Δ. Μιχαηλίδου: Η ανάθεση σχολικών βοηθών/ συνοδών πρέπει να ρυθμιστεί νομοθετικά


«Το ΥΠΠΑΝ οφείλει να μεριμνήσει για την παροχή, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, εξειδικευμένης βοήθειας, σε κάθε παιδί που την χρειάζεται»

Παραθέτουμε πιο κάτω την τοποθέτηση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δέσπως Μιχαηλίδου, σε σχέση με πρόσφατα δημοσιεύματα αναφορικά με την ανάθεση συνοδών σε παιδιά που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση:

«Έντονο προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι, δύο μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες σε σχέση με το πλαίσιο φοίτησης παιδιών που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. Τα δημοσιεύματα αποτυπώνουν ένα ευρύτερο κλίμα δυσπιστίας ή/και καχυποψίας των γονέων απέναντι στις διαδικασίες και τα χρονοδιαγράμματα που ακολουθεί το  Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΠΑΝ) και, συγκεκριμένα, οι Επαρχιακές Επιτροπές Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΕΕΕΑΕ), σε σχέση με τη λήψη και την υλοποίηση της απόφασης για ανάθεση συνοδού σε παιδιά που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. Παράλληλα, το ΥΠΠΑΝ, φαίνεται να επιρρίπτει ευθύνες στους γονείς για την άρνησή τους να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις των ΕΕΕΑΕ και, ειδικότερα, να καταδικάζει τη στάση μερίδας γονέων οι οποίοι επιβάλλουν στο παιδί τους την αποχή από την εκπαίδευση, μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.

Υπενθυμίζω την πάγια θέση του θεσμού της Επιτρόπου ότι, η πλήρης απουσία νομοθετικής ρύθμισης του ειδικού θέματος της ανάθεσης σχολικών βοηθών/συνοδών, παράλληλα με τη διαρχία που παρατηρείται, ως προς την αρμόδια Αρχή (ΥΠΠΑΝ & Σχολικές Εφορείες), όχι μόνο δεν υποβοηθούν την επίτευξη του τελικού στόχου, που είναι η παροχή στήριξης στα παιδιά αυτά, ούτως ώστε, να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά δημιουργούν περαιτέρω πρακτικά και άλλα προβλήματα, όπως αυτά αναδεικνύονται από τα ΜΜΕ. Οι αποφάσεις για ανάθεση συνοδών λαμβάνονται από τις ΕΕΕΑΕ, χωρίς καμία αναφορά στα προσόντα που θα πρέπει να έχει κάθε συνοδός για την εξυπηρέτηση των αναγκών του συγκεκριμένου παιδιού, ενώ, στη συνέχεια αναμένεται από τις οικείες Σχολικές Εφορείες να υλοποιήσουν τις αποφάσεις στη βάση γενικών και ασαφών διαδικασιών και καθηκόντων. Δυστυχώς, αποδεδειγμένα, αυτή η προσέγγιση αδυνατεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις συνολικές εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών, και δεν δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες πλήρους ενσωμάτωσης αυτών των παιδιών στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα.  Επιπλέον, αυτή η προσέγγιση ενισχύει το αίσθημα της δυσπιστίας και της ανασφάλειας στους γονείς, δημιουργώντας υποψίες ότι, η αρμόδια Αρχή ενδεχομένως να ενεργεί σύμφωνα με ένα ευρύτερο πρόσταγμα ανακατανομής των πόρων, αλλά όχι με πρώτιστο κριτήριο τις εξειδικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού και στη βάση πρωταρχικά του συμφέροντός του. Νοείται ότι, η μεγάλη καθυστέρηση στη λήψη της τελικής απόφασης, που διαπιστώνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αναπόφευκτα οδηγεί σε αναστάτωση, δηλητηριάζει τις σχέσεις των εμπλεκομένων και δεν δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης.

Παράλληλα, προκαλεί προβληματισμό η προσέγγιση των γονέων να επιβάλλουν, ως μοχλό πίεσης, την αποχή του παιδιού τους από την εκπαίδευση, μέχρι να ικανοποιηθεί το αίτημά τους από την αρμόδια Αρχή, γεγονός, όμως, που δημιουργεί σύγχυση και στα ίδια τα παιδιά, τα οποία εξαναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την παρεχόμενη εκπαίδευση με προκατάληψη και αμφισβήτηση, πέραν του γεγονότος ότι, επιστρέφοντας στο σχολείο, καλούνται να αντιμετωπίσουν σοβαρά ζητήματα ενσωμάτωσης και προσαρμογής. 

Η επιμονή αρκετών γονέων στη διεκδίκηση αποκλειστικής συνοδού αποτελεί έναν διαχρονικό προβληματισμό, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι, μια μεγάλη μερίδα κυρίως ιδιωτών γιατρών ή/και ιδιωτών ψυχολόγων υποδεικνύουν την ανάγκη για ανάθεση «ατομικής συνοδού», χωρίς όμως οι υποδείξεις των ειδικών να είναι δεσμευτικές για τις ΕΕΕΑΕ. Επιπλέον, είναι προβληματικό το γεγονός ότι, οι αποφάσεις των ΕΕΕΑΕ είναι, συνήθως, υπερβολικά συνοπτικές, γενικές, αόριστες και ασαφείς, ενώ θα έπρεπε να καθορίζουν με λεπτομέρεια ή/και με ικανοποιητική τεκμηρίωση, τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν για το συγκεκριμένο παιδί.

Ως εκ τούτου, θεωρώ επιβεβλημένη την άμεση ρύθμιση του ζητήματος ως εξής:

-Το όλο θέμα της ανάθεσης σχολικών βοηθών/  συνοδών πρέπει να ρυθμιστεί νομοθετικά με σαφήνεια, διαφάνεια και με όλες τις απαιτούμενες εγγυήσεις σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητά του.

-Πρέπει να καθοριστούν με πιο αντικειμενικούς όρους τα καθήκοντα εργοδότησης των συνοδών, ανάλογα με το είδος των αναγκών του παιδιού που καλούνται να εξυπηρετήσουν. 

-Να αποσαφηνιστούν οι όροι εντολής των Επιτροπών Πρόσληψης σχολικών βοηθών/ συνοδών και τα κριτήρια στη βάση των οποίων λαμβάνονται οι αποφάσεις. Επιπλέον, οι όποιες αποφάσεις των Επιτροπών Πρόσληψης συνοδών πρέπει να τεκμηριώνονται στη βάση του συμφέροντος του παιδιού και, όπου κρίνεται αναγκαίο, οι Επιτροπές να προβαίνουν σε ανάλογη επανεξέταση και αναθεώρηση των αποφάσεων. Σε κάποιες περιπτώσεις, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο σύστασης επαγγελματικής ομάδας, ώστε να αξιολογούνται οι εξειδικευμένες ανάγκες και η συναισθηματική κατάσταση ενός παιδιού και, να λαμβάνεται υπόψη και να αποτυπώνεται η άποψη του παιδιού στην επιλογή συνοδού.

-Θεωρώ ότι, πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση του συστήματος εποπτείας ή/και λογοδότησης των Σχολικών Εφορειών, σε επίπεδο κανονιστικών ρυθμίσεων ή/και νομοθετικών διατάξεων. Ενώ από τη μία, στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, οι Σχολικές Εφορείες δεν υπάγονται στο ΥΠΠΑΝ σε ό,τι αφορά τις προσλήψεις προσωπικού, από την άλλη προσλαμβάνουν σχολικούς βοηθούς/συνοδούς στη βάση των αποφάσεων του ΥΠΠΑΝ. Σημειώνεται δε ότι, ο περί Σχολικών Εφορειών Νόμος του 1997 προνοεί ότι, το προσωπικό των Σχολικών Εφορειών προσλαμβάνεται με διαδικασία και όρους, οι οποίοι καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται με βάση τον εν λόγω Νόμο, ενώ δεν φαίνεται να έχουν εκδοθεί από το 1997 μέχρι σήμερα σχετικοί κανονισμοί. Ενδεχομένως, μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης της πρόνοιας για κατάργηση των Σχολικών Εφορειών, να κρίνεται αναγκαίος ο καθορισμός ενός κεντρικού φορέα, ο οποίος να λειτουργεί ως η ανώτατη διοικητική αρχή των  Σχολικών Εφορειών.

-Οι αποφάσεις των ΕΕΕΑΕ πρέπει να είναι πάντα αναλυτικές, ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες στη βάση της διασφάλισης του συμφέροντος του παιδιού, με απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει πάντα ουσιαστικό περιθώριο για διαφοροποίηση της απόφασης.

-Με δεδομένο τον διακηρυγμένο προσανατολισμό του ΥΠΠΑΝ προς τη μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης με τρόπο που να συνάδει με τη φιλοσοφία της ενιαίας εκπαίδευσης, το ΥΠΠΑΝ οφείλει να μεριμνήσει για την παροχή, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, εξειδικευμένης βοήθειας, σε κάθε παιδί που την χρειάζεται, εντός της γενικής τάξης. Για τον σκοπό αυτό, θεωρώ απαραίτητο να εξευρεθούν εναλλακτικοί τρόποι οργάνωσης της διδασκαλίας και της ύλης, ακόμη και σε επίπεδο συνδιδασκαλίας που να παρέχεται από δεύτερο προσοντούχο εκπαιδευτικό, ώστε να διευκολύνεται η διαφοροποίηση και η εμπέδωση της ύλης, με ανάλογες προσαρμογές στη μεθοδολογία, στα μέσα που χρησιμοποιούνται και στο ευρύτερο σχολικό περιβάλλον. Επισημαίνεται ότι, η ευθύνη της διδασκαλίας και της μάθησης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατίθεται στο βοηθητικό προσωπικό, αλλά αποκλειστικά σε εκπαιδευτικούς λειτουργούς, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν τα απαραίτητα προσόντα, γνώσεις και μέσα στη διάθεσή τους, ώστε να υποβοηθούν την ισότιμη πρόσβαση όλων των παιδιών στην ενιαία εκπαίδευση. 

-Τονίζω την ανάγκη για τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα σε όλες τις πλευρές. Είναι ευθύνη του Κράτους η επαρκής ενημέρωση και ενδυνάμωση των γονέων,  ώστε να διεκδικούν αυτό το οποίο είναι προς το συμφέρον του παιδιού τους. Τα παιδιά, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να βρίσκονται εν μέσω αντιπαράθεσης, ούτε να στερούνται το αναφαίρετο δικαίωμά τους στην εκπαίδευση, λόγω αδυναμίας του συστήματος να ανταποκριθεί ικανοποιητικά και με πειθώ απέναντι στις ανάγκες τους. Οποιαδήποτε συγκρουσιακή κατάσταση ανάμεσα στους γονείς και το Κράτος, αναπόφευκτα επιδρά αρνητικά στην ψυχολογία των παιδιών, ενώ, παράλληλα, οι σχέσεις αντιπαλότητας που δημιουργούνται έχουν, ως αποτέλεσμα, τα παιδιά να βιώνουν λεκτική και ψυχολογική βία.

 

Ας αναλογιστούν όλοι τις ευθύνες τους και ας συνδράμουμε όλοι προς την οικοδόμηση μιας κοινωνίας, όπου κάθε παιδί να απολαμβάνει υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και να συμμετέχει ενεργά ως ισότιμος πολίτης σε ό,τι το αφορά».



Comments (0)





Add a new comment:







Newsletter









220