Σωκρατική σχολή και κορωνοϊός


Καὶ σχολὴν πάρεχε σεαυτῷ τοῦ προσμανθάνειν ἀγαθόν τι,

καὶ παῦσαι ῥεμβόμενος

(Μάρκος Αυρήλιος, Τὰ εἰς ἑαυτόν 2.7).

«Δώσε χρόνο στον εαυτό σου να μάθει ακόμη κάτι καλό

και πάψε να χαραμίζεις άσκοπα τον χρόνο σου».

ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΥΛΟΥ*

Aν η κανονικότητά μας δεν είχε διακοπεί βίαια από το κακό που μας κουβάλησαν, όπως διατείνονται κάποιοι, οι «άλλοι» (οι κίτρινοι με τα σχιστά μάτια) ή που, σύμφωνα με τις διάφορες θεωρίες συνομωσίας, ξεπήδησε από βιολογικά εργαστήρια ελεγχόμενα από σατανικούς εγκεφάλους που βυσσοδομούν τη μετάλλαξή μας σε ανδρείκελα, αν εν ολίγοις δεν ενέσκηπτε ο COVID-19, τον Μάιο θα ταξίδευα στο Ηνωμένο Βασίλειο για δύο διαλέξεις. Μολονότι ακυρώθηκαν αμφότερες, κατά περίεργη σύμπτωση, το θέμα της μίας είναι τόσο στενά συνυφασμένο με όλο αυτό το «πάγωμα» που βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες, που μέρες τώρα το γυροφέρνω στο μυαλό μου. Την αφορμή για να το ανασύρω τελικά από τον φάκελο του υπολογιστή, μου έδωσε ένα σύντομο αλλά ηχηρό βίντεο που ετοίμασε, εν μέσω πανδημίας, μια ομάδα ηθοποιών από την Ελλάδα: «Τρέχουμε. Τρέχουμε συνεχώς. Τρέχουμε αδιάλειπτα. Με μία φρενίτιδα, ανυπάκουοι στη ζωή που μας ζητάει πότε-πότε να κάνουμε και μια στάση, έστω μικρή… ».

Η ομιλία μου με τίτλο “Socratic Leisure vs Time is money”, θα είχε ως κεντρικό θεματικό άξονα την έννοια της αρχαιοελληνικής σχολής, όπως αυτή ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Αθηναίου φιλοσόφου Σωκράτη, σε αντιδιαστολή με τη δεσπόζουσα και συνάμα δεσποτική επιταγή της εποχής μας «O χρόνος είναι χρήμα». Στα αρχαία ελληνικά ο όρος σχολή έφερε αρκετές σημασιολογικές αποχρώσεις και σήμαινε μεταξύ άλλων την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο. Kάποιες από τις σημασίες αυτές φέρει και o νεοελληνικός όρος «σχόλη» (με τονισμό στην παραλήγουσα). Από τον Πλάτωνα και εξής ο όρος σχολή προσκτάται και μια πιο ιδιαίτερη σημασία και αρχίζει να χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ελεύθερο χρόνο που αφιερώνεται σε κάτι σπουδαίο, μεγάλο και υψηλό. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που στον Πολιτικό η σχολή ανάγεται σε ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα ζώα (272b-d), ή που στον Θεαίτητο, τον πλατωνικό διάλογο που καταπιάνεται με το ζήτημα της γνώσης, ο Πλάτωνας ανάγει ρητά την έννοια της σχολής σε βασική και αναγκαία προϋπόθεση για τον φιλοσοφικό βίο. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός φιλοσοφικός στοχασμός ούτε και δύναται ο φιλόσοφος να φτάσει στην εποπτεία του όλου αν είναι δέσμιος του χρόνου κι αν δεν είναι πραγματικά ελεύθερος να επιλέξει την οδό (σύντομη ή μακρά) διά της οποίας θα αναζητήσει την ουσία των πραγμάτων και την αλήθεια (172d-173c).

Στους πλατωνικούς διαλόγους ο Σωκράτης ανάγεται στο κατεξοχήν παράδειγμα σχολάζοντος ατόμου. Καθότι δεν εργαζόταν και δεν είχε καθημερινή ασχολία τον βρίσκουμε άλλοτε να περιφέρεται στους δρόμους και τα γυμνάσια της Αθήνας, άλλοτε να συχνάζει σε σπίτια πλουσίων έτοιμος πάντα να πιάσει κουβέντα με τον πρώτο τυχόντα, νέο ή ενήλικα, δούλο ή ελεύθερο. Σε αντίθεση βέβαια με τους αργόσχολους, που σκότωναν τον χρόνο τους χασομερώντας στην αγορά (τέτοιοι υπήρχαν και τότε πολλοί), ο Σωκράτης αφιέρωνε όλη τη δική του σχολή σε έναν και μοναδικό σκοπό: στην αναζήτηση της αλήθειας. Αυτή ήταν, όπως σημειώνει ο ίδιος, η καθημερινή του α-σχολία (κι ας σημειωθεί παρενθετικά ότι ο όρος «ασχολία» είναι σύνθετος από το στερητικό α και το ουσιαστικό σχολή και δηλώνει ακριβώς την έλλειψη ελεύθερου χρόνου). Ο Σωκράτης θεωρούσε αποστολή και χρέος του την αφύπνιση των συμπολιτών του από τον λήθαργο της απάθειας και του εφησυχασμού και, διά της μεθόδου των ερωταποκρίσεων, σαν μια ενοχλητική αλογόμυγα, επιχειρούσε να φέρει κάθε συνομιλητή του ενώπιον ενωπίω, προσπαθώντας αφενός μεν να τον «ξεγεννήσει» και να τον απαλλάξει από τις εσφαλμένες γνώμες που τυχόν εγκυμονούσε, αφετέρου δε να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει την άγνοιά του κι εκείνο τo σοφό ἕν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα. Κι αυτό διότι, όπως ο ίδιος σημειώνει στην Απολογία του, δεν έχει καμία απολύτως αξία να ζει κανείς μια ζωή ρηχή, βολεμένη κι ανεξερεύνητη (ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ 38a).

Εξαιτίας της άνευ όρων αφοσίωσής του στην αναζήτηση της αλήθειας, ο Σωκράτης επιδεικνύει παντελή αδιαφορία ως προς τον εξωτερικό, αντικειμενικό χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι άξιο απορίας που ακόμη και στον Φαίδωνα, όπου η στιγμή της κατάποσης του κωνείου κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του, ο Σωκράτης, χωρίς ίχνος βιασύνης ή ανησυχίας, συνομιλεί με τους προσφιλείς του για την αθανασία της ψυχής αναμένοντας ατάραχος το τέλος. Για τον Σωκράτη ένα μόνο «ρολόι» υπάρχει· το δικό του εσωτερικό ρολόι. Αυτό το εσωτερικό ρολόι είναι που καθορίζει τον εξωτερικό χρόνο για τον Σωκράτη και όχι το αντίστροφο. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω περιστατικό που αφηγείται ο Αλκιβιάδης στο Συμπόσιο:

Αφού συγκεντρώθηκε [εν. ο Σωκράτης] σε μια σκέψη του, στεκόταν από το χάραμα εκεί και συλλογιζόταν. Και επειδή δεν προχωρούσε η σκέψη του, αντί να τα παρατήσει, εξακολούθησε να στέκεται και να την αναζητεί. Και είχε μεσημεριάσει πλέον και ο κόσμος το αντιλήφθηκε και με κατάπληξη το έλεγε ο ένας στον άλλο, ότι ο Σωκράτης από το πρωί στέκεται εκεί σκεφτόμενος κάτι. Στο τέλος (είχε ήδη βραδιάσει) μετά το δείπνο κάποιοι Ίωνες έσυραν έξω τα στρώματά τους (ήταν καλοκαίρι τότε) αφενός μεν για να κοιμηθούν στη δροσιά, αφετέρου δε για να παραφυλάξουν εάν θα στεκόταν ακίνητος και τη νύκτα. Και αυτός έμεινε όντως όρθιος, ώσπου και χάραξε κι ανέτειλε ο ήλιος. Έπειτα, αφού προσευχήθηκε στον ήλιο, έφυγε απομακρύνθηκε. (220c-d)

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το εσωτερικό προοίμιο του Πρωταγόρα, ενός από τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους. Το κύριο μέρος του διαλόγου καταπιάνεται με τη συνομιλία του Σωκράτη με τον σοφιστή Πρωταγόρα στο σπίτι του Αθηναίου Καλλία παρουσία πολλών άλλων σοφιστών και νέων από τα τζάκια της Αθήνας. Για τη συνάντηση μαθαίνουμε από τον ίδιο τον Σωκράτη, ο οποίος την αφηγείται σε έναν γνωστό που συναντά τυχαία στον δρόμο αμέσως μετά την αποχώρησή του από τη σύναξη. Προτού αναφερθεί στα διαμειφθέντα στο σπίτι του Καλλία, ο Σωκράτης κάνει εκτενή αναφορά σ’ ένα περιστατικό που υπήρξε η αφορμή για τη συνάντησή του με τον περίπυστο σοφιστή – στην αναπάντεχη επίσκεψη που είχε το πρωί της ίδιας μέρας από τον Ιπποκράτη, έναν νεαρό Αθηναίο με πολιτικές φιλοδοξίες. Έχοντας μάθει το προηγούμενο βράδυ από τον αδελφό του για την άφιξη του Πρωταγόρα στην Αθήνα, ο Ιπποκράτης καταφθάνει στην οικία του Σωκράτη προτού καλά-καλά ξημερώσει και βροντά με αδημονία την πόρτα με το μπαστούνι του. Αφού του ανοίξουν, μπουκάρει μέσα και κατευθύνεται με φωνές προς στο δωμάτιο του Σωκράτη «Ὦ Σώκρατες, ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις;». Παρόλο που πετυχαίνει τον Σωκράτη στο κρεβάτι, μη μπορώντας να ελέγξει την ταραχή του, τον παρακαλεί να τον συνοδεύσει πάραυτα στο σπίτι του Καλλία, για να συναντήσει τον Πρωταγόρα. Μολονότι, όπως ο ίδιος ο Ιπποκράτης παραδέχεται, δεν γνωρίζει τον σοφιστή ούτε και έτυχε να τον δει ή να τον ακούσει στο παρελθόν, βάσει των όσων φημολογούνται, θεωρεί τον Πρωταγόρα «γκουρού» της πολιτικής τέχνης και, όπως αποκαλύπτει, δεν θα δίσταζε να ξοδέψει μήτε τα δικά του μήτε τα χρήματα των φίλων του προκειμένου να μαθητεύσει κοντά του. Ο Σωκράτης προσπαθεί με τον συνήθη ήπιο τόνο του να τιθασεύσει τον άκρατο ενθουσιασμό του Ιπποκράτη και του αντιπροτείνει να περιμένουν λίγο, καθώς είναι ακόμη πολύ πρωί. Αντί όμως να στείλει τον Ιπποκράτη στο σπίτι του ζητώντας του να επιστρέψει αργότερα, ο Σωκράτης εισηγείται να βγουν οι δυο τους στην αυλή για περίπατο, μέχρι ν᾽ ανατείλει ο ήλιος. Δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς κράτησε αυτή η αναμονή, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι δύο συνομιλητές δεν αναχωρούν τελικά από την οικία του Σωκράτη με την ανατολή του ήλιου, όπως είχε προσυμφωνηθεί, μιας και η συζήτησή τους κρατά πολύ περισσότερο. Όχι μόνο αυτό αλλά, κι όταν ακόμη φτάνουν στην οικία του Καλλία, δεν εισέρχονται αμέσως, όπως ενδεχομένως θα ανέμενε κανείς κρίνοντας από την προηγούμενη αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ιπποκράτη, αλλά αντίθετα επιλύουν πρώτα συζητώντας ένα ζήτημα που ανέκυψε καθοδόν.

Αν και εκ πρώτης όψεως το συγκεκριμένο περιστατικό δεν φαίνεται να λέει και πολλά, στην πραγματικότητα φέρνει στο προσκήνιο σημαντικά ζητήματα που αφορούν στην έννοια της σχολής και στην προβληματική σχέση που έχουμε οι περισσότεροι άνθρωποι με τον χρόνο. Βάζοντας τον αεικίνητο Ιπποκράτη σε αναμονή, ο Σωκράτης καταφέρνει να βάλει τροχοπέδη στην ορμή και την προπέτειά του και να δημιουργήσει γι᾽ αυτόν τις κατάλληλες συνθήκες για περισυλλογή και ενδοσκόπηση. Η συζήτηση των δύο στην αυλή του Σωκράτη αποδεικνύεται καθοριστική, καθώς δίνει την ευκαιρία στον Ιπποκράτη να συνειδητοποιήσει όχι μόνο το βεβιασμένο της απόφασής του να μαθητεύσει κοντά στον Πρωταγόρα, αλλά και την παντελή άγνοιά του ως προς το τι διακυβεύεται με μια τέτοια μαθητεία. Όπως πολύ παραστατικά το θέτει ο Σωκράτης, η μαθητεία κοντά σε κάποιον εγκυμονεί πολλούς κινδύνους διότι ο μαθητής δεν δύναται να αποθηκεύσει τα όσα διδάσκεται σε δοχεία και να τα κουβαλήσει στο σπίτι του για κατοπινή χρήση. Σε αντίθεση με άλλα υλικά αγαθά, τα μαθήματα εισχωρούν στην ψυχή του μαθητή κι αφήνουν εκεί το αποτύπωμά τους. Κατά συνέπεια, αυτό που με τόση ευκολία, αφέλεια και βιασύνη προτίθεται να κάνει ο Ιπποκράτης, πληρώνοντας μάλιστα κι ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό, είναι να παραδώσει στον Πρωταγόρα, ό,τι πολυτιμότερο έχει – την ίδια την ψυχή του.

Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει στο σημείο αυτό αφορά στο πώς συνδέονται όλα τα παραπάνω και πιο συγκεκριμένα η σωκρατική σχολή με τον κορωνοϊό. Το σημείο σύγκλισης εντοπίζεται στην τομή που επιφέρει η σχολή και την οποία έχει επιφέρει και ο κορωνοϊός στη χρονικότητα, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Αλήθεια, πόσο εφικτή ή ευκταία είναι σήμερα η σχολή, που τόσο εξήραν ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης, αλλά και κατοπινοί φιλόσοφοι, όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης και ο Γερμανός Josef Pieper; Σε μια εποχή όπως η δική μας, όπου τα πάντα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι αυτό που μετρά είναι η εργασιομανία, οι υπερωρίες, η παραγωγικότητα, το μετρήσιμο, η ταχύτητα και το multi-tasking, ακόμη και η πιο ελάχιστη παύση φαντάζει παράλογη και παράτονη, αν όχι κατακριτέα. Ο συμφυρμός των άλλοτε διακριτών εννοιών του χρόνου απασχόλησης και του χρόνου ανάπαυσης, αλλά και ο πλουραλισμός και η πολυπλοκότητα της εποχής κατακερματίζουν την κάθε μέρα μας σε πολλαπλά μικρά διαστήματα, ενίοτε επάλληλα μεταξύ τους λόγω της ψηφιοποίησης της εργασίας και της 24/7 σύνδεσής μας στο διαδίκτυο. Δουλειά, επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις, καταληκτικές ημερομηνίες, παραδοτέα, χρονοδιαγράμματα, φροντιστήρια κι εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών, υπερωρίες, ηλεκτρονικά μηνύματα, τηλεφωνήματα, διασκέψεις, τηλεδιασκέψεις – κάπως έτσι είναι πλέον ο χρόνος-κομφετί της καθημερινότητάς μας. «Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια, / Ποιος μας τεμάχισε τις ώρες, / Ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;», αναλογίζεται ο Κώστας Μόντης στην προμετωπίδα των Στιγμών του που εκδίδονται το 1958, ένα ερώτημα που σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο το κομμάτιασμα του χρόνου μας.

Ο καταιγισμός των πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν καθημερινά και η επακόλουθη δυσκολία στη διαχείριση, την επεξεργασία και την αφομοίωσή τους έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση μιας επιφανειακής και επιδερμικής εμπλοκής μας με τη γνώση. Μέσα σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα η ενεργητική και στοχαστική απορία, αυτό που οι αρχαίοι απέδιδαν με το ρήμα «θαυμάζω» και που ο Πλάτωνας στον Θεαίτητο ανάγει σε αρχή της φιλοσοφίας (μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη 155d) έχει παραγκωνιστεί από το φιλοπερίεργον, μια περιέργεια που είναι όμως ρηχή και που εξαντλείται στην επιφάνεια και το φαίνεσθαι των πραγμάτων. Αναζητούμε συνεχώς το άλλο, το διαφορετικό, το καινούργιο, το καινοτόμο, το καινοφανές, αυτό που αναφύεται στον ορίζοντα – το νέο άλμπουμ, το νέο gadget, το νέο μοντέλο τηλεφώνου, αυτοκινήτου, υπολογιστή, το νέο application – με αποτέλεσμα να διατελούμε σε διαρκή αναμονή, περιμένοντας κι εμείς τον δικό μας Γκοντό, χωρίς να μπορούμε να απολαύσουμε το παρόν, τις στιγμές, τα μικρά θαύματα που μας περιβάλλουν. Είμαστε ένας πολιτισμός καταδικασμένος σε «χρόνια απογοήτευση» γράφει ο Allan Watts στο βιβλίο του DoesitMatter? EssaysonMansRelationtoMateriality (1970). Θέλοντας να αποδώσει παραστατικά την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον ενεργητικό θαυμασμό και την περιέργεια, ο φιλόσοφος John Locke (1632-1704) στο δοκίμιό του OftheConductoftheUnderstandingχρησιμοποιεί την εικόνα ενός ιππέα, ο οποίος διασχίζει την ύπαιθρο με το άλογό του. Καθώς τρέχει με το άλογό του ο ιππέας έχει μεν τη δυνατότητα να δει το περιβάλλον τοπίο (τα βουνά, τις πεδιάδες, τα ρυάκια), η εικόνα όμως που προσλαμβάνει δεν μπορεί παρά να είναι ελλιπής· μια εικόνα θολή και συγκεχυμένη. Για να μπορέσει να γνωρίσει πραγματικά και ουσιαστικά τον περιβάλλοντα χώρο ο ιππέας πρέπει να ελαττώσει ταχύτητα. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να σταματήσει εντελώς και να αφιππεύσει, ώστε να μπορέσει να αγγίξει το χώμα, να παρατηρήσει προσεκτικά τα φυτά και τα ζώα, ακόμη και να σκάψει, αφού οι μεγαλύτεροι θησαυροί βρίσκονται συνήθως κρυμμένοι βαθιά, κάτω από την επιφάνεια· ἡ φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ, είχε πει κάποτε ο Ηράκλειτος. Αλήθεια, πόσοι άραγε έχουμε δει πραγματικά και όχι μέσα από τη ματιά των άλλων τον Παρθενώνα, την Ολυμπία, το θέατρο της Επιδαύρου; Δώσαμε ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό μας να τα αγγίξουμε, να τα αφουγκραστούμε, να τα πρωτογνωρίσουμε; Πόσο συχνά κατεβαίνουμε από το δικό μας άλογο; Πόσο συχνά αισθανόμαστε την ανάγκη να γονατίσουμε στο χώμα και, αδιαφορώντας για τα ρούχα, τα χέρια, τα νύχια μας, ν᾽ αρχίσουμε να σκάβουμε;

Για να υπάρξει πραγματική καταβύθιση στο είναι των πραγμάτων, πρέπει να είμαστε σε θέση να αφεθούμε· να απεγκλωβιστούμε από την τυραννία του χρόνου, τη χρησιμοθηρική αναζήτηση της γνώσης, τον καριερισμό, την εργασιομανία και να νιώσουμε την ελευθερία που αισθάνονται τα παιδιά όταν ακόμη αντιλαμβάνονται απλώς σαν μουσική τους τακτούς κτύπους του εκκρεμούς. Αυτό που χρειάζεται, με άλλα λόγια, δεν είναι να σταματήσουμε να εργαζόμαστε – κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο και μη ρεαλιστικό – αλλά να υιοθετήσουμε μια διαφορετική στάση έναντι του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου που μας περιβάλλει: να ακούμε πιο ουσιαστικά, να βλέπουμε πιο βαθιά και διεισδυτικά, να μην εξάγουμε εύκολα κι απλοϊκά συμπεράσματα, να μην ικανοποιούμαστε με το εύκολο και το εύπεπτο, να μη μας ενδιαφέρει μόνο το χρησιμοθηρικό. Να σκεφτόμαστε πολύ. Άλλωστε, αυτά δεν είναι που διαφοροποιούν τους κοινούς θνητούς, που γνωρίζουν μόνο τα γιγνόμενα, από τους σοφούς που αισθάνονται επιπλέον και τα όσα πλησιάζουν; Οἱ δὲ σοφοὶ προσιόντων…

Η σχολή είναι πάνω απ’ όλα τρόπος σκέψης και στάση ζωής. Εν ολίγοις, είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να μη χάσει την ουσία του, να μη χάσει επαφή με τον εαυτό του. Σε στιγμές σχολής είναι που συναντούμε ξανά τους εαυτούς μας, υποβάλλοντας κάθε φορά τα τρία καίρια υπαρξιακά ερωτήματα: Από πού έρχομαι; Ποιος είμαι; Πού βαδίζω; Οι στιγμές σχολής όμως δεν μας επιτρέπουν μόνο να πάμε βαθύτερα μέσα μας, αλλά και να γνωρίσουμε τον κόσμο εκ νέου, μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Αλλιώς είναι να κοιτάς ένα τριαντάφυλλο από το μικροσκόπιο του εργαστηρίου, προσπαθώντας να το ταξινομήσεις, να το ονομάσεις και να το περιγράψεις επιστημονικά, κι αλλιώς να προσπαθείς να γνωρίσεις το ίδιο τριαντάφυλλο αφήνοντας το άρωμά του να σε κυριεύσει, αγγίζοντας απαλά τα πέταλά του, παρατηρώντας τις πιο λεπτές αποχρώσεις του. Επιπρόσθετα, σε στιγμές σχολής είναι που βρίσκουμε πολλές φορές απαντήσεις σε επίμονα ερωτήματα, διεξόδους σε αδιέξοδα, έμπνευση και νέες ιδέες· αυτό που οι ξένοι ονομάζουν “Eureka moments”, από κείνο το αρχαίο και τρανταχτό «Eὕρηκα» του δικού μας του Αρχιμήδη, κάπου στις Συρακούσες τον 3ο αι. π.Χ.  Όλοι βιώσαμε λίγο ή πολύ τέτοιες εμπειρίες, όταν σε ανύποπτο χρόνο, σε μια στιγμή χαλάρωσης και περισυλλογής, αισθανθήκαμε να μας πλημμυρίζει ένα είδος φώτισης, μια πρωτόγνωρη καθαρότητα στη σκέψη. Σε αυτή ακριβώς τη φώτιση τις ώρες της σχολής φαίνεται να αναφέρεται κι εκείνος ο συγκλονιστικός στίχος από τον Ψαλμό 46: Σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι Θεός εἰμι.

Τέτοιες στιγμές σχολής, για να επανέλθω εν είδει κυκλικής σύνθεσης στον πρόλογο,  είχαμε όλοι σε μεγαλύτερες δόσεις τούτες τις πρωτόγνωρες μέρες του εγκλεισμού μας, όταν αναγκαστήκαμε να πατήσουμε ξαφνικά φρένο κι όταν από τη μια μέρα στην άλλη το ρολόι έχασε την κυριαρχία του στην καθημερινότητά μας – αν και δεν είναι εντελώς απόν, αφού το διαδίκτυο φροντίζει ώστε να μας κρατά διαρκώς connected. Σε τούτο το «πάγωμα» εκόντες άκοντες βρήκαμε χρόνο να αντικρύσουμε τους εαυτούς μας, να σκεφτούμε (άλλοι λίγο, άλλοι πολύ), να αναθεωρήσουμε, να προβληματιστούμε, να νιώσουμε συντριβή μπροστά στην αλλαγή και αλλοίωση που ανακαλύψαμε στα κρυφά πορτρέτα μας. Ας ελπίσουμε ότι τέτοιου είδους παύσεις θα συνεχίσουν να υφίστανται ακόμα κι όταν επανέλθουμε στην κανονικότητα. Γιατί το ζητούμενο είναι αυτή η επιστροφή να μην είναι πισωγύρισμα, αλλά μια νέα αρχή, που θα μας πάει – με αμυχές και τραύματα έστω – ένα βήμα πιο μπροστά. Ας ευχηθούμε ότι αυτή η νέα κανονικότητα θα έχει περισσότερες παύσεις, περισσότερες ουσιαστικές σιωπές, περισσότερη σχολή, περισσότερες στιγμές φώτισης. «Δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον» (Mκ. 6.31)

*Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας, Θεολογική Σχολή Εκκλησίας Κύπρου



Comments (0)





Add a new comment:







Newsletter











349