Ρόδι (#stopbullying)


Ρόδι (#stopbullying)

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

Την είδα να παίρνει ένα κοφτερό μαχαίρι – λεπίδι φαγωμένο στην πέτρα, σε μία καταιγίδα από σπίθες, τις ευχείρωτες αστραπές της ιστορίας, καθώς ό,τι έφτιαξαν οι άνθρωποι ακουμπάει το γυμνό σώμα της απόλυτης και αψεγάδιαστης θειότητας. Έκοψε το κεφάλι, ακολούθησε τον δρόμο των φλεβών, άνοιξε τα μέλη προσεκτικά και χώρισε το σώμα στα δύο. Χτύπησε το πρώτο ημισφαιρικό τμήμα, για να στάξει, σε αιμάτινα δάκρυα, όλη η ιστορία της ανθρωποσύνης. «Δάκρυα από αίμα», μου είπε κάποτε, καθώς καθόμασταν δίπλα-δίπλα. Με μία ελαφρά δόση ειρωνείας στο χαμόγελό της, πρόσεξα. Ναι, Ελένη μου. Δάκρυα από αίμα. Τόσο τέλεια στη μορφή, τόσο καλά σμιλεμένα, όσο όταν ξεψυχάνε ελπίδες και τα κουφάρια τους τα αποζητάει το λευκό τέλος. Για να ματώσει και αυτό. Ίσως αισθάνεται ‘κείνη την ώρα άτρωτο, όσο βαυκαλίζεται στην ιδέα ότι εκδικείται τη ζωή και της ζητάει να ξεψυχήσει στο σώμα του και τη θάβει για πάντα εκεί. Το λευκό είναι – όπως είπαν οι άνθρωποι που ξέρουν, άλλοτε και τώρα – το χρώμα του θανάτου.

Την έβλεπα συχνά να καθαρίζει ρόδια. Μου έλεγε ότι, μετρώντας ένα-ένα τα σπόρια, καθάριζε το μυαλό της. Συνειδητά ή ασυνείδητα. Συχνά μπερδευόταν τόσο πολύ στο μέτρημα που ξεχνούσε ό,τι τη βασάνιζε και έμενε, ώρες και ώρες, να προσπαθεί να βάλει σε τάξη το συμπάν μέσα στον κόκκινο πλανήτη που όριζε αυτή. Κι αν τύχαινε να ξεφύγει το αίμα του και να πέσει στα ρούχα της, τα φύλαγε, μου έλεγε, για τρεις ημέρες, μέχρι να ξεραθεί πλήρως. Το σώμα φέρνει τύχη. Έτσι μου ‘λεγε. Αυτό που νιώθεις στο άγγιγμα. Ακόμα και το άυλο σώμα. Το άχραντο. Των μυστηρίων. Και όταν πέθαινε και αυτό, άφηνε το ρούχο στη θάλασσα, αυτήν που σβήνει κάθε γραμμή, κάθε αμυχή, κάθε γδάρσιμο. Έτσι συνηθίσαμε να περνάμε πολλά μεσημέρια στα παγκάκια έξω από το εκκλησάκι. Τα ρόδια είχαν και μία ιστορία να μας προσφέρουν. Έτσι! Για να μιλάμε και να σχολιάζουμε. Για να μοιραζόμαστε το φαΐ. Μισό-μισό.

Μου είχε πει ότι το καθάρισμα απαιτεί μαεστρία. Δεν θα έπρεπε να πληγώσεις τις φλέβες, ούτε να κόψεις το σώμα. Κάθε τομή πληρώνεται με αίμα. Τη ρώτησα, θυμάμαι, αν τη φοβίζει το λεπίδι. Μου είπε ότι μαθαίνεις να συγκρατείς τον φόβο σου, να τον χειρίζεσαι, να τον κάνεις ολόδικό σου, κτήμα σου, τμήμα του εαυτού σου, σκιά της ζωής σου. Είναι μεγάλο επίτευγμα να κατέχεις τον φόβο σου. Για να τον ορίζεις. Να τον αφήνεις να σε φοβίζει. Αλλά να τον αφήνεις εσύ. Εγώ έβλεπα τα ρόδια μόνο. Δεν μπορούσα να καταλάβω άλλο κάτι. Δεν μπορούσα. Και η μπορετή άγνοια καμιά φορά φτιάχνει πύργους μεγαλειώδεις, έστω κι αν πατούν στην άμμο. Να μην ξέρεις τι κρύβει το μεγάλο κτήριο, το πάλλευκο, στην οπίσθια πλευρά. Να βλέπεις, να χαμογελάς, να θαυμάζεις μόνο. Καμιά φορά η άγνοια βοηθάει.

Πήρε ένα ακόμα ρόδι. Το καθάρισε, άφησε το αίμα του να πέσει πάνω της για τύχη. Όπως πάντα. Και φρόντισε να αβγατίσει το αίμα. Πάτησε τις φλέβες στα χέρια και τον λαιμό. Το αίμα έσμιξε και άρχισε να κυλάει προς τα κάτω αυλακωτά. Έκοψε το κεφάλι σχεδόν, είπαν. Σχεδόν είδαν τα μέλη να ανοίγουν. Προσεκτικά και τούτη τη φορά. Και το μαχαίρι πρόλαβε να πάρει τη θέση του δίπλα στα φύλλα από το ρόδι, δίπλα στο ξέψυχο σώμα του. Τακτοποιημένα. Δεν το περίμενα και εγώ αλλιώς. Και το τότε, εκείνης της ημέρας, και ό,τι ξεψύχησε μετά. Για τον κύριο αφεντικό, αυτόν που ήξερε, με σεμνότητα και αιδημοσύνη, να βάζει τις διοικητικές γραμμές σε τάξη, να τακτοποιεί, να αρχειοθετεί, να συγυρίζει, να μαθαίνει τους άλλους, αλλά χωρίς να είχε μάθει ποτέ τους ανθρώπους του. Για τον κύριο στο πιο ψηλό γραφείο του κτηρίου, σε αυτό με τα ωραία χαλιά, τα ενωμένα γραφεία και τα πολλά βιβλία. Ισολογισμοί άψογοι, εισερχόμενα, εξερχόμενα, φάκελοι στοιχισμένοι, όπως, λες, οι γραμμές των ανθρώπων πριν από την παρέλαση. Να έχουμε να δείχνουμε, αν μας επισκεφτούν οι μεγαλόσχημοι. Αυτοί που μουλιάσαμε στα σάλια, αλλά τους βρίσαμε πολλές φορές. Σιγανά και κρύφια, όπως έχουμε μάθει από άλλους. Να εκτελέσεις, λοιπόν, οφείλεις, να μη μιλάς. Πιστό και υπάκουο ρόδι. Ένα βολικό υποζύγιο, για να μην πω υποπόδιο. Για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας. Για την τάξη, που διατάσσω εγώ. Γιατί έτσι. Για το χαρτί. Για την καρέκλα. Για τον τόνο που πρέπει να κατέβει. Για τους κωδικούς. Για να μη λες. Άσπρα σπόρια, έχει κυλήσει το αίμα. Ποιος νοιάστηκε για τη ψυχή;

Αφιερωμένο στον Γιάννη, στην Αθηνά, στους 50 μαθητές από τη Λάρνακα, στον καθένα και την καθεμιά, στο κάθε γραφείο, στην κάθε υπηρεσία, στο κάθε αρχηγείο της τάξης και της ευπρέπειας. Των χαρτιών και των φακέλων. Των πρεπούμενων συμπεριφορών. Των τόνων που έπεσαν. Κάθε λέξη και μία Ελένη. Μία ακόμα Ελένη.

*Πανεπιστημιακός/Φιλόλογος




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1801