Θέσπιση ειδικού νόμου για ποινικοποίηση του εκφοβισμού: Σκέψεις και προβληματισμοί


TOY ΝIKOY. N. ZENIOY* ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ**

Τί είναι ο «εκφοβισμός»; Ποιοι παράγοντες οδηγούν στην εμφάνισή του και ποια τα επακόλουθα του φαινομένου;

Tα τελευταία έτη, η κυπριακή κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη την εδραίωση και ανησυχητική όξυνση του φαινομένου που καλείται «εκφοβισμός». Στο γενικό του πλαίσιο, η έννοια του «εκφοβισμού», αποσαφηνίζεται ως μία συστηματική και επαναλαμβανόμενη κακοποιητική συμπεριφορά, είτε από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε από ομάδα προσώπων, έναντι ενός άλλου προσώπου ή ομάδας προσώπων, με χαρακτηριστικό την ανισορροπία στη δύναμη και σκοπό την πρόκληση βλάβης, σωματικής ή ψυχολογικής. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, με ιδιάζοντα χαρακτήρα, λόγω της πολυπρόσωπης δράσης του, καθότι εμφανίζεται και λαμβάνει χώρα σχεδόν σε όλες τις εκφάνσεις των κοινωνικών ομάδων (σχολεία, εργασία, φυλακές, οικογένεια κ.α.), υπό ποικίλες μορφές (σωματικός, ψυχολογικός, σεξουαλικός, κοινωνικός, θρησκευτικός κ.α.) και επιδεικνύεται είτε από ενήλικους, είτε από ανήλικους, είτε διαδικτυακά, είτε διά ζώσης. Λόγω της φύσεώς του και, ιδίως του παρατεταμένου και επαναληπτικού στοιχείου που τον διακρίνει, ο «εκφοβισμός» εγκυμονεί κι επιφέρει εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες στους αποδέκτες του, τόσο σε σωματικό, όσο και σε ψυχο-συναισθηματικό επίπεδο, με προεξάρχοντα παραδείγματα την απομόνωση, τις συναισθηματικές διαταραχές, την ακαδημαϊκή ή επαγγελματική σταδιοδρομία του αποδέκτη της συμπεριφοράς και, σε κάποιες περιπτώσεις, τον αυτοκτονικό ιδεασμό.

Στη βάση αυτών, εύλογα θα μπορούσε να ανακύψει το ερώτημα, αναφορικά με το ποιοι είναι οι παράγοντες που οδηγούν ένα πρόσωπο στην υιοθέτηση και επίδειξη μίας τέτοιας κακοποιητικής συμπεριφοράς έναντι ενός άλλου. Εδώ, ακριβώς, υπεισέρχεται, για μία ακόμη φορά, το στοιχείο της πολυμορφίας, που διέπει τον «εκφοβισμό» σε όλο του το φάσμα. Κάποια από τα κίνητρα που πυροδοτούν τα κατά τόπους και περιόδους περιστατικά βασίζονται είτε σε υπαρκτές και πραγματικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, είτε σε διαφορές που εκλαμβάνονται ως τέτοιες από το πρόσωπο που προβαίνει στην πιο πάνω συμπεριφορά, που το ίδιο δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποδεχθεί και τις απορρίπτει, εκλαμβάνοντας, συγχρόνως, το πρόσωπο που διαφέρει μαζί του, ως άνθρωπο κατώτερης αξίας και ύπαρξης, που αξίζει την περιφρόνηση, τη χλεύη και τον εξευτελισμό. Ειδικότερα, ο «εκφοβισμός» μπορεί να εδράζεται σε παρωχημένες αντιλήψεις και προκαταλήψεις που αφορούν το σεξουαλικό προσανατολισμό του αποδέκτη, τη θρησκεία του, τη φυλή του, το φύλο,  τις ειδικές του συνθήκες (π.χ., μαθησιακές δυσκολίες, νοητική υστέρηση, υιοθετημένο τέκνο) και, επιπλέον, σε προσεγγίσεις περί δυνατού και αδυνάμου, όπου ο πρώτος καταλήγει να επιβάλλεται στο δεύτερο με κάθε τρόπο, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται την καταβαράθρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος όπου το φαινόμενο παρατηρείται, το μειωμένο υποστηρικτικό δίκτυο των δεκτών του «εκφοβισμού», η αναποτελεσματική ή μειωμένη προσπάθεια πρόληψης και παρέμβασης, θεωρούνται, με τη σειρά τους, μερικοί από τους αιτιακούς παράγοντες που συνδράμουν στην ανάπτυξη αλλά και διατήρηση του φαινομένου.

 

Η «ανησυχητική» αύξηση του «εκφοβισμού» στην Κύπρο: Τί υποστηρίζουν τα ερευνητικά δεδομένα:

Όπως τέθηκε και προηγουμένως, φαίνεται να υπάρχει όξυνση του φαινομένου και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή η διαρκής εξάπλωση, σε σύγκριση με το παρελθόν, δεν προκύπτει μόνο από τις συχνότερες αναφορές τέτοιων περιστατικών που βλέπουν και το φως της δημοσιότητας. Βασίζονται, συνάμα, σε στατιστικές έρευνες που διεξάγονται, κατά καιρούς, στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες, παρά τους περιορισμούς που δυνατόν να έχουν, αποτελούν έναν επιμετρήσιμο και συνυπολογίσιμο δείκτη προς αυτή την κατεύθυνση. Πράγματι, πρόσφατες έρευνες που διενεργήθηκαν, κατέδειξαν πως, σε οτιδήποτε άπτεται του εργασιακού κι επαγγελματικού περιβάλλοντος, ένας στους δύο εργαζόμενους υποστηρίζει πως έχει υποστεί «εκφοβισμό» (Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, 2022), ενώ, στα σχολεία, σύμφωνα με τα όσα έχουν δημοσιευθεί και από το Υπουργείο Παιδείας, σε δημοσιευμένη έρευνα το 2020, το 14,1%, 900 εφήβων 11-15 ετών, υποστήριξε πως εκφόβισε άλλο άτομο, ενώ, ένας στους τρεις μαθητές ανέφερε ότι δέχεται εκφοβισμό τουλάχιστον μερικές φορές τον μήνα (μέσος όρος της ΕΕ 22 %) (ΟΟΣΑ, 2019).

Οι λογικές ανησυχίες για την εξάπλωση του φαινομένου, εντείνονται, εάν αναλογιστεί κανείς πως, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, οι στατιστικοί δείκτες ταυτόσημης έρευνας που διενεργήθηκε το 2010 ήταν αισθητά μειωμένοι, αφού το 9,4% υποστήριξε πως είχε επιδείξει τέτοια συμπεριφορά, ενώ το 11,3% την είχε υποστεί. Η μεταβολή που παρατηρείται στους στατιστικούς δείκτες οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα πως τα όποια μέτρα είχαν επιστρατευθεί από τους αρμόδιους φορείς για τη διαχείριση και καταπολέμηση του φαινομένου, δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά.

Επιπρόσθετα, κεντρικό εύρημα των ερευνών αποτελεί ο εντοπισμός ενός κυκλικού μηχανισμού που μαρτυρεί πως σε αρκετές περιπτώσεις, ένα από τα προγενόμενα του «εκφοβισμού» αποτελεί η «θυματοποίηση» και ένα από τα επακόλουθα της «θυματοποίησης» αποτελεί ο «εκφοβισμός». Με άλλα λόγια, δέκτες άδικων συμπεριφορών ενδεχομένως να αντιδράσουν εκφοβίζοντας οι ίδιοι άλλα άτομα, με το φαινόμενο αυτό να μεταβιβάζεται από άτομο σε άτομο. Κάτω από αυτή τη σκοπιά, ο «εκφοβισμός» δεν θα ήταν κατάλληλο να θεωρηθεί αποκλειστικά ως ένα σύνολο άδικων συμπεριφορών από το ένα άτομο στο άλλο, αλλά ως η συνέπεια της αδυναμίας αρκετών συστημάτων να προλάβουν και να χειριστούν το φαινόμενο αποτελεσματικά, καταλήγοντας να εξελίσσεται σε ποικίλες μορφές.

Η πολυπλοκότητα και πολυμορφία του φαινομένου, η επικινδυνότητα και σοβαρότητα που ενέχει, οι επιπτώσεις στους αποδέκτες, καθώς και η ανησυχητική αύξηση των στατιστικών δεικτών, οφείλει όχι μόνο να προβληματίσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους, αλλά και να τις οδηγήσει στο να αντικρίσουν, επιτέλους, τον «εκφοβισμό» όχι ως περιστατικό ευκαιριακής επίλυσης, αλλά ως ζήτημα μου μαστίζει και διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό. Στρέφοντας το βλέμμα στη σύγχρονη βιβλιογραφία, γύρω από τους αποτελεσματικούς μηχανισμούς παρέμβασης και μείωσης του φαινομένου, συναντάμε τη συμφωνία μεταξύ των ερευνητών στην εφαρμογή ενός αθροίσματος δράσεων, με την πρόληψη να αποτελεί το πρώτο βήμα. Οι διαφωνίες εντός των κοινωνικών ομάδων είναι αναμενόμενες και φυσιολογικές. Το ζητούμενο είναι από νεαρή ηλικία τα παιδιά να αναπτύσσονται περιτριγυρισμένα από κατάλληλα πρότυπα, οικογένειες, σχολεία και κοινωνίες με ένα ξεκάθαρο σύστημα αξιών, έχοντας την ευκαιρία να παρατηρήσουν και να διδαχθούν αποτελεσματικές μεθόδους διαχείρισης των συγκρούσεων, τον σεβασμό, την ενσυναίσθηση και την ισότητα.

«Εκφοβισμός» και θέσπιση ειδικής νομοθεσίας: Ποια σημεία χρειάζεται να λάβουμε υπόψη;

Στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι και σήμερα, σε νομοθετικό επίπεδο, δεν υπάρχει συγκεκριμένη, ειδική νομοθεσία ή, εν πάση περιπτώσει, ειδική νομοθετική διάταξη που να πραγματεύεται τον «εκφοβισμό» και ό,τι περιστρέφεται γύρω από αυτόν, σε όλες του τις μορφές και τις εκφάνσεις. Συνεπώς, όπως καθίσταται σαφές, η ανυπαρξία οποιουδήποτε ειδικού νομοθετικού πλαισίου στο παρόν στάδιο, συνεπάγεται πως για τον κύπριο νομοθέτη ο «εκφοβισμός» αυτός καθαυτός, ως έννοια νομική και ως αξιόποινη πράξη, δεν υφίσταται και, ως εκ τούτου, δεν παρέχεται νομική βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί ποινική δίωξη που να τον αφορά. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, σε νομοθετικό επίπεδο, η πραγματική διάσταση, έκταση, φύση και σοβαρότητα του φαινομένου είναι άγνωστες, με αποτέλεσμα η ειδική νομοθετική παρέμβαση επί τούτου να καθίσταται αναγκαία. Αυτό, διότι το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο θα συμβάλλει, αφενός, στο να αντικατοπτριστεί και εξεταστεί το φαινόμενο στην πραγματική του φύση και διάσταση, με τις πραγματικές του επιπτώσεις, ενώ, αφετέρου, θα αποσταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην κοινωνία, πως ο «εκφοβισμός» αυτός καθαυτός είναι συμπεριφορά νομικά και κοινωνικά μη αποδεκτή και καταδικαστέα.  Περαιτέρω, η ειδική νομοθετική ρύθμιση θα συνδράμει σε μέγιστο βαθμό, στον ακριβή και σαφή προσδιορισμό της πράξης που θα ποινικοποιηθεί, αποδίδοντας, πλέον, από τον τίτλο και ερμηνευτικά το φαινόμενο στην πραγματική του μορφή («fairlabelling»). Επιπροσθέτως, η ειδική, νομική διαμόρφωση των όσων σχετίζονται με τον «εκφοβισμό», μέσω της δημιουργίας συγκεκριμένων αδικημάτων, με συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία που θα εξετάζονται στις ποινικές διαδικασίες, δίδει και τη δυνατότητα σε εν δυνάμει παραβάτες να προειδοποιούνται και να γνωρίζουν εκ των προτέρων, δηλαδή πριν ασκηθεί η ποινική δίωξη, το πλαίσιο εκείνο εντός του οποίου θα οφείλουν να εντάξουν τη συμπεριφορά τους («fairwarning»), προσέγγιση που αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή του κράτους δικαίου. Παράλληλα, η ειδική νομοθετική ρύθμιση θα πρέπει να καλύπτει όλες τις μορφές του «εκφοβισμού», δίχως να παραλείπεται το οτιδήποτε σχετικό, που θα οδηγούσε, εκ νέου, σε νομοθετικό κενό.

Πέραν των ορθών ερμηνευτικών νομικών προσεγγίσεων, απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη παραγόντων που θα καθιστούν το εν δυνάμει αδίκημα ακόμη σοβαρότερο. Τέτοιοι παράγοντες, δυνατόν να σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την, ενδεχόμενη, ευάλωτη θέση του αποδέκτη της κακοποιητικής συμπεριφοράς ή των εκτεταμένων ψυχολογικών ή άλλων ζημιών που η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε στην ζωή και καθημερινότητά του. Συγχρόνως, απαιτούνται ειδικά νομοθετικά διαβήματα και αυστηρά μέτρα για τον έλεγχο και εποπτεία κάθε αρμόδιας υπηρεσίας και προσωπικού, που θα σχετίζεται με τα περιστατικά αυτά, είτε ως προς τον εντοπισμό, είτε ως προς την προώθηση και διαχείρισή τους. Διακηρύξεις και εγκύκλιοι, των οποίων η ορθή και συστηματική εφαρμογή ενδεχομένως να εγείρει ερωτηματικά αποτελεσματικότητας, ως εκ της ανόδου των περιστατικών, πρέπει να τερματιστούν και να αντικατασταθούν με ακόμη αυστηρότερες προσεγγίσεις, νοουμένου ότι το φαινόμενο που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης είναι εξαιρετικά σύνθετο.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να παραληφθεί και η εξέταση, τυχόν, ευθύνης που μπορεί να φέρουν τρίτοι, δηλαδή θεατές («bystanders»), οι οποίοι είτε υποστηρίζουν το πρόσωπο που επιδεικνύει κακοποιητική συμπεριφορά, είτε γνωρίζουν τι εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους και παραβλέπουν να το αναφέρουν. Αναγκαιότητα υπάρχει και στην ύπαρξη καταρτισμένου προσωπικού, που θα είναι σε θέση να διαχειριστεί οτιδήποτε του τεθεί με σοβαρότητα και επαγγελματισμό, χωρίς να υποβαθμίζει το περιστατικό που του έχει τεθεί, μετατοπίζοντας την ευθύνη στο πρόσωπο που καταγγέλλει, όπως επί παραδείγματι, αντιλήψεις περί υπερευαισθησίας του καταγγέλοντος ή πως ό,τι έγινε ήταν στο πλαίσιο μίας φάρσας. Συναφώς, ο νόμος οφείλει να μεριμνήσει προσφέροντας στην διάθεση του καταγγέλοντος όλη την απαραίτητη υποστήριξη και βοήθεια, προκειμένου να διασφαλίσει την αίσθηση της ασφάλειας και εχεμύθειας που απαιτείται σε αυτές περιπτώσεις, προκειμένου να εξοβελιστεί όποιος φόβος πιθανόν να διακατέχει πρόσωπο που επιθυμεί να καταγγείλει κακοποιητική συμπεριφορά και δεν το πράττει.

Στο σημείο αυτό, μία διευκρίνιση είναι αναγκαία. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, ο «εκφοβισμός» έχει ποικίλες εκφάνσεις, θα πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός του «σχολικού εκφοβισμού», λόγω της εμπλοκής παιδιών, ιδίως της ποινικής τους μεταχείρισης. Ειδικά στην περίπτωση του «σχολικού εκφοβισμού», επειδή ακριβώς η νομοθεσία θα αφορά παιδιά, το ζητούμενο και ο αναγκαίος σκοπός θα πρέπει να είναι η αναμόρφωση και όχι η τιμωρία με την αυστηρή έννοια του όρου, με τρόπο τέτοιο που θα καταστεί δυνατόν να εμφυσηθεί στο παιδί το μη αποδεκτό της πράξης του. Για να επιτευχθεί, όμως, αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει, ενδεχομένως, να προωθηθεί μία συνεργασία και προσέγγιση των αρμόδιων αρχών και κατάλληλου, ειδικά καταρτισμένου προσωπικού. Στείρες ποινικές διαδικασίες, που, στο τέλος της ημέρας, θα λειτουργούν μηχανιστικά για την επιβολή μίας κάποιας ποινής και θα αφήσουν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο επαναδιάπραξης του αδικήματος, θα πρέπει να αποφεύγονται. Η ποινική μεταχείριση ενός παιδιού, ακόμα και στο πλαίσιο ενός ειδικού νομοθετήματος, όπως αυτού περί του οποίου γίνεται λόγος, θα πρέπει να βρίσκεται σε σύμπνοια με τις σύγχρονες αντιλήψεις που διέπουν το ζήτημα της ποινικής μεταχείρισης των παιδιών και να βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το πνεύμα του νέου νόμου για μία δικαιοσύνη φιλική προς τα παιδιά που συγκρούονται με αυτόν, υπό την αυστηρή και αναγκαία προϋπόθεση πως θα επιλυθούν οι παθογένειες που παρατηρούνται κατά την εφαρμογή του τελευταίου. Υπό όλο αυτό το πρίσμα της ποινικής μεταχείρισης των παιδιών, βαρύγδουπες και πομπώδεις εκφράσεις και θέσεις, όπως «δράστης», «θύτης» και «θύμα», θα πρέπει να αποφεύγονται. Η αντικατάστασή τους με άλλες, ηπιότερες, παιδοκεντρικού χαρακτήρα, όπως υποστηρίζεται από κάποιος κύκλους («παιδί που επέδειξε…», «παιδί που ήταν αποδέκτης…»), ίσως να είναι προτιμότερες. Ταυτόχρονα, η ταυτότητα όλων των εμπλεκομένων παιδιών πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι τα παιδιά, λόγω του νεαρού της ηλικίας και της εύθραυστης και ευάλωτης προσωπικότητάς τους, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο, είτε πρόκειται για παιδί που επέδειξε μία συμπεριφορά κατά παρέκκλιση του νόμου, είτε για παιδί που ήταν ο αποδέκτης. Ο στιγματισμός και διαπόμπευσή τους, ειδικά για τα παιδιά που παρεκκλίνουν από τις νομοθετικές διατάξεις, ήδη από το νεαρό στάδιο στο οποίο βρίσκονται, μόνο αρνητικά μπορεί να επενεργήσει για την περαιτέρω ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Ειδικές νομοθετικές διατάξεις πρέπει να τεθούν στην περίπτωση που παιδί είναι αποδέκτης συμπεριφοράς «εκφοβισμού» από προσωπικό του σχολείου, με αυστηρές κι ανελαστικές προσεγγίσεις. Από την άλλη, παιδιά που βίωσαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποστηριχθούν από κατάλληλο και καταρτισμένο προσωπικό, που θα είναι σε θέση να επουλώσει, στο βαθμό του δυνατού, τα προκληθέντα τραύματα, προκειμένου να συνεχισθεί απρόσκοπτα η ομαλή πορεία της ζωής τους.

Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία και σύνεση στον τρόπο που θα προσεγγίζεται έκαστο μέρος, ακόμα και για σκοπούς ποινικού δικαίου και ποινικής δικαιοσύνης, με κοινή συνισταμένη και παρανομαστή της κάθε ενέργειας το κράτος δικαίου και το κράτος προνοίας, με πλήρη αντίληψη και κατανόηση της ευάλωτης τους θέσης. Επίσης, δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί και η αναγκαιότητα του προσωπικού των σχολείων να είναι κατάλληλα προετοιμασμένο και εκπαιδευμένο, μέσω της διαρκούς και υποχρεωτικής επιμόρφωσης, με παράλληλη δράση εποπτικών μηχανισμών, τόσο αναφορικά με την εν λόγω επάρκεια, όσο και με την πιστή εφαρμογή των μέτρων που θα πρέπει να λαμβάνονται στα σχολεία, ως προς το υπό συζήτηση φαινόμενο. Βασικός πυλώνας της οποιασδήποτε πολιτικής, ενδείκνυται η πρόοδος και ευημερία και των εμπλεκομένων παιδιών. Ως εκ τούτου, μια τέτοια νομοθεσία μπορεί να φανεί ωφέλιμη και ως προς τα παιδιά που παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία που θα τεθεί, εάν δεν επικεντρώνεται σε αυστηρά τιμωρητικές πρακτικές, αλλά έχει ως κεντρικό στόχο την ψυχοεκπαίδευση και ενδυνάμωσή τους, σε κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, όπως και ενδοατομικές αξίες. Κάτω από αυτή την προσέγγιση, η νομοθεσία κατά του «εκφοβισμού» μπορεί να αποτελέσει ένα πρόσφορο μέτρο για την καταπολέμηση, στο βαθμό του δυνατού, του φαινομένου.

Τέλος, πρέπει να τεθεί το εξής. Η ποινικοποίηση δεν είναι πανάκεια. Δεν αποτελεί τη μαγική λύση αυτού του δυσεπίλυτου και εξαιρετικά σύνθετου προβλήματος. Η ποινική νομοθεσία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, πως περισσότερο λειτουργεί κατασταλτικά, δηλαδή έρχεται να αντιμετωπίσει κάτι τη στιγμή που φέρεται πως έχει ήδη τελεστεί και εκφράζει την νομική και κοινωνική αποδοκιμασία της πράξης που ποινικοποιεί. Δεν είναι προληπτικός μηχανισμός αυτός καθαυτός. Ακόμα και στην περίπτωση που τελεσφορήσουν οι ποινικές διαδικασίες, κάποιος άνθρωπος, παιδί ή ενήλικας, υποφέρει από τα όσα έχει βιώσει. Δεν επουλώνονται τα τραύματά του από την διεκπεραίωση της ποινικής διαδικασίας. Το ζητούμενο, επομένως, είναι να διαμορφωθούν όλες εκείνες οι αναγκαίες συνθήκες και προϋποθέσεις, που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση χαρακτήρων των ανθρώπων, που θα είναι σε θέση να αποβάλλουν προβληματικές αντιλήψεις και να αποδέχονται οτιδήποτε θεωρούν πως διαφέρει σε σχέση με εκείνους. Να απαλλαγούν από προκαταληπτικά στεγανά, να γαλουχούνται με τις ηθικές αξίες εκείνες, που πρεσβεύουν τον σεβασμό απέναντι στον συνάνθρωπό τους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, την αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την υποστήριξη και την αλληλεγγύη εκεί όπου χρειάζεται. Αυτή είναι η πεμπτουσία της πρόληψης. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται παραβατικός, με προβληματικές αντιλήψεις και σκέψεις και με πρόθεση να βλάψει τον συνάνθρωπό του. Ο χαρακτήρας και η ψυχοσύνθεσή του διαπλάθονται καθώς μεγαλώνει. Σε αυτά τα στάδια, πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει και το σχολείο και η έμφαση επιβάλλεται να δοθεί από τις αρμόδιες αρχές εκεί. Το σχολείο, η εκπαίδευση, επιτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο, αφού η συνδρομή του στην ανάπτυξη των παιδιών, που μεταγενέστερα ενηλικιώνονται ως άνθρωποι με διαμορφωμένη πια προσωπικότητα, είναι καίριας σημασίας. Ως άμεση απόρροια αυτού, παράλληλα με την θέσπιση ενός ειδικού νομοθετικού πλαισίου, το κράτος οφείλει να μεριμνήσει και να οργανώσει την εκπαίδευση των παιδιών με τρόπο τέτοιο που θα καταστήσει δυνατή την υλοποίηση των όσων τέθηκαν προηγουμένως, στο προληπτικό πλαίσιο, μέσω προγραμμάτων σπουδών και εξειδικευμένου προσωπικού. Η διαφαινόμενη υποβάθμιση ή παραγνώριση του ρόλου της εκπαίδευσης σε αυτά τα ζητήματα, πρέπει να παύσει να υπάρχει. Ο ρόλος της εκπαίδευσης και η καίρια σημασία της παρεμβολής της αποτελούν την κορωνίδα της προληπτικής δράσης και, ως εκ τούτου, πρέπει να διαφεντεύουν το δημόσιο διάλογο που θα οδηγήσει στην θέσπιση των απαιτούμενων μέτρων για την αναχαίτιση του φαινομένου.

Βεβαίως, τα όσα έχουν προαναφερθεί, αποτελούν μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα προληπτικής δράσης, με τον κατάλογο να περιλαμβάνει διάφορες μεθόδους πρόληψης. Αυτό, όμως, που παραμένει είναι ότι η ποινικοποίηση καταλαμβάνει μία πτυχή της λύσης, δεν αποτελεί όμως τη λύση στο πρόβλημα. Ειρήσθω εν παρόδω, πως η έρευνα που αφορούσε τα περιστατικά του εκφοβισμού σε ανήλικους, διενεργήθηκε σε παιδιά ηλικίας 11-15 ετών. Στην Κυπριακή Δημοκρατία και σε όσα προνοούνται στην κυπριακή έννομη τάξη, δεν μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 14 ετών. Με δεδομένη την αύξηση και αυτών των περιστατικών μεταξύ ανηλίκων, ίσως να έχει φθάσει η στιγμή διενέργειας ενός εποικοδομητικού και γόνιμου διαλόγου, σχετικά με το κατά πόσο το όριο αυτό θα πρέπει να παραμείνει ως έχει ή να μειωθεί, ανοίγοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δρόμο για τη διαχείριση και περιστατικών «εκφοβισμού» σε μικρότερες ηλικίες.

Συμπερασματικά, ο «εκφοβισμός» εδραιώνεται και εξαπλώνεται. Η σοβαρότητά, εξάπλωση και επικινδυνότητά του, οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα πως, πλέον, έχει καταστεί, χωρίς περιστροφές, άγονες συζητήσεις και γενικές διακηρύξεις, αδήριτη και επιτακτική η ανάγκη υιοθέτησης μέτρων και ολιστικών προσεγγίσεων, τόσο σε προληπτικό, όσο και σε κατασταλτικό επίπεδο, που θα συμβάλλουν ουσιαστικά και πρακτικά στην άμβλυνση του φαινομένου. Υπογραμμίζεται, εκ νέου, πως η θέσπιση ενός ορθού ειδικού νομοθετικού πλαισίου είναι αναγκαία κι επικροτείται. Όμως, η αποκλειστική επικέντρωση σε αυτή την υιοθέτηση, δύναται να ελλοχεύει κινδύνους υποβάθμισης και αποσιώπησης της προληπτικής δράσης. Το ένα δεν πρέπει να αναιρεί και να εκπαραθυρώνει το άλλο. Σε ένα κράτος δικαίου και κράτος προνοίας, οφείλεται να επιδεικνύεται συντονισμένη δράση, σε όλα τα αναγκαία επίπεδα, με σοβαρότητα και επαγγελματισμό, με την φαρέτρα καταπολέμησης του φαινομένου να πρέπει να περιλαμβάνει αμφότερα προληπτικά και κατασταλτικά όπλα. Απώτερος σκοπός εκάστης δράσης πρέπει να είναι η προστασία όσων χρήζουν προστασίας. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ύπαρξης, που θα συμβάλλει στην πρόοδο κι ανάπτυξη αυτών που συναπαρτίζουν την έννοια του κοινωνικού συνόλου. Εγχείρημα δύσκολο, χρονοβόρο, όχι όμως ακατόρθωτο.   

*Δικηγόρος

*Κλινική / Εκπαιδευτική Ψυχολόγος




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1794