Από τη γλώσσα του Ευαγγελίου στη δημοτική


ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ*

Οι ελληνικές διάλεκτοι της αρχαιότητας άρχισαν την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (τέλος 4ου αι. π.Χ.) να υποχωρούν υπέρ μίας νέας, ενοποιημένης μορφής γλώσσας, της Ελληνιστικής ή Αλεξανδρινής Κοινής. Η γλώσσα αυτή διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα της γρήγορης διάδοσης της Ελληνικής και της ανάγκης να ομιληθεί  μέχρι τα σύνορα της Ινδίας. Η φάση αυτή της Ελληνικής φτάνει μέχρι το 300 μ.Χ. περίπου ή, κατ’ άλλους, μέχρι τον 6ο αι..

Από το τέλος του 4ου αι. π.Χ. η Ελληνιστική Κοινή έγινε η επίσημη γλώσσα εντός κι εκτός Ελλάδος, ενώ αργότερα, η γλώσσα του Χριστιανισμού. Είχε ως βάση την περισσότερο διαδεδομένη και γλώσσα της λογοτεχνίας αττική διάλεκτο, η οποία, όμως, επειδή ομιλείτο πλέον από ανθρώπους που δεν την είχαν ως μητρική, αλλοιώθηκε κι απλουστεύθηκε. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η κλασική αττική διάλεκτος διδασκόταν ακόμα στα σχολεία, οδήγησε κάποια στιγμή στην έκρηξη του κινήματος του Αττικισμού, της μίμησης, δηλαδή, της αττικής διαλέκτου στον γραπτό-λογοτεχνικό λόγο. Αντίθετα, ο κόσμος συνέχιζε να μιλά τη γλώσσα του, με αποτέλεσμα να διασπασθεί η γλώσσα σε προφορική και γραπτή. Αυτό σήμανε την έναρξη του γλωσσικού ζητήματος, το οποίο ταλαιπωρούσε την Ελληνική μέχρι τον 20ο αιώνα (με τη μορφή καθαρεύουσας και δημοτικής).

Πηγές για την προφορική γλώσσα της εποχής αποτελούν η Αγία Γραφή, οι παρατηρήσεις των γραμματικών, αλλά κυρίως οι άφθονοι μη φιλολογικοί πάπυροι της Αιγύπτου, οι οποίοι διασώζουν αυτούσια τη γλώσσα της πτολεμαϊκής περιόδου.    

Από τις πολλές αλλαγές που συντελούνται και που λίγους αιώνες μετά οδηγούν στη Νέα Ελληνική, επισημαίνουμε μερικές:  

Προφορά: Αλλάζει εντελώς και πλησιάζει τη σημερινή. Συγκεκριμένα: Παύει η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, υποχωρεί ο προσωδιακός τονισμός και επικρατεί ο δυναμικός. Έτσι, επινοούνται τονικά σημάδια (οξεία, βαρεία, περισπωμένη), προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκμάθηση της κλασικής προφοράς από τους μαθητές.  Οι δίφθογγοι, που μέχρι τότε προφέρονταν χωριστά, μονοφθογγίζονται. Τα φωνήεντα ι, η, υ, οι, ει, υι, που ήταν διαφορετικά μεταξύ τους, συμπίπτουν ως [i], τα ο και ω ως [ο]. Τα σύμφωνα β, γ, δ (προφέρονταν ως στιγμιαία b, g, d) μετατρέπονται σε εξακολουθητικά. Ο δασύς φθόγγος στην αρχή λέξης σιγάται και επινοούνταισημεία για την ύπαρξη ή απουσία του (δασεία, ψιλή).

Μορφολογία: Στον ενεστώτα διαφοροποιείται η έννοια της διάρκειας από την αντίθετη (εἰμί λέγων ≠λέγω, πβ. αγγλικό I am talking ≠I talk). Ο μέλλοντας γίνεται περιφραστικός: θέλω ἵνα  >θέλ’ νά >θε’ να >θα (στη ΝΕ). Η ευκτική ατονεί και στον ανεξάρτητο λόγο δηλώνεται περιφραστικά, για να καταλήξει στη ΝΕ στην περίφραση θα +παρατατικός (θα έλεγα). Η υποτακτική ενισχύεται με τον σύνδεσμο ἵνα (>ἱνά >να).Ηπροτρεπτική προστακτική στο Ευαγγέλιο δηλώνεται περιφραστικά με το ἄφες: ἄφες ἴδωμεν (από εδώ το ας). Περιφραστικά άρχισε να δηλώνεται και ο παρακείμενος και υπερσυντέλικος (με τη χρήση των εἰμί/ἔχω). Η μέση φωνή ενοποιείται με την παθητική, τα εις -μι ρήματα μεταπλάθονται σε βαρύτονα (δίδωμι >δίδω). Εξομαλύνονται καταλήξεις ονομάτων: δόξα, τῆς δόξης >δόξας/ ὁ ταμίας, τοῦ ταμίου >ταμία, οἱ ταμίαι >ταμίες/ ὁ πατήρ, τόν πατέρα >πατέραν, μετά: ὁ πατέρας. Χρησιμοποιούνται ευρύτερα τα υποκοριστικά, χωρίς υποκοριστική σημασία (παῖς >παιδίον).

Σύνταξη: Η δοτική σταδιακά καταργείται και επικρατούν άλλες πτώσεις (σέ δίδω). Εξ ου καιοι αλλαγές στους εμπρόθετους προσδιορισμούς: ἐν +δοτική (εν τόπω στάσις) >εἰς +αιτιατική, όπως η εις τόπον κίνησις ( εἰς τόν ἀγρόν ν). Η απαρεμφατική σύνταξη με υποκείμενο σε αιτιατική αρχίζει να αναλύεται σε δευτερεύουσα πρόταση (θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ νθρωποι). Κάποια απαρέμφατα διατηρούνται ως έναρθρα (φιλεῖν >τό φιλεῖν >το φιλί).

Λεξιλόγιο: Ανώμαλα ουσιαστικά αντικαθίστανται από ομαλότερα, αρχαίες λέξεις από νεότερες: ναῦς, νηός >πλοῖον /οὖς, ὠτός >ὠτίον (αυτί) /σκίμπους >κράββατος /ἐρυθρός >κόκκινος /ἐσθίω >τρώγω. Δίνονται νέες σημασίες σε παλιές λέξεις: κηδεία: (συγγένεια από γάμο>) κηδεία /παιδεύω: (εκπαιδεύω>) τιμωρώ /ψάριον: (προσφάγι>) ψάρι. Νέες λέξεις εμπλουτίζουν τη γλώσσα: καθημερινός, φυλακίζω, ταπεινοφροσύνη. Εισάγονται λέξεις εβραϊκές και λατινικές: λληλούια, Μεσσίας, Πάσχα, Σάββατον, κουστωδία, ὁσπίτιον.

*Φιλόλογος Β.Δ., Σύμβουλος Φιλολογικών Μαθημάτων στο ΥΠΠΑΝ, Μ.Α. στην Κλασική Φιλολογία  

 

 





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










325