Το μανιφέστο μου για το δημόσιο σχολείο


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ*

Για τα πιο κάτω αφορμή δόθηκε από τα κατά καιρούς εγειρόμενα θέματα περί της παιδείας καθώς και από μια τραγική μου εμπειρία με συνδαιτυμόνα πολιτικό αρχηγό την περίοδο των μεγάλων διαδηλώσεων εκπαιδευτικών και μαθητών για τη μεταρρύθμιση των τετραμήνων και των ενδιάμεσων εξετάσεων. Περιττό να αναφέρω, ότι ο συγκεκριμένος αποφαινόμενος επί του θέματος και αγνοώντας το γεγονός, ότι όλοι μας στο τραπέζι ήμασταν εκπαιδευτικοί, προσέβαλε τους εκπαιδευτικούς ως αδικαιολόγητους και «φυγόπονους» και ταυτόχρονα εκτέθηκε ενώπιόν μας με την παντελή του άγνοια περί του νομοσχεδίου. Έτσι, καταθέτω την μέσα από την δεκαεξηκοντούτις σχολική μου εμπειρία και από την ιδιότητά μου ως γονέα μαθητών τη δική μου θεώρηση, το δικό μου μανιφέστο και όστις θέλει οπίσω μου ελθείν. Όστις διαφωνεί καλώς πράττει.

Είναι λυπηρό, λοιπόν, και απογοητευτικό συνάμα το γεγονός ιθύνοντες, πολιτικοί και τεχνοκράτες να μην κατέχουν την σχολική πραγματικότητα και να εκτοξεύουν πότε μεταρρυθμίσεις, πότε εγκυκλίους, πότε συστάσεις και πότε κατηγορίες. Παράδειγμα, ουδείς υποστηρίζει, ότι η μεταρρύθμιση για τις εξετάσεις των τετραμήνων ως εγχείρημα δεν είχε καλές προθέσεις. Ωστόσο, όλος ο μεζές που τα συνοδεύει είναι εκτός πραγματικότητας. Η ύλη αντί λογικά να μειωθεί λόγο της σύμπτυξης του χρόνου, είτε έμεινε ή ίδια, που ήταν έτσι και αλλιώς ογκωδέστατη είτε, αν είναι δυνατόν, αυξήθηκε. Επίσης, όλο το νέο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών με τις χίλιες δυο παραμέτρους και τα άλλα τόσα στατιστικά στοιχεία που υποχρεώνει τον καθηγητή να τηρεί, όχι ελεύθερο και χαρούμενο και δίκαιο σχολείο δεν προάγει αλλά ρομποτοποίησε ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες, φόρτωσε ακόμη ένα βραχνά στους εκπαιδευτικούς, αποστείρωσε και αφαίμαξε συναισθηματικά ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της τάξης, κατέστησε τους εκπαιδευτικούς από ελεύθερους να διαδράσουν και να κοινωνήσουν μετά των μαθητών τους σε υπαλλήλους τύπου λογιστή και φοροεισπράκτορα.

Κατ’ επέκταση μεγάλο τραύμα της παιδείας μας σήμερα παραμένει η παραπαιδεία. Αφού η ύλη είναι ογκωδέστατη, ο χρόνος είναι εχθρός και το σύστημα στριφνό, η παραπαιδεία μένει το μοναδικό καταφύγιο. Είναι αναπόδραστο. Θεραπεία δεν υπάρχει, όσο η κατάσταση μένει στα ίδια. Όσο ο ανταγωνισμός καλά κρατεί, τόσο θα κρατούν και θα βασιλεύουν τα επιπλέον συνεπικουρούμενα μαθήματα. Και αυτό συνιστά μέγιστο έγκλημα εκ μέρους της πολιτείας, διότι έτσι παγιώνει μια κοινωνική αδικία, μια και δεν μπορούν όλοι λόγω κοινωνικοοικονομικής οικογενειακής κατάστασης να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες. Όσοι μπορούν προχωρούν. Όσοι δεν έχουν… απλά δεν έχουν. Όπως απαράδεκτη κοινωνική αδικία συνιστά και ο όγκος της κατ’ οίκον εργασίας από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, αφού εκ των πραγμάτων δεν έχουν όλοι οι μαθητές την ίδια υποστήριξη στο σπίτι. Πώς απαιτεί το σχολείο λοιπόν, να ανταποκριθούν όλοι οι μαθητές στον ίδιο βαθμό, όταν κανένας δεν έχει οικογενειακά τις ίδιες ευκαιρίες και συνθήκες; Άρα επιτυχώς και μπράβο στο σύστημα, που επίσημα πλέον και ανερυθρίαστα εισάγει στο σχολείο την κοινωνική αδικία και το φαινόμενο της ύπαρξης μαθητών δύο ταχυτήτων.

Εξηγούμαι, ότι, τα περί του θέματος της κοινωνικής αδικίας τυγχάνω να τα ξέρω από πρώτο χέρι, μια και υπηρετώ πολλά χρόνια στην Τεχνική Εκπαίδευση με τα διάφορα θέματα που ως γνωστό την χαρακτηρίζουν και την ταλανίζουν, και για τα οποία πολλοί αδιάφορα σφυρίζουν. Γενικά, όμως, παρεκτός κάποιων τάξεων «επιλέκτων» στα Λύκεια, είναι γεγονός ότι οι μαθητές μας σήμερα σε πολύ μεγάλο ποσοστό βιώνουν τρομακτικές ψυχολογικές καταστάσεις, γονεϊκής υπαιτιότητας οι πλείστες, οι υπόλοιπες λόγω ατυχών συγκυριών. Με βαθιές και αιμάσσουσες πληγές ψυχικά, συναισθηματικά ακόμη και σωματικά, ενίοτε φανερές ενίοτε επικινδυνότατα κρυφές, ένας τεράστιος αριθμός μαθητών αποζητά στα σχολεία τη γιατρειά του, υπό ποικίλες μορφές και διαστάσεις. Και αντί η πολιτεία να εγκύψει πατρικά σε αυτήν την κατάσταση και να δώσει άμεσες λύσεις, επιμένει στους υψηλούς εκπαιδευτικούς της στόχους και στην κατάκτηση των αριστείων. Κι αυτό σίγουρα δεν αποενοχοποιεί τις διευθύνσεις και τα εκπαιδευτικό σώματα των σχολείων, οι οποίοι στο μέτρο του εφικτού οφείλουν να πράξουν το αυτονόητο. Να δώσουν την αγάπη, την ελευθερία ως αναγνώριση, την ασφάλεια αλλά και την καθοδήγηση και οριοθέτηση στα παιδιά αυτά. Και εννοείται ότι τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει σε καθεστώς απειθαρχίας και «μαθητοπατερισμού» και παραχαϊδευτικότητας. Οτιδήποτε από αυτά είναι ουτοπία και ρομαντισμός. Η διασφάλιση της πειθαρχίας στο σχολικό χώρο και ειδικά στην τάξη θα πρέπει να είναι το πρώτον. Και όλα τα υπόλοιπα με το μέγιστο φιλότιμο που μπορεί να διαθέσει κανείς ακολουθούν νομοτελειακά και διασφαλισμένα. Και ανεπαίσθητα προκύπτει το εξής ερώτημα: Ποια μεταρρύθμιση, ποια πολιτική, ποια εκπαιδευτική στρατηγική είναι δυνατόν να λειτουργήσει σε σχολεία που έχουν ποσοστό αλλόγλωσσων μαθητών περί του ενός τρίτου του συνόλου, ποσοστό μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες του ενός τετάρτου του συνόλου και ποσοστό μαθητών με οικογενειακές τραγωδίες και ψυχολογικές αναπηρίες περί του ενός πέμπτου του συνόλου; Παρακαλώ, να μας απαντήσουν επιθεωρητές και ανώτεροι τους, πώς θα εφαρμοστεί όχι μόνο η σχολική μεταρρύθμιση και αξιολόγηση αλλά και να εξαλειφθεί το φαινόμενο των μαθητών δύο ταχυτήτων.

Η συγκυρία της πανδημίας σίγουρα αναστάτωσε το ήδη αναστατωμένο σχολείο. Ευτυχώς που οι εκπαιδευτικοί δεν είναι, όπως ο πιο πάνω πολιτικός αρχηγός φρονούσε, «φυγόπονοι» και κατόρθωσαν το ακατόρθωτο. Η πανδημία όμως έφερε στην επιφάνεια και πολλά άλλα και οφείλουμε να την ευχαριστήσουμε γι’ αυτό. Πρώτον, απάλλαξε τους μαθητές από το απαρχαιωμένο σύστημα της ασήκωτης και άκρως επιβλαβούς για τη σωματική υγεία σχολική τσάντα. Αν είναι δυνατόν, σε ευρωπαϊκή χώρα του σήμερα, μαθητές να κουβαλούν ωσάν αχθοφόροι του λιμανιού σχολικές τσάντες τσιμεντένιου βάρους; Χωρίς να αναφέρω τα πάμπολλα περιστατικά καταπόνησης και τραυματισμών. Δεύτερον, απάλλαξε τις τάξεις από το και πάλιν απαρχαιωμένο σύστημα των διπλών θρανίων. Τόσες και τόσες σειρές και παραγωγές τηλεοπτικές της δύσης βλέπουμε εδώ και πενήντα χρόνια με σχολεία του ενός θρανίου, αλλά εμείς εκεί στο πρωτόγονο χάος μας. Αφού φως και παράδειγμα προβάλλεται σε όλα η Δύση, πώς και τόσα χρόνια δεν πράξαμε το απλούστατο και ευκολότατο και έπειτα τα σπουδαιότερα και μεγαλεπήβολα;

Για να μην υπεισέλθω στα θέματα της τεχνικής υποδομής και οικοδομικής κατάστασης των σχολείων, όπου εκεί τα πράγματα παρεκτός κάποιων εξαιρέσεων στερούνται και μειονεκτούν οικτρά σε σχέση με άλλα αντίστοιχα της «φωτοδότου» Δύσης. Κακές εκτιμήσεις, κακοτεχνίες, ατυχείς προσανατολισμοί των κτιρίων, καυτά τους θερμούς μήνες και ψυγεία κατά τους χειμερινούς, ακαλαίσθητα, άσχημα, κακόγουστα, με ακάθαρτους τοίχους και ελλιπείς εγκαταστάσεις και άλλα τόσα. Συνθήκες εργασίας απαράδεκτες για τους εκπαιδευτικούς ως δημόσιους υπαλλήλους, συνθήκες αξιοθρήνητες και απωθητικές για τους μαθητές. Δεν θα ξεχάσω την εμπειρία μου στον διορισμό σε σχολείο της Λάρνακας, όπου την πρώτη μέρα έκανα για δεκαπέντε λεπτά κύκλους και δεν το εντόπιζα, διότι θεώρησα ότι το συγκεκριμένο κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο και σίγουρα όχι σχολείο!!! Και η έκπληξή μου ακόμη μεγαλύτερη, όταν σε μια τάξη υπήρχαν μόνο δύο θρανία, δύο σπασμένα παράθυρα, μια βιδωμένη στο πάτωμα έδρα και καμιά δεκαριά κατσαρίδες γύρω από πεταμένα αποφάγια!!!

«Επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος» τα περί των δημοσίων σχολείων. Πόσα και πόσα θα μπορούσε να πει ο οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός ή μέλος του προσωπικού των δημόσιων σχολείων γι’ αυτά που βιώνει καθημερινά στο σχολικό περιβάλλον αλλά και για τόσα άλλα που μεταφέρει στο σπίτι του, τα οποία κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει ή να προσμετρήσει. Κι όμως!!! Παρ’ όλη την κατάσταση, παρ’ όλη την κατάκριση, παρ’ όλη την πολεμική, στα δημόσια σχολεία μας γίνονται «θαύματα» από «αγίους» εκπαιδευτικούς.

 Εγώ μένω έκπληκτος πολλές φορές από την διάθεση προσφοράς ακόμα και θυσίας εκπαιδευτικών, για να σώσουν το ένα το απολωλός, για να βοηθήσουν τον αδιάφορο, τον δυσπροσάρμοστο, τον ορφανό, τον εγκαταλελειμμένο, τον θρασύ και τον ιταμό και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Εκπαιδευτικοί, οι οποίοι μέσα σε όλες τις προαναφερθείσες συνθήκες καταφέρνουν να αποσπούν βραβεία, να εξασφαλίζουν θέση σε Πανεπιστήμια ξεχασμένων μαθητών από το σχολείο και τη ζωή, να ανασταίνουν πραγματικά «νεκρούς» εκπαιδευτικά μαθητές. Κι ας λεν κάποιοι ότι είναι φυγόπονοι. Κι ας λεν πολλοί ότι παίρνουν πολλά. Κι ας λεν ότι «καλά την έχουν» οι εκπαιδευτικοί. Η απάντησή μου είναι, «κοπιάστε» αν έχετε τα κότσια και τις δυνάμεις, «κοπιάστε» να δούμε όσους τα υποστηρίζουν πώς θα ανταπεξέλθουν.

Θέλω να τελειώσω με μια ακόμη εμπειρία μου. Γονέας μαθητή μου, με πλησίασε και μου εκμυστηρεύτηκε το πάθημά του.  Ότι, χρόνια λογιστής, του ήρθε στα πενήντα του ο διορισμός και είπε να τον αποδεχθεί, σκεπτόμενος ότι έτσι θα περνούσε όσα χρόνια του έμεναν πριν τη σύνταξη ήρεμα και ξεκούραστα ως εκπαιδευτικός και ας μειώνονταν οι απολαβές του στο ήμισυ. Αποτέλεσμα, άντεξε μόνο τρεις μήνες και παραιτήθηκε. Και από τότε, όπως μου είπε, θαυμάζει και τιμά τους εκπαιδευτικούς!

*Εκπαιδευτικός – Πρόεδρος Πολιτιστικού Συλλόγου ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










846