ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΣΗΦΙΔΗ*
Στις 18 Δεκεμβρίου 2018 παρουσιάστηκε στους φορείς της Εκπαίδευσης (Εκπαιδευτικές Οργανώσεις, Γονείς, ΠΣΕΜ και Παιδοβουλή) η πρόταση για το νέο σχέδιο αξιολόγησης του μαθητή/τριας και μερικές μέρες αργότερα το πλήρες κείμενο του σχεδίου αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΥΠΠ.
Όπως ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο άρχισαν στα μέσα μαζικής δικτύωσης να γίνονται αναρτήσεις με σχόλια και τοποθετήσεις για το περιεχόμενο του σχεδίου από μεμονωμένα άτομα αφού οι φορείς τις εκπαίδευσης θα πρέπει να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου μέχρι τις 18 Ιανουαρίου 2019 για να αρχίσει ουσιαστικά και ο επίσημος διάλογος. Το κείμενο που παραδόθηκε δεν έχει τη μορφή κανονισμού ή εγκυκλίου αλλά όπως αναγράφεται και στην επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠΠ ημερομηνίας 24/12/2018 είναι η πρόταση της επιτροπής για το νέο προτεινόμενο σχέδιο αξιολόγησης του μαθητή/τριας.
Η επιτροπή σύμφωνα με τους όρους εντολής της και αφού άκουσε σε πρώτο στάδιο, τις θέσεις και τις απόψεις όλων των εμπλεκόμενων και στηριζόμενη στις σύγχρονες τάσεις της παιδαγωγικής επιστήμης, κατέληξε σε ένα σχέδιο-πρόταση. Εγχείρημα καθόλου εύκολο αφού η πρόταση θα έπρεπε να στηρίζεται σε ευρέως αποδεκτές παιδαγωγικές αρχές και από την άλλη να είναι γεφυρωτική, στο μέτρο του εφικτού, στις απόψεις των φορέων της εκπαίδευσης, που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν πολύ διαφορετικές και έντονες. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να ακολουθήσει διάλογος και συζήτηση σε επίμαχα σημεία, να δοθούν οι αναγκαίες διευκρινήσεις, να γίνουν εισηγήσεις και εκεί που υπάρχει η ανάγκη να γίνουν και αλλαγές.
Ως μέλος της επιτροπής, με τη προσωπική μου ιδιότητα του Διευθυντή Μέσης Εκπαίδευσης, έχοντας την ευχέρεια να έχω πλήρη εικόνα των συζητήσεων και των προβληματισμών που αναπτυχθήκαν εντός της επιτροπής, όπως και τα υπόλοιπα μέλη, ανεξάρτητα από μερικές επιμέρους ενστάσεις, θεωρώ ότι η πρόταση μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υλοποιηθεί το νέο σχέδιο αξιολόγησης του μαθητή/τριας. Πέραν αυτής της γενικής τοποθέτησης δεν θα προχωρήσω γιατί το συμβούλιο των Διευθυντών και το σώμα των Διευθυντών θα πρέπει να συνέλθει για τις δικές του απόψεις, εισηγήσεις και τοποθέτηση το τέλος.
Κρίνω όμως ότι από μόνη της η ανάγνωση του κειμένου δεν είναι αρκετή να αποδώσει την πλήρη εικόνα του τι περιλαμβάνει η πρόταση και ιδιαίτερα να δώσει απαντήσεις σε κάποιους εύλογους προβληματισμούς που είδαν το φως της δημοσιότητας. Αρκετοί από αυτούς τους προβληματισμούς είχαν γίνει και εντός της ίδιας της επιτροπής και μπορεί η πρόεδρος της επιτροπής αλλά και τα μέλη εάν τους ζητηθεί, να δώσουν περαιτέρω διευκρινήσεις. Άλλωστε αυτή είναι και η ουσία του διαλόγου που θα ακολουθήσει.
Θα είναι ουτοπία εάν κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι τα προβλήματα της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού μας συστήματος θα λυθούν ως δια μαγείας με την υιοθέτηση του οποιοδήποτε συστήματος αξιολόγησης των μαθητών, των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου εάν δεν συνοδεύονται με ριζικές διορθωτικές αλλαγές στο σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος αλλά και της υπάρχουσας κουλτούρας της κοινωνίας.
Οι αλλαγές στα θέματα της αξιολόγησης είναι αναγκαίες και επιβαλλόμενες αλλά δεν θα πρέπει να σταματά ως εδώ η προσπάθεια αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης. Όσες καλές και εάν είναι, αποτελούν μόνο μέρος των αλλαγών που θα πρέπει να γίνουν. Είναι άδικο να είναι το μετέωρο βήμα του πελαργού.
*Διευθυντής – Πρόεδρος ΣΕΔΜΕΚ