Σπίρτο


ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ*

Άνοιγε το σπιρτόκουτο, έπαιρνε – σχεδόν ευλαβικά, παρατήρησα, λες και υπηρετούσε μία αδιόρατη ιερουργία, μία συμπαντική λειτουργία για τ’ αγιόξυλο – ένα τεμάχιο, το περιεργαζόταν σχολαστικά, τ’ ακουμπούσε με προσοχή, να φτάσει βαθιά το χέρι ήθελε, μέχρι τα σωθικά του. Τη ρώτησα τι κάνει. Με κοίταξε, ξανάβαλε στο χέρι το σπίρτο – άγρια, απότομα, παθιασμένα, μ’ αχόρταγη αδημονία. Βιαστικά το έτριψε πάνω στη σωστή πλευρά του κουτιού και βγήκε φλόγα. Με ρώτησε τι μπορώ να δω. Μου ζήτησε να μιλήσω αμέσως, να μη σκεφτώ. Γιατί η φλόγα σβήνει και χάνεται και αφήνει πίσω στάχτες μόνο και αποκαΐδια. Και πώς να ξανακάνεις ξύλο ό,τι έχει καεί; Θα ήθελες, αλλά δεν θα μπορέσεις ποτέ. Κάηκε πάει να πει έφυγε, έσβησε και χάθηκε στη χούφτα και στον χρόνο. Φυσάς και σκορπίζεται σάρκα και ψυχή. Και τι μένει; Τι μένει, για να θυμίζει τη ζωή; Πες μου! Ένα σβήσιμο μαυριδερό, μία αμυχή καπνιάς, μία σκιά, μία τόσο αδιόρατη γραμμή που λες και δεν φτιάχτηκε ποτέ το ξύλο και δεν έζησε τίποτε αυτό – ούτε για μία στιγμή, ούτε για τη στιγμή που καίει και βγάζει φως και κάνει τους ανθρώπους να το θεωρούν χρήσιμο και να το βάζουν στην αγκαλιά της αφής τους. Στο χέρι σου μένει μόνο όσο το θες. Υπάκουο στρατιωτάκι. Όταν αναλωθεί σε κάποια υπηρεσία, δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ. Και δεν διεκδικεί τίποτε – ούτε τον χρόνο σου, ούτε μία σκέψη σου, ούτε καν ένα σημαδάκι ελεημοσύνης. Έκανες ποτέ κηδεία σε σπίρτο; Δεν έκανες.

Στην ερώτησή της δεν υπήρξε απάντηση. Δεν μπόρεσα να δώσω. Όχι, γιατί δεν έβλεπα, αλλά γιατί δεν ήξερα τι θα μπορούσα να δω, τι θα έπρεπε να έβλεπα, για να μην καταλάβει ότι δεν κατάλαβα τίποτε από όσα έλεγε και ότι πρόδωσα τη ματιά της και την ψυχή της. Και δεν προλάβαινα να απαντήσω όσο σβέλτα ήθελε. Να δω – μεγάλο πράμα. Να μπορώ να θέλω να δω – ακόμα μεγαλύτερο. «Μη σκας», μου έλεγε, «μην ανησυχείς. Κανείς δεν βλέπει, γιατί τίποτε δεν υπάρχει για τα μάτια. Βλέπεις μόνο άμα έχεις πάθει, βλέπεις μόνο άμα έχεις ζήσει ως σπίρτο μία ζωή. Ή, μάλλον, πολλές σε μία». Θυμάμαι ακόμα αυτά τα λόγια. Και το βλέμμα το σκοτεινιασμένο, που είχε όμως μία κρυφή – όσο να μπορεί ένα αετίσιο μάτι να τη δει – μία καλά κρυμμένη σχισμάδα. Νόμιζα για το χρώμα. Μάλλον για κάτι άλλο. Όσο μπορούσε και αυτό να ρέει, γιατί, κατάλαβα και εγώ μετά, ότι και αυτό είχε στερέψει.

Δεν με άφησε να μάθω τι μουτζούρωνε, σαν στάχτη νεκρική πεθαμένου σπίρτου, την παλάμη της και την ψυχή της. Την έβλεπα που έτριβε με μανία, με λύσσα σχεδόν την παλάμη της κάθε φορά που έβλεπε να υπάρχει η παραμικρή γράμμωση μαυρίλας. Έβαζε νερό και σαπούνι και έτριβε για ένα λεπτό. Ακριβώς. Ξεκίνα να μετράς. Κράτα την αναπνοή σου και ξεκίνα. 1, 2, 3, 4, 5... 60 δευτερόλεπτα. Μία αγωνιώδης ζωή. Την πείραζα. Έλεγα, «Θ., υπάρχει γραμμούλα πάλι». Και στο δικό μου χαμόγελο, έλεγε αμίλητη όσα ένα σπίρτο μπορεί να πει στη χούφτα μέσα των ανθρώπων. Μετά με χτυπούσε ελαφρά στην πλάτη και επιστρέφαμε και οι δύο στο βιβλίο μας και στο τετράδιό μας. Μία-μία μετρούσαμε τις λεξούλες μας – ἐν, εἰς, ἐκ, σύν, πρός, πρό – ποιηματάκι μας τις είχε μάθει η Χρυσή. Νόμιζα ότι μόνο αυτές οι μικρές όριζαν τη ζωή μας και τ’ όνειρό μας για τη φιλολογία και το πάθος μας να βλέπουμε, να ακούμε, αποσβολωμένοι σχεδόν, δασκάλους. Και να πηγαίνουμε σπίτι, να ετοιμάζουμε φυλλάδια, και πότε αυτή εμένα και πότε εγώ αυτήν ως δάσκαλοι να μαθαίνουμε τους κανόνες της γραμματικής. Έφτιαξε ο πατέρας μου έναν μαυροπίνακα με παλιά ξύλα. Αγοράσαμε, με το χαρτζιλίκι μας, και ένα κουτί άσπρες κιμωλίες. Και γράφαμε και λέγαμε τα λόγια που έλεγαν οι μεγάλοι στο σχολείο. Δάσκαλοι φιλολογίας. Η ψυχή μας.

Μέχρι που και αυτές οι λέξεις που αγαπούσαμε άρχισαν να ξεψυχούν και να αφήνουν, σαν πεθαμένα σπίρτα πίσω τους, μαύρες γραμμές. Κόκκινες, είπαν οι άνθρωποι που είδαν πρώτοι και όσοι, εκτελώντας το καθήκον, ακολούθησαν. Πεταμένες κατάχαμα, σκορπισμένες στα πλακάκια του μπάνιου, θρασύτατες στη μορφή, προκλητικές στην όψη. Αγριάδα και τραχύτητα. Όπως τα χαστούκια των ανθρώπων της. Πόσο παράξενο αντίλαλο φρίκης αφήνει η «λεξικότητα» της οικειότητας στην προηγούμενη πρόταση. Ή μάλλον της κτήσης. Λεπτή η γραμμή που χωρίζει έννοιες. Ζωή και θάνατος. Γιατί το σπίρτο δεν το αγαπάς, το κατέχεις. Το χτυπάς, όποτε θες. Το ξυπνάς χαράματα, το βάζεις να κάνει δουλειές, το παραπετάς μετά. Δίχως σεβασμό, δίχως αγάπη, δίχως ψιχίο συμπόνιας, «ανθρωπινότητας». Κι αν τύχει και δεν σου κάνει τη δουλειά, όπως θα ήθελες, αν δεν ανάψει ή αν σβήσει νωρίτερα από τη βουλή σου, το κόβεις. Ή το καταριέσαι. Γιατί του δίνεις εσύ τη ζωή, πιστεύεις. Και μπορείς να του την πάρεις. Βολικό το άλλοθι. Οικογένειά του δεν είσαι, πάντως. Ούτε ο μπαμπάς του ούτε η μαμά του. Δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο χτυπάει και κακομεταχειρίζεται το σπίρτο. Δεν γλιτώνει με τη σιωπή ο άλλος.

Αν κάτι έμαθα τόσα χρόνια μετά είναι, αγαπημένη μου Θ., ότι υπάρχουν σπίρτα με ψυχή. Και τίποτε άλλο στη ζωή δεν αξίζει όσο η ψυχή. (Ψάξτε, συνάδελφοι, για όλα αυτά τα σπίρτα που βρίσκονται στις τάξεις μας και στις ζωές μας. Επειδή γίναμε και είμαστε δάσκαλοι από αγάπη, ναι, μόνο εμείς μπορούμε, όσο προλαβαίνουμε, να σώσουμε τα σπίρτα.)

*Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στη Θ.Π. και στις φιλόλογούς μας στο Γυμνάσιο, Χρυσή Μενελάου και Παντελίτσα Ζηνιέρη. Μας δίδαξαν αξιοπρέπεια.

*Πανεπιστημιακός/Φιλόλογος)




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










2231