«Αυτά σας μαθαίνουν στο σχολείο;»


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*

Παρόλο που η πιο πάνω έμμεση επιτιμητική και σαρκαστική παρατήρηση ενηλίκων προς εφήβους για ανάρμοστη συμπεριφορά ακούγεται πολύ πιο αραιά σήμερα από ό,τι προηγουμένως, δεν έπαυσε, πιστεύω, να εκφράζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια απρεπή συμπεριφορά της σημερινής νεολαίας. Πιστεύω μάλιστα πως ο κύριος λόγος που οι ενήλικες συγκρατούνται σήμερα σε κάποιο βαθμό και δεν εκρήγνυνται όπως στο παρελθόν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι γιατί φοβούνται βίαιη αντίδραση των νεαρών εναντίον τους παρά γιατί ενοχλούνται λιγότερο από τέτοιες συμπεριφορές.

Εκείνο βεβαίως που μας ενδιαφέρει στο άρθρο αυτό σχετικά με την πιο πάνω παρατήρηση δεν είναι η συχνότητα της χρήσης της αλλά οι πολύ ενδιαφέρουσες για μας τους εκπαιδευτικούς δυο παραδοχές (assumptions) που αυτή εκφράζει, πρώτα, ότι η εκπαίδευση (και όχι η οικογένεια) είναι ο θεσμός που είναι κυρίως επιφορτισμένος με το καθήκον της αγωγής των νέων και, δεύτερο, ότι η σημερινή απαράδεκτη συμπεριφορά πολλών μαθητών δεν είναι αποτέλεσμα ελαττωματικής λειτουργίας της εκπαίδευσης αλλά της ανυπακοής των μαθητών στις παραινέσεις της.

Η σκέψη αυτή γεννά ασφαλώς την εξής απορία: Τι είναι εκείνο που έκανε τη σημερινή κοινωνία μας να υποτιμά σχεδόν παντελώς τον άλλο σημαντικό  παράγοντα της ανατροφής και αγωγής των παιδιών και μάλιστα πρώτο στη χρονική σειρά, δηλαδή  την κοινωνικοποίηση, που είναι πρωτίστως έργο των γονέων και του γενικότερου οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος;  Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να αρνηθεί πως είναι ο πατέρας και η μητέρα (παλαιότερα μαζί με τον παππού και τη γιαγιά) που φυσιολογικά αναμένονται να πουν πρώτοι στα παιδιά τους  πως κάτι που είπαν (ψέματα, βρισιά) ή έκαναν (χτύπησαν τον μικρό αδελφό τους ή ένα συμμαθητή τους, έκλεψαν κάτι, παραμελούν τις σχολικές υποχρεώσεις τους, δεν συμπεριφέρονται με σεβασμό και ευγένεια στους ξένους) δεν είναι σωστό ούτε αποδεκτό από την  κοινωνία και πως πρέπει να προσπαθήσουν να μην το ξανακάνουν, και να επαναλάβουν τη συμβουλή αυτή ξανά και ξανά μέχρις ότου η καλή πράξη γίνει συνήθεια. Είναι ο πατέρας και η μητέρα που, με όσα λένε στο σπίτι αλλά και τη γενική αυθόρμητη συμπεριφορά τους, ακόμα και με τις ιστορίες και τα παραμύθια που διηγούνται στα παιδιά τους, επηρεάζουν τα συναισθήματα, τις αντιλήψεις και τις στάσεις  των παιδιών  τους έναντι των αξιών που αποδέχεται και υιοθετεί η έξω κοινωνία. Αυτό μας λέει και ο Αριστοτέλης: «Καμιά από τις ηθικές αρετές δεν είναι μέσα μας εκ φύσεως…Τις ηθικές αρετές τις αποκτούμε, αφού πρώτα προβήκαμε σε ενέργειες άσκησης, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις άλλες  τέχνες …για παράδειγμα οικοδόμους  ..κιθαριστές...»(Ηθικά Νικομάχεια,Β,1,1-8). Ασφαλώς δεν είναι ανάγκη να πάμε στον Αριστοτέλη  για να μας το επιβεβαιώσει. Πιο σημαντική είναι, νομίζω η γνώση πως έτσι γινόταν από τα πανάρχαια χρόνια, όταν δεν υπήρχε η οργανωμένη θεσμική εκπαίδευση που λειτουργεί σήμερα και πως έτσι εξακολουθεί να γίνεται, όπως μας λένε οι ανθρωπολόγοι, σε περιοχές λιγότερο αναπτυγμένες εκπαιδευτικά. Γιατί λοιπόν η κοινωνία μας δυσκολεύεται να κατανοήσει και να εκτιμήσει τον ρόλο της κοινωνικοποίησης;

Ο βασικός λόγος, πιστεύω, είναι η επιβίωση μέχρι σήμερα στην Κύπρο των ιδεών του Διαφωτισμού για τη μεγάλη δύναμη της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς. Μέχρι πριν λίγα χρόνια επαναλαμβανόταν κατά κόρον το απόφθεγμα «το άνοιγμα ενός σχολείου οδηγεί στο κλείσιμο μιας φυλακής» και οι Ελληνοκύπριοι γονείς συμβούλευαν τα παιδιά τους «να πάνε στο σχολείο (γυμνάσιο) για να γίνουν  άνθρωποι». Ακόμα και σήμερα ένα μεγάλο μέρος του λαού μας μένουν κατάπληκτοι όταν ακούσουν ότι ένας μορφωμένος διέπραξε ένα σοβαρό  έγκλημα(κατάχρηση, εκβιασμό κλπ). Το θεωρούν απίστευτο.

Η παραδοχή αυτή φάνηκε να επαληθεύεται  τα πρώτα εβδομήντα χρόνια  του 20ού αιώνα χάρη στην τεράστια βοήθεια που πρόσφεραν στην εκπαίδευση αθόρυβα και ουσιαστικά χωρίς αναγνώριση η οικογένεια και η ενθουσιώδης για τον πολιτισμό  και την  πρόοδο ελληνοκυπριακή κοινωνία με τη μορφή της κοινωνικοποίησης. Η παραδοχή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο τη δεκαετία του 1960 με τη μεγάλη διαφήμιση της εκπαίδευσης ως της καλύτερης επένδυσης.

Η καταστροφή ήλθε μετά το 1974, όταν στις πολύ αρνητικές για την υγιή κοινωνικοποίηση των νέων τρεις βαθιές  κοινωνικές αλλαγές (εξάλειψη της παλιάς  εκτεταμένης οικογένειας, σημαντική μείωση του χρόνου που μπορεί να διαθέσει η σημερινή μητέρα για την ανατροφή των παιδιών της, λόγω της επέκτασης της ανάγκης  απασχόλησης της πλειοψηφίας των μητέρων σε κάποια εργασία έξω από το σπίτι, και  μεγάλος αριθμός μονογονεϊκών οικογενειών λόγω διαζυγίων), προστέθηκε και το θανάσιμο πλήγμα της διάλυσης της ελληνοκυπριακής κοινωνίας από τον διασκορπισμό και τη μιζέρια χιλιάδων οικογενειών που επέφερε η Τουρκική Εισβολή.

Συγκεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι η πιθανότερη εξήγηση της συντήρησης μέχρι σήμερα της βαθιάς εμπιστοσύνης και πίστης  της ελληνοκυπριακής κοινωνίας στη μεγάλη προσφορά της εκπαίδευσης στην αγωγή των παιδιών είναι  ότι αυτή ουδέποτε ενημερώθηκε σωστά και υπεύθυνα για τον ουσιαστικό ρόλο της οικογένειας και της ευρύτερης κοινωνίας ή ότι, και αν ενημερώθηκε, δεν πίστεψε ότι κάτι άτυπο, απρογραμμάτιστο και ανοργάνωτο όπως οι διεργασίες μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση πάνω στο χαρακτήρα των παιδιών. Είναι και αυτή η παραδοχή κατάλοιπο της επιρροής του Διαφωτισμού.

*Πρώην αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου




Comments (2)

  1. Μιχάλης Α. Πόλης:
    Dec 21, 2020 at 05:41 PM

    Ο φειδόμενος της ράβδου αυτού μισεί τον υιόν αυτού· αλλ’ ο αγαπών αυτόν παιδεύει αυτόν εν καιρώ.»—Παροιμίες, Παλαιά Διαθήκη 13:24.

  2. Μιχάλης Α. Πόλης:
    Dec 21, 2020 at 05:46 PM

    Ο πηλός αν μη δαρή, κέραμος ου γίγνεται. (αρχαία παροιμία)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter













759