Όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και ο τρόπος;


Γενετικές καταβολές, εφηβεία και σχολική επίδοση: ο ρόλος των γονιών

ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΤΙΣΤΗ*

Δυστυχώς, ναι, οι γενετικές καταβολές είναι ισχυρές, και μάλιστα πιο ισχυρές από όσο νομίζουμε. Και όσοι γονείς, εκπαιδευτικοί ή άλλοι φορείς αγωγής ασπαζόμαστε χωρίς πολλή περίσκεψη το γνωμικό «Όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και ο τρόπος», πέφτουμε πολλές φορές σε παγίδες, με απροσμέτρητες συνέπειες για τον συναισθηματικό κόσμο αλλά και στο μέλλον των παιδιών μας. Η θέληση και η προσπάθεια, αναμφίβολα, είναι καθοριστικής σημασίας στην επίτευξη στόχων αλλά δεν είναι το παν, όσο και αν αυτό ξενίζει όλους εμάς τους γονείς που μεγαλώσαμε με σημαία μας τη σημασία της προσπάθειας στη ζωή μας. Πρέπει πρώτα να προηγηθεί η αυτογνωσία, απαλλαγμένη από κάθε ίχνος χαμηλής αυτοεκτίμησης ή και έπαρσης και μετά η στοχοθέτηση. Στη συνέχεια το γνωμικό «Όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και ο τρόπος» μπορεί πλέον να κατακτήσει τον θρόνο του. Ας δούμε, λοιπόν, με πρακτικά μέτρα πώς μπορουμε, ως γονείς, να αντιμετωπίσουμε διλήμματα που αφορούν σε σημαντικές αποφάσεις των παιδιών μας σε συνδυασμό με τις γενετικές τους καταβολές.  

Υπάρχει πληθώρα ερευνών, οι οποίες αποδεικνύουν άμεση σύνδεση ανάμεσα στις γενετικές καταβολές και τις γενικότερες επιδόσεις στο σχολείο. Από την άλλη, υπάρχει και πληθώρα ερευνών, οι οποίες αποδεικνύουν ότι παιδιά με σταθερή και ισχυρή «νοοτροπία ανάπτυξης» έχουν υψηλές επιδόσεις σε ακαδημαϊκούς βαθμούς. Στην πραγματικότητα, οι έρευνες αυτές δεν είναι αντιφατικές. Αυτή όμως, η κατ΄επίφαση σύγκρουση είναι αρκετή για να παρασύρει αρκετούς φορείς αγωγής στο να ασκούν αφόρητη πίεση στα παιδιά για «να μάθουν να προσπαθούν», ώστε να έχουν «ψηλούς βαθμούς». Αναμφίβολα, η προσπάθεια είναι εφόδιο ζωής και καθοριστικής σημασίας στην επιτυχία και, εν μέρει, της ευτυχίας κάποιου ανθρώπου. Όμως, αυτή η γενικότερη πίεση για προσπάθεια δεν απαντά σε ουσιώδη ερωτήματα όπως: τι σημαίνει προσπάθεια, σε ποιους τομείς να προσπαθήσω, πόσο να προσπαθήσω, πώς να προσπαθήσω ή και τι στόχους να θέσω. Θα δούμε σε μεγαλύτερο βάθος τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά μέσω της πιο κάτω μελέτης περίπτωσης.

Η Μαργαρίτα είναι τώρα φοιτήτρια. Στο δημοτικό, οι βαθμοί της στις διάφορες αξιολογήσεις κυμαίνονταν από το «πολύ καλά» έως το «άριστα» (υποκειμενική, βέβαια, αξιολόγηση αφού ελάχιστες αξιολογήσεις είχαν αριθμητική βαθμολογία). Από το καλοκαίρι, πριν να αρχίσει να φοιτά στο γυμνάσιο, η μητέρα της, η Στέλλα, «συμφώνησε» με τη Μαργαρίτα να συνεχίσει και στο γυμνάσιο να επιδιώκει το αριστείο, να είναι, δηλαδή, ο στόχος της. «Αποφάσισαν» για το πρόγραμμα διαβάσματος (2 – 3 ώρες την ημέρα) και στον ελεύθερό της χρόνο να ασχολείται με άλλες δραστηριότητες.

Στο δημοτικό, η Στέλλα, ως συνήθως, βοηθούσε τη Μαργαρίτα στο διάβασμα και το ίδιο συνεχίστηκε και στην Α΄γυμνασίου, στο πλαίσιο βέβαια που η Στέλλα μπορούσε να βοηθάει τη Μαργαρίτα. Στην ουσία, βέβαια, αυτή η προσπάθεια περιόρισε δραματικά τον ελεύθερο χρόνο της Μαργαρίτας για άλλες δραστηριότητες και επιδείνωσε τις σχέσεις μητέρας και κόρης, λόγω συγκρούσεων για τα μαθήματα και τους βαθμούς. Στα μαθήματα που οι βαθμοί των διαγωνισμάτων απειλούσαν το αριστείο (όπως τα Μαθηματικά), ξεκίνησαν και τα φροντιστήρια, έστω σποραδικά στη αρχή και έγιναν το «δεύτερο σχολείο» στο τέλος. Και τα κατάφερε η Μαργαρίτα να αριστεύσει, με πολλή όμως προσπάθεια. Δεν της έμεινε χρόνος για χόμπι, ανάπτυξη βαθύτερων σχέσεων για φιλία ούτε βέβαια για φυσική άσκηση. Δεν φρόντιζε ούτε το σώμα ούτε και την υγεία της. Η Στέλλα, δε, συχνά πυκνά, παρουσιαζόταν ιδιαίτερα επικριτική ως προς κάποιους καθηγητές που «τύγχαινε» να μην καταλαβαίνουν τις πραγματικές δυνατότητες της Μαργαρίτας.

Στη Β΄ γυμνασίου, το αναλυτικό έγινε ακόμη πιο πολύπλοκο. Η Μαργαρίτα, αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στο διάβασμα. Το αριστείο απειλούνταν, παρόλη την τιτάνια προσπάθεια της Μαργαρίτας. Το 18/20 σε κάποιο διαγώνισμα φάνταζε αποτυχία και η αυτοπεποίθησή της κλονιζόταν. Ο στόχος, όμως, του αριστείου ήταν εκεί, ανεπηρέαστος από τα νέα, πιο δύσκολα, δεδομένα. Και η Στέλλα, με όλη της την αγάπη και βαθιά χαραγμένο στη μνήμη της το ρητό «Όπου υπάρχει η θέληση υπάρχει και ο τρόπος» να ενθαρρύνει, με τον δικό της τρόπο, βέβαια, τη Μαργαρίτα να επιδιώκει το αριστείο. Στο λύκειο, χωρίς να το ψάξει ιδιαίτερα, επιλέγει το Πρακτικό, τον κλάδο, δηλαδή, που για κάποιους φοιτούν μόνο οι «καλοί» μαθητές.

Εν τέλει, με το τέλος της μαθητικής της πορείας, η Μαργαρίτα δεν πέτυχε τον στόχο του αριστείου, παρόλο που οι καθηγητές τη βοήθησαν όσο μπορούσαν, μετά και από έμμεσες «πιέσεις» της Στέλλας. Εξασφάλισε, όμως μια θέση στο Πανεπιστήμιο θετικών επιστημών, που αναμενόταν, κατά τη Στέλλα, να την οδηγήσει σε ένα επάγγελμα με κύρος και σχετικά ψηλό μισθό, ασχέτως αν αυτό ήταν που η Μαργαρίτα ποτέ δεν ονειρευόταν. Η Μαργαρίτα, λοιπόν, πέτυχε τους στόχους της Στέλλας. Μία μητέρα, η οποία γεννήθηκε τη χρονιά του πολέμου και μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και  με πολλή προσπάθεια κατάφερε επαγγελματικά να εξασφαλίσει μία μόνιμη δουλειά και να ζει άνετα οικονομικά.

Ας εστιάσουμε όμως στη Μαργαρίτα, που θα έπρεπε να είναι η πρωταγωνίστρια της πιο πάνω ιστορίας. Τίθεται το βασικό ερώτημα: Επιτυχημένη ή ευτυχισμένη, θα είναι; Αναζητώντας την απάντηση, ας δεχθούμε ότι πολλά από τα πιο κάτω γεγονότα ισχύουν, παρόλο που η κάθε οικογένεια έχει τις δικές της πεποιθήσεις, αρχές, αξίες και στόχους.

  • Οι βαθμοί στο σχολείο γίνονται ολοένα και πιο ασήμαντοι στην επιλογή κάποιου υποψήφιου για εργοδότηση στις πλείστες ιδιωτικές εταιρείες, ακόμη και στο δημόσιο.
  • Η επαγγελματική επιτυχία, ως στόχος, δεν μπορεί να διαχωρίζεται από την ανάγκη για προσωπική ικανοποίηση. Η ικανοποίηση του ατόμου από το επάγγελμά του είναι σημαντική στην ευτυχία του. Η επιλογή επαγγέλματος με αποκλειστικά κριτήρια το ύψος του μισθού ή/και το κύρος του επαγγέλματος, υποσκάπτει την ευτυχία του ατόμου.
  • Η κριτική σκέψη και η συναισθηματική νοημοσύνη (E.Q.) είναι πλέον δεξιότητες καθοριστικής σημασίας στην επιλογή των εργαζομένων.
  • Η επιτυχία σε κάποια μαθήματα στο σχολείο, όπως τα Μαθηματικά, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από βιολογικούς παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν το πόσο εύκολα μαθαίνει κάποιος, πόσο εύκολα μεταφέρει δεξιότητες σε παρόμοιες με τις διδασκόμενες καταστάσεις, πόσο εύκολα αποθηκεύει και ανακαλεί πληροφορίες από τη μνήμη, πόσο βαθιά αναλύει, επεξεργάζεται πληροφορίες κ.ο.κ.
  • Μπορεί δύο μαθητές να αφιερώσουν τον ίδιο χρόνο και να καταβάλουν την ίδια προσπάθεια σε κάποιο μάθημα αλλά το αποτέλεσμα να είναι πολύ διαφορετικό λόγω γενετικών καταβολών. Οι γενετικές καταβολές και ο δείκτης νοημοσύνης (I.Q.) σε συγκεκριμένα πεδία νοημοσύνης είναι καθοριστικοί παράγοντες στο βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας που μαθαίνει κάποιος αλλά και στον ρυθμό μάθησης.
  • Οι στόχοι που θέτει το κάθε παιδί ή από κοινού με τους γονείς του (ή και κάποιες φορές μόνο από τους γονείς του) διαμορφώνουν, πολλές φορές, την αυτοεικόνα του και επιδρούν καταλυτικά στην αυτοπεποίθησή του.
  • Η φιλία, η παρέα, η ανεξαρτησία και η σωματική κατάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τους πλείστους εφήβους.
  • Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να διαβάζουν μόνα τους, όσο το δυνατό πιο νωρίς. Όσο περισσότερο καιρό στηρίζονται στους γονείς, τόσο πιο δύσκολο είναι να απογαλακτιστούν από αυτούς, να ωριμάσουν και να αναλάβουν τις ευθύνες των πράξεών τους. Είναι γεγονός ότι κάποια παιδιά χρειάζονται βοήθεια στη μελέτη από τους γονείς τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από άλλα παιδιά. Αυτό οφείλεται στη διαφορά γενετικών και επίκτητων ικανοτήτων, στον διαφορετικό ρυθμό μάθησης  αλλά και στο πλάτος και το βάθος του αναλυτικού προγράμματος. Ωστόσο, όσο πιο γρήγορα αναλάβουν την ευθύνη της μελέτης τους, τόσο το καλύτερο.   
  • Όταν οι ίδιοι οι έφηβοι θέσουν τους στόχους τους, τότε έχουν ισχυρό κίνητρο να τους πετύχουν, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματα ότι είναι σε θέση να επιλέξουν τους «σωστούς» στόχους για τη ζωή τους.  Είναι καλό να έχουμε υπόψη μας ότι οι συμβουλές μας, ως γονέων, μπορεί να είναι πολύτιμες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να δίνονται ως διαταγές.
  • Το να μάθει κάποιος να προσπαθεί και να μην τα παρατά είναι εφόδιο ζωής. Αντίθετα, αν οι στόχοι είναι ανέφικτοι ή πολύ δύσκολο έως αδύνατο να επιτευχθούν, η αποτυχία μπορεί να έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες σε κάποιο άτομο.
  • Το ρητό «Όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και ο τρόπος» ισχύει σε περιπτώσεις πολύ περισσότερες από εκείνες που μπορούμε να φανταστούμε, αλλά όχι σε όλες.
  • Ο χρόνος αποτελεσματικής μελέτης των παιδιών δεν είναι απεριόριστος. Αν τα παιδιά αφιερώνουν πολλές ώρες καθημερινά στο διάβασμα, πιθανόν αυτό να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα τους για το διάβασμα και κατ’  επέκταση την εικόνα τους για το σχολείο γενικότερα. Σημειωτέον, επίσης, ότι ο χρόνος μελέτης είναι αντιστρόφως ανάλογος του ελεύθερου χρόνου.
  • Πολλές φορές, εμείς οι γονείς, αγνοούμε τη διαφορετικότητα των παιδιών μας και θεωρούμε ότι η δική μας θεώρηση της επαγγελματικής επιτυχίας, ταυτίζεται με την αντίστοιχη των παιδιών μας. Πολλοί από εμάς, δυστυχώς, δώσαμε προτεραιότητα στην επαγγελματική επιτυχία και παραμερίσαμε εντελώς την ανάγκη ικανοποίησης από την εργασία μας.
  • Όταν ο γονιός μειώνει τον εκπαιδευτικό στα μάτια του παιδιού, η μάθηση επηρεάζεται αρνητικά.
  • Ο «έξυπνος» πλέον δεν θεωρείται εκείνος που είναι χαρισματικός σε κάποιο πεδίο, όπως για παράδειγμα στα Μαθηματικά ή στην κατάκτηση ξένων γλωσσών αλλά εκείνος που στη ζωή του παίρνει σωστές αποφάσεις βάσει της προσωπικότητάς του αλλά και των εκάστοτε περιστάσεων.
  • Στις πλείστες των περιπτώσεων «Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι αρχιτέκτονες της επιτυχίας μας». Η μοίρα μας ή οι άλλοι άνθρωποι δεν καθορίζουν τη ζωή μας, παρόλο που μπορεί να ασκήσουν μία ιδιαίτερα αρνητική ή και θετική επίδραση.

Με βάση, λοιπόν, τις πιο πάνω παραδοχές, ας δούμε μία διαφορετική αντιμετώπιση της εκπαίδευσης και παιδείας της Μαργαρίτας από τη Στέλλα, χωρίς να παραβλέπουμε ότι ο κάθε γονιός έχει τους δικούς του στόχους και φιλοσοφία και δεν μπορεί κάποιος να καθορίσει απόλυτα τι θεωρείται «σωστό» και τι «λάθος». Τι θα μπορούσε να κάνει η Στέλλα λοιπόν;

  • Θα μπορούσε να υιοθετήσει, εξ αρχής, τη φιλοσοφία «Θέλω πρωτίστως το παιδί μου ευτυχισμένο». Έτσι μέλημά της θα ήταν να του παρέχει ευκαιρίες ανεξαρτησίας, κοινωνικοποίησης αλλά και προσωπικής φροντίδας και διασκέδασης.
  • Θα μπορούσε να αποδεκτεί ότι το κάθε άτομο είναι μία ξεχωριστή προσωπικότητα και ότι οι βιολογικοί παράγοντες καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό (μαζί βέβαια και με τις κοινωνικές παρεμβάσεις) όχι μόνο στοιχεία της προσωπικότητάς μας αλλά και το μέτρο των ικανοτήτων μας και των δεξιοτήτων που αναπτύσσουμε. Υιοθετώντας τη φιλοσοφία αυτή, θα φροντίζε να παρακολουθεί την εξέλιξή της, ήδη από το δημοτικό, λαμβάνοντας προσεκτικά υπόψη την υποκειμενική ερμηνεία του «πολύ καλός» στις αξιολογήσεις στο δημοτικό, για να μάθει τις πραγματικές κλίσεις και τα ενδιαφέροντά της. ΔΕΝ θα θεωρούσε ότι «όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και ο τρόπος» αλλά θα δεχόταν ότι η προσπάθεια και η θέληση διαδραματίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ατόμου αλλά δεν είναι μαγικό ραβδί.
  • Θα μπορούσε να αλλάξει τον στόχο της αριστείας σε: «Το παιδί μου να μάθει να προσπαθεί και να μην τα παρατά γιατί η προσπάθεια μετρά. Δεν πειράζει, αν δεν έχει ψηλούς βαθμούς σε όλα τα μαθήματα, αφού αυτοί δεν καθορίζουν το μέλλον του».
  • Θα προσπαθούσε να αναγνωρίσει τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντα του παιδιού της και θα τα ενίσχυε ακόμη περισσότερο, αντί να βλέπει τη ζωή ως μία «Προκρούστειο κλίνη». Θα δεχόταν ότι λόγω περιορισμένου χρόνου, η Μαργαρίτα θα έπρεπε να κάνει επιλογές στην έμφαση που θα έδινε στα μαθήματα. Θα διερωτώταν, για παράδειγμα, αν προκειμένου να να αριστεύει στα Μαθηματικά η Μαργαρίτα (που είναι ένας τομέας στον οποίο οι γενετικές καταβολές διαδραματίζουν σημαντικό παράγοντα επιτυχίας) θα μπορούσε να το πετύχει χωρίς να εξουθενώνεται στο διάβασμα και στα φροντιστήρια και να παραμερίζει άλλα μαθήματα αλλά και να θέτει σε κίνδυνο την ξεγνοιασιά της εφηβικής της ζωής.
  • Θα αποδεχόταν ότι ο χρόνος μελέτης του απογεύματος πρέπει να αφήνει περιθώρια για φυσική άσκηση, ψυχαγωγία, ποιοτικό χρόνο με την οικογένεια και ξέγνοιαστες εφηβικές στιγμές.
  • Θα φρόντιζε να αισθανόταν η Μαργαρίτα ότι η «εξυπνάδα» δεν συνδέεται με τους βαθμούς στο σχολείο και ότι δεν θα έπρεπε να πέφτει η αυτοπεποίθησή της, αν προσπαθούσε και δεν τα κατάφερνε, αφού όλοι είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας.
  • Θα τη συμβούλευε να ξεκινήσει νωρίς την αναζήτηση γενικότερου κλάδου σπουδών, ο οποίος να συνδυάζει τα ενδιαφέροντα, τις κλίσεις της αλλά και επαγγελματικές προοπτικές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιτυχημένη σταδιοδρομία σημαίνει και υψηλά αμειβόμενο επάγγελμα, αλλά ένα επάγγελμα το οποίο θα αγαπά και ταυτόχρονα θα της εξασφαλίζει  χρήματα για να έχει ποιότητα ζωής και όχι για να γίνει πλούσια.
  • Θα φρόντιζε νωρίς να «θυσιάσει» έστω για 1 – 2 χρόνια το κυνήγι βαθμών και εντυπώσεων για τους άλλους, ήδη από την ηλικία των μικρών τάξεων του δημοτικού, αφήνοντας τη Μαργαρίτα να μάθει να διαβάζει μόνη και ας έπαιρνε προσωρινά χαμηλότερους βαθμούς. Μια τέτοια κίνηση είναι επένδυση για το μέλλον, αφού όσο πιο πολύ και πιο εκτενώς δίνουμε πατερίτσες στα παιδιά μας, τόσο πιο δύσκολα γίνονται ανεξάρτητα στο μέλλον και μαθαίνουν να παλεύουν στη ζωή.
  • Θα επέμενε να μάθει η Μαργαρίτα να προσπαθεί πολύ, χωρίς να συνδέει σε όλα τα μαθήματα το τελικό αποτέλεσμα με το μέτρο της προσπάθειας και χωρίς αυτή η προσπάθεια να είναι τόσο εκτενής, που να περιορίζει αρκετά τον χρόνο που θα αφιέρωνε σε προσωπικές στιγμές και δραστηριότητες εκτός σχολείου.
  • Θα προωθούσε με κάθε τρόπο την κριτική σκέψη και τη συναισθηματική νοημοσύνη ως δύο από τις πιο σημαντικές δεξιότητες του 21ου αιώνα.
  • Θα προωθούσε στη Μαργαρίτα την ανάγκη για προγραμματισμό ως μία δεξιότητα κλειδί για τη σύγχρονη ζωή. Ο προγραμματισμός αυτός δεν πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τη μελέτη αλλά και την άθληση, τον ποιοτικό χρόνο με την οικογένεια, τα χόμπι, την ψυχαγωγία, επαρκείς ώρες ύπνου κ.τ.λ.
  • Θα μάθαινε στη Μαργαρίτα ότι δεν διδάσκουν όλοι οι εκπαιδευτικοί με τον ίδιο τρόπο και ότι είναι ευθύνη της  να σεβαστεί αυτή τη διαφορετικότητα, να προσαρμόζεται και να πάρει ό,τι καλύτερο μπορεί από τον καθένα, επειδή έτσι είναι και η πραγματική ζωή. Και αν περιμένει τη γνώση έτοιμη στο πιάτο, κάποια στιγμή θα μείνει νηστική.
  • Θα φρόντιζε να αποσυνδέσει στο μυαλό της Μαργαρίτας την οποιαδήποτε σύνδεση ανάμεσα στην αγάπη και αναγνώριση των γονιών και στα ακαδημαϊκά αποτελέσματα. Θα φρόντιζε να μαγείρευαν μαζί, να πήγαιναν περπάτημα και να μοιράζονταν ποιοτικές οικογενειακές στιγμές.

Ως γονείς, όλοι θέλουμε το καλό των παιδιών μας και παλεύουμε ο καθένας με τον δικό του τρόπο για αυτό. Αξίζει, όμως, τον κόπο να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να συζητήσουμε μαζί τους τι είναι καλό και για αυτούς, αφού πρώτα φροντίσουμε να γνωρίσουμε σε βάθος ποιοι είναι και όχι ποιοι θέλουμε εμείς να είναι. Παράλληλα, καλό είναι να είμαστε ενήμεροι για τις αλλαγές στο σύγχρονο επαγγελματικό περιβάλλον. Η νέα γενιά έχει διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικούς στόχους, διαφορετικά μέσα και διαφορετικές ανάγκες για να τους πετύχει. Παράλληλα, το νέο εργασιακό περιβάλλον απαιτεί δεξιότητες, οι οποίες προωθούνται ανεπαρκώς στο αναλυτικό πρόγραμμα.

Η δική μας εμπειρία δεν πρέπει κατ΄ανάγκη να καθορίσει τη διαδρομή τους προς την ανεξαρτησία, την επιτυχία και την ευτυχία τους. Είμαστε δίπλα τους με όλη μας την αγάπη, να τους συμβουλέψουμε αλλά όχι να αποφασίσουμε εμείς για αυτούς. Να τους δείξουμε με τον τρόπο ζωής μας, τις αξίες και αρχές μας αλλά όχι μόνο με λόγια. Να τους μάθουμε να ψαρεύουν και όχι να βρίσκουν τα ψάρια στο πιάτο. Τότε θα αυτονομηθούν ουσιαστικά και θα απογαλακτιστούν οριστικά από τους γονείς τους οδεύοντας σταθερά προς την αυτογνωσία τους για πιο «σοφές» επιλογές για την ευτυχία και την επιτυχία τους…και εν τέλει και τη δική μας ευτυχία.

*Ακαδημαϊκός Διευθυντής Ιδιωτικής Σχολής ΦΟΡΟΥΜ

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter













2646