο παιδί, αναψοκοκκινισμένο στο πρόσωπο, με ένα πλεχτό πανωφόρι, συνήθως, γαλάζιο με κόκκινο. Παιδί – έλεγαν – με μαμά από τη Γερμανία. Γιατί το έλεγαν – και οι μεγάλοι ακόμα – δεν κατάλαβα. Καλά οι μικροί. Μικροί είναι. Παιδί δεν ήταν; Αυτό δεν ήταν το θέμα; Αυτό δεν θα είναι πάντα; Γιατί να νοιάζει από πού; Τι θα άλλαζε; Για ποιον; Καθόταν πάντα σε ένα άσπρο μαρμάρινο πεζούλι και έβλεπε το γήπεδο του ποδοσφαίρου. Με μία τυρόπιτα στο χέρι. Το-ν είχα προσέξει. Τίποτε άλλο. Μία τυρόπιτα κυπριακή. Με χαλούμι. Άνοιγε το φύλλο, έπαιρνε το τυρί και το έτρωγε, σηκωνόταν και πετούσε ό,τι είχε απομείνει. Γύριζε και καθόταν πάλι στη θέση του, άνοιγε το σοκολατούχο γαλατάκι του και το έπινε, πετούσε το κουτί και επέστρεφε στη θέση του. Έμενε σχεδόν ακίνητος μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για μάθημα. Κάθε μέρα το ίδιο πρόγραμμα. Χωρίς καμία απόκλιση. Τελετουργία σχεδόν μυσταγωγική. Ιεροκρυφισμός της ψυχής, θα έλεγα σήμερα. Με γεύση πικραμύγδαλου. «Ξινιάρικου», «πικραδερού», «φαρμακολαρύγγιου». Τότε απλώς παρατηρούσα. Τώρα βάνω λέξεις στη σειρά. Όσο το επιτρέπει η δειλία μου. Ένα παιδάκι ντροπαλό, δειλό. Αυτό μάλλον θα λένε. Έλεγαν; Παρελθόν; Παρόν; Δεν έχει νόημα. Ίσως να ‘χουν δίκαιο. Τρόμαζε στη θέα της μπάλας που έφευγε από το γήπεδο του ποδοσφαίρου και ερχόταν καταπάνω του.

Μια ημέρα τον είδα να περπατάει πίσω από τη μαμά του στην αυλή του σχολείου. Αυτή φουριόζα, έξαλλη φαινόταν, θυμωμένη πολύ. Φώναζε, τρέχοντας προς το γραφείο της διεύθυνσης. Και αυτός πιο πίσω, αλλά με γοργό βήμα. Με ένα λευκό μπλουζάκι, όπως και κάθε άλλη φορά, αλλά γεμάτο αίματα. Του φώναξα. Είχε σπασμένη τη μύτη και καταματωμένο το πρόσωπο. Τα χείλη πληγιασμένα και τα μάτια μαύρα. Πήγαμε στη βρύση του σχολείου, για να πλυθεί. Έτριβε τα μάτια του, για να διώξει ένα μικρό λιθαράκι που τον ενοχλούσε και τον έκανε να δακρύζει. Ένα μικρό. Ψιχίο. Η μαμά του τον αγκάλιασε. Τον πήρε από το χέρι και χάθηκαν. Ποτέ δεν μάθαμε τίποτα. Έφυγαν για τη Γερμανία. Η διεύθυνση παρέμεινε σιωπηλή. Θέμα μη γενόμενο. Τυπικό. Αδιάφορο. Πέντε δευτερόλεπτα. Ούτε και τόσα. Λαλίστατη, κατά τα άλλα. Αγαπάμε, έλεγε. Νοιαζόμαστε. Μοναδική μας έγνοια. Μην καταστρέφετε την αυλή. Μη γράφετε στους τοίχους. Δεν μπορώ να σας βλέπω να ρημάζετε το σχολείο. Ναι. Καταλάβαμε. Η αυλή, οι τοίχοι, αυτά δεν είναι; Αυτά.

Τον συνάντησα στην Αθήνα χθες, φεύγοντας από ένα μεγάλο και επιβλητικό, αρχαιοπρεπέστατο, όπως το ωραίο το χθες μας, κτήριο. Ή μάλλον αυτός με συνάντησε. Γιατί το επίμονο κοίταγμα δεν μου έλεγε τίποτε απολύτως. Ούτε το φιλικό χαμόγελο. Καθίσαμε στην αυλή, στον κήπο με το γρασίδι το ωραίο και μιλούσαμε για ώρα. Του είχα υποσχεθεί κάποτε ένα παγωτό. Δεν προλάβαμε. Κυπριακή τυρόπιτα πάλι δεν μπορούσα να βρω. Αλλά έμαθα τι είναι το ποδόσφαιρο. Όχι αυτό που βλέπεις. Φενάκη είναι. Περούκα που τη φοράς και βολεύεσαι στη νάρκη του ψέματος. Γιατί δεν χρειάζεται να δώσεις εξηγήσεις. Έχεις την προθήκη και φτάνει. Φτάνει. Ο άνθρωπος, στ’ αλήθεια. Είναι ή δεν είναι;

«Θεριό ‘ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις».

Στον Αλέξανδρο. Με την ευχή κάποτε να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Το σωματικό ή το άλλο που το αισθάνεσαι βαρύτερα και από τα χτυπήματα στο σώμα. Γιατί δεν κάνει να κλαίει η ψυχή...

*Πανεπιστημιακός/Φιλόλογος




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1886