Επ. Διοικήσεως: Ενάντια στην αρχή της αναλογικότητας το πρωτόκολλο του ΤΕΠΑΚ για τους ανεμβολίαστους


Η υιοθέτηση των προνοιών του πρωτοκόλλου του ΤΕΠΑΚ που αφορούν τους ανεμβολίαστους φοιτητές/τριες, δεν πληροί, υπό τις περιστάσεις, τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία σε σχέση με την ανάγκη παροχής επαρκούς αιτιολογίας και τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, αναφέρει σε έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως Μαρία Στυλιανού – Λοττίδη. Όπως αναφέρει, το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται περαιτέρω, από κάποιες «παραδοξότητες ή/και αντιφάσεις».

Μεταξύ αυτών, συνεχίζει, το γεγονός ότι εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι φοιτητές/τριες κοινωνικοποιούνται σε άλλους χώρους συγχρωτισμού, μόνο με την επίδειξη αρνητικού τεστ ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, αλλά δεν τους επιτρέπεται – τηρουμένων όλων των άλλων μέτρων προστασίας - να παρακολουθήσουν μαζί μαθήματα στις αίθουσες διδασκαλίας του του ΤΕΠΑΚ.

Επίσης, σημειώνεται ότι κατά την διάρκεια του πρώτου κύματος πανδημίας, όταν δεν υπήρχε ακόμα το εμβόλιο και η λειτουργία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ήταν αποκλειστικά εξ αποστάσεως και χωρίς φυσική παρουσία, το ΤΕΠΑΚ είχε καταφέρει να λειτουργήσει με επιτυχία τα εργαλεία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και να προσαρμόσει την παροχή των υπηρεσιών εκπαίδευσης, χωρίς να προκληθούν αντιδράσεις σε σχέση με την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και χωρίς να παρουσιαστούν τα προβλήματα που - σύμφωνα με τις μαρτυρίες -παρουσιάζονται κατά το τρέχον φθινοπωρινό εξάμηνο.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, αναφέρεται ακόμα, «οι τελικές εξετάσεις πραγματοποιούνται με φυσική παρουσία όλων των φοιτητών/τριών με την προσκόμιση safepass», ενώ, σε ό,τι αφορά στη συμμετοχή σε πρακτικές/κλινικές ασκήσεις που πραγματοποιούνται εκτός Πανεπιστημίου (εν αντιθέσει με αυτές που γίνονται εντός Πανεπιστημίου) προβλέπεται η συμμετοχή όλων ανεξαίρετα των φοιτητών/τριων με φυσική παρουσία, «με βάση τους ελέγχους safepass που η νομοθεσία εκάστοτε καθορίζει».

Σημειώνεται επίσης ότι εκτός από τα λοιπά Πανεπιστήμια της χώρας (δημόσια και ιδιωτικά), και η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων αποδέχονται την πρόσβαση φοιτητών/τριων στις πανεπιστημιουπόλεις τους με την προσκόμιση αρνητικής εργαστηριακής εξέτασης.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στον σεβασμό της αρχής της μη διάκρισης έναντι των προσώπων που επιλέγουν να μην εμβολιαστούν κατά του COVID-19, η Επίτροπος συμμερίζεται τη θέση που διατύπωσε  η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΣτΕ, ότι όταν «οι συνέπειες της άρνησης εμβολιασμού – συμπεριλαμβανομένων των συνεχιζόμενων περιορισμών στην απόλαυση των ελευθεριών .. – είναι τόσο σοβαρές ώστε να αφαιρεθεί το στοιχείο επιλογής για απόφαση, .. (τότε).. ο εμβολιασμός ουσιαστικά καθίσταται υποχρεωτικός .. (και αυτό) .. μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση προστατευόμενων δικαιωμάτων ή / και να εισάγει διακρίσεις». 

Αναφέρει ακόμα ότι συμμερίζεται τη συναφή θέση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ FRA ότι «ο κίνδυνος διάκρισης μεταξύ εμβολιασμένων / ανοσοποιημένων ατόμων και εκείνων που δεν έχουν εμβολιαστεί, όταν ασκούν ατομικές ελευθερίες…,  πρέπει να μετριαστεί, (καθώς και ότι) οι αρνητικές διαγνωστικές εξετάσεις πρέπει επίσης να επιτρέπουν στα άτομα να ασκούν τα ίδια δικαιώματα και ελευθερίες με τους κατόχους πιστοποιητικών εμβολιασμού/ ανάρρωσης».

«Ο αποκλεισμός των ανεμβολίαστων φοιτητών/τριών του ΤΕΠΑΚ από τη δυνατότητα φυσικής παρουσίας στους χώρους του Πανεπιστημίου, έστω και αν αυτοί τηρούν τα μέτρα προφύλαξης που ισχύουν στην ευρύτερη κοινωνία (δηλαδή υποβάλλονται σε τακτικές διαγνωστικές εξετάσεις, χρησιμοποιούν προστατευτική μάσκα και τηρούν τις αποστάσεις ασφαλείας σε κλειστούς χώρους), δε φαίνεται να συνάδει με τις πιο πάνω θέσεις/συστάσεις», αναφέρεται.

Θεωρητικά, και προφανώς για σκοπούς απάμβλυνσης των επιπτώσεων στους ανεμβολίαστους φοιτητές, σημειώνεται, η Σύγκλητος του ΤΕΠΑΚ προέβλεψε για αυτούς μια διαφορετική/εναλλακτική διαδικασία παρακολούθησης των μαθημάτων με σύγχρονες μορφές εξ αποστάσεως διδασκαλίας.

Ωστόσο, προστίθεται, διαφαίνεται  ότι, στην πράξη η εν λόγω διαδικασία δεν εφαρμόστηκε  με τον τρόπο που διακηρύχθηκε στο πρωτόκολλο, καθότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια στην επιλογή του τρόπου διδασκαλίας δεν διασφάλιζε την παροχή ομοιόμορφης εκπαίδευσης για όλους, επέφερε δυσκολίες στην επαφή και συννενόηση με τους καθηγητές ενώ η διδασκαλία στα εργαστήρια κατέστη ανέφικτη.

«Αντιθέτως ένα υβριδικό πρόγραμμα ταυτόχρονης εκπαίδευσης ως το πιο σύγχρονο μέτρο που υιοθετείται σε πολλές  περιπτώσεις ενόψει της πανδημίας για αυτούς με διαδικτυακή εκπαίδευση, με αυτούς με φυσική παρουσία δεν εξετάστηκε καθόλου, παρά μόνο επικράτησε η άγνωστη θεωρία του πρωτοκόλλου χωρίς συγκεκριμένη υποχρέωση προς τους καθηγητές προς εξασφάλιση συγκεκριμένης κατεύθυνσης με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χαώδης έως καθόλου πρόσβαση στην εκπαίδευση για τους ανεμβολίαστους φοιτητές», αναφέρεται.

Προστίθεται ότι οι αμφιβολίες για τη λειτουργικότητα/ποιότητα της εναλλακτικής μορφής διδασκαλίας που προβλέφθηκε για τους ανεμβολίαστους φοιτητές/τριες του ΤΕΠΑΚ, βασίζονται στον ιδιαίτερα  μεγάλο αριθμό παραπόνων που έλαβε η Επίτροπος  ειδικά για το ζήτημα αυτό από φοιτητές/τριες διαφορετικών Σχολών, με συγκλίνουσες θέσεις σε σχέση με τη στάση αρκετών καθηγητών.

«Σημειώνω συναφώς ότι, στάσεις και συμπεριφορές από διδακτικό προσωπικό, όπως αυτές που μου καταγγέλθηκαν,  αντί να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός θετικού κλίματος για προώθηση της εμβολιαστικής κάλυψης ανάμεσα στους φοιτητές/τριες  (μέσω της πειθούς και υπό το φως των  συγκλινουσών θέσεων και συστάσεων που διατύπωσαν διεθνείς Επιστημονικοί Οργανισμοί για τα οφέλη που παρέχουν τα εγκεκριμένα εμβόλια κατά του COVID-19), ενδεχομένως να επιφέρουν τα αντίθετα αποτελέσματα και οδηγούν στην περαιτέρω κλιμάκωση της ήδη τεταμένης κατάστασης και τον στιγματισμό/ περιθωριοποίηση/αποκλεισμό των φοιτητών/ τριών που επιλέγουν να μην εμβολιαστούν», αναφέρει η Επίτροπος.

Προστίθεται ότι, παρότι ο εμβολιασμός σύμφωνα με τον ΠΟΥ και την επιστημονική κοινότητα, η οποία θα πρέπει να είναι σεβαστή, είναι μονόδρομος ως προς την ανοσία και την εξάλειψη της πανδημίας εντούτοις ο τρόπος για την πειστικότητα των ωφελημάτων θα πρέπει να είναι στην βάση επιχειρημάτων και κινήτρων και όχι στην βάση εκβιασμών όπως τουλάχιστο υποστηρίχθηκε, στη συνεδρία της 24/8/21 δημόσια μέσω του Πρύτανη, ότι σε περίπτωση που οι φοιτητές/τριες δεν προχωρήσουν στον εμβολιασμό τους, δεν θα τους επιτραπεί η συνέχιση της φοίτησής τους το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους, διαπράττοντας με αυτό το τρόπο απαγορευμένη με νόμο διάκριση ως προς την πρόσβαση στην εκπαίδευση ,αλλά συνάμα φέρνει και αντίθετα αποτελέσματα ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης.




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










5159