Πώς προφέρονταν τα Αρχαία Ελληνικά;


ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ *

Ακούγοντας σήμερα έναν Ευρωπαίο ή Αμερικανό να μιλά Αρχαία Ελληνικά, είναι σχεδόν σίγουρο ότι, όσο καλοί γνώστες και αν είμαστε των παλαιοτέρων μορφών της γλώσσας μας, πολύ λίγα πράγματα θα καταλάβουμε. Και αυτό, διότι εμείς προφέρουμε τα Αρχαία Ελληνικά όπως ακριβώς και τα Νέα, ενώ οι ξένοι έχει καθιερωθεί να τα προφέρουν με την προφορά που ο μεγάλος ελληνιστής του 16ου αι. Έρασμος υποστήριξε ότι μιλιόντουσαν. Παρά τις ατέλειές της, που είχαν επισημανθεί από νωρίς, και παρά τις κάποιες περί του αντιθέτου απόψεις, η ερασμι(α)κή προφορά αποτελεί μία από τις πλέον αξιόπιστες προσεγγίσεις του φωνολογικού συστήματος της Αρχαίας Ελληνικής.

Σύμφωνα με τον Έρασμο, από τα πολλά γράμματα που σήμερα προφέρονται ως [i] (τα ι, η, υ, ει, οι, υι, ῃ), μόνο το ι προφερόταν ως τέτοιο. Το η ακουγόταν ως ē ανοικτό [ee], όπως φαίνεται από την απόδοση ελληνικών λέξεων στη Λατινική και αντίστροφα (Ἀθηνᾶ: Athena, Ἡρακλῆς: Heracles / Felix: Φήλιξ). Το υ προφερόταν όπως το [u] άλλων γλωσσών (μῦς-λατινικό mus, ὑπέρ-super), κάτι που εξηγεί και το γιατί η ηχομιμητική λέξη για τη φωνή των βοδιών είναι μυκᾶται (δηλαδή φωνάζει [muu]) ενώ των εριφίων μηκᾶται (φωνάζει [mee]). Αργότερα το υ ακουγόταν ως [ü], οπότε, για να αποδοθεί στη Λατινική, υιοθετήθηκε άλλο γράφημα, το «ελληνικό y» (Zephyrus, Olympia). Οι δίφθογγοι ει, οι, υι, ῃ, καθώς και η αι, αρχικά προφέρονταν ως δύο φθόγγοι [ei, oi κτλ], όπως διαπιστώνεται από διάφορα φαινόμενα: από τις αυξήσεις (ε+οἴκουν: ωἴκουν, ᾤκουν / ε+αἰσθανόμην: ηἰσθανόμην, ᾐσθανόμην), τις μεταπτώσεις (κεῖμαι-κοίτη, ἀμείβω-ἀμοιβή), από τις μεταγραφές προς και από τα Λατινικά (παλαίστρα: palaestra / Caesar: Καῖσαρ) κτλ. Επιπλέον, το αι είναι αδύνατον να προφερόταν ως [e] και για έναν άλλο λόγο: η λέξη παῖς προέρχεται από τον παλαιότερο τύπο (με δίγαμμα) πάFιδς> πάις> παῖς, όπως και η σφαῖρα από το σφάρι-ια> σφάι-ρα> σφαῖρα κτλ. Ό,τι συμβαίνει με τα ι, συμβαίνει και με τα δύο ο (ο, ω), καθώς μόνο το ο προφερόταν ως [ο], ενώ το ω προφερόταν ως ō [οο], εξ ου και οι ονομασίες ο-μικρόν και ο-μέγα.  Τέλος, μέσα από τη διαφορά στην προφορά ομόηχων σήμερα φθόγγων εξηγείται και η παρουσία ζευγαριών ομόηχων (σήμερα) λέξεων (ὄρος-ὅρος, ὦμος-ὅμως, τεῖχος-τοῖχος), που αλλιώς θα έμενε ανερμήνευτη. Δημιουργήθηκαν, δηλαδή, τα ζεύγη, γιατί αρχικά οι λέξεις προφέρονταν διαφορετικά.           

Ως προς τα σύμφωνα, τα φ, χ, θ αντιπροσώπευαν δασείς φθόγγους, δηλαδή προφέρονταν ως ph, ch, th, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις μεταγραφές στη Λατινική (Φοῖβος: Phoebus, Βάκχος: Bacchus, Θῆβαι: Thebae / physics, character, theory). Είναι φανερό ότι αν τα φ, χ προφέρονταν όπως σήμερα, ως άηχα τριβόμενα, οι Λατίνοι θα χρησιμοποιούσαν τους αντίστοιχους δικούς τους φθόγγους (f, h), τους οποίους ήδη διέθεταν όπως βλέπουμε σε καθαρά λατινικές λέξεις (fides, homo). Όσο για τα β,γ,δ, αυτά προφέρονταν μάλλον ως ηχηρά στιγμικά [b, g, d], όπως φαίνεται στη φράση του κωμικού Κρατίνου «ὁ δ' ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ βῆ λέγωνβαδίζει». Εδώ, με το «βῆ βῆ» αποδίδεται το βέλασμα των προβάτων, κάτι που μπορούμε να εξηγήσουμε μόνο αν το κατανοήσουμε ως [bee bee].     

Στην Ελλάδα η ερασμιακή προφορά δεν έγινε ποτέ αποδεκτή για διάφορους λόγους, κυρίως όμως για έναν προφανή, το ότι θα προέκυπταν δυσκολίες στην προσπάθειά μας να προφέρουμε με διαφορετικό τρόπο τα ίδια γράμματα και εν πολλοίς τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούμε και στη Νέα Ελληνική. Εξάλλου, αναφερόμενοι στην προφορά της Αρχαίας Ελληνικής είναι απαραίτητο να διευκρινίζουμε για ποιαν περίοδο μιλούμε. Διότι, αν και η ερασμιακή προφορά είναι βέβαιο ότι ίσχυε την ομηρική π.χ. εποχή, εντούτοις είναι εξίσου βέβαιο πως με το πέρασμα των χρόνων η προφορά «απλοποιήθηκε» και πλησίασε τη νεοελληνική. Συνεπώς, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να ίσχυε τα ελληνιστικά χρόνια ή τους πρώτους μ.Χ. αιώνες.   

*Φιλόλογος Β.Δ., Σύμβουλος Φιλολογικών Μαθημάτων στο ΥΠΠΑΝ, Μ.Α. στην Κλασική Φιλολογία





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










497