Ευρήματα για κάποια ρήματα


ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ*

Είναι τόσα πολλά αυτά που πρέπει να ξέρουμε για τα ρήματα της ελληνικής γλώσσας -για την κλίση, την ορθογραφία, τη σύνταξη, τη σημασία τους- που, όσο κι αν ασχοληθούμε με αυτά, πάντα θα υπάρχουν περισσότερα πράγματα να πούμε και να μάθουμε. Σήμερα θα δούμε ακόμα μερικά.

Στην αρχαία ελληνική τα ρήματα όταν έληγαν σε [i] γράφονταν με διάφορους τρόπους: στην οριστική με -η, στην υποτακτική με -ῃ, στην ευκτική με -οι. Το γράμμα αυτό καθόριζε και τη σημασία τους. Έτσι, στις κύριες προτάσεις, «γράφει» σημαίνει: (αυτός) γράφει, «γράφῃ» σημαίνει: (αυτός) να γράφει / ας γράφει, ενώ «γράφοι» σημαίνει: μακάρι να γράφει. Σήμερα όλες οι εγκλίσεις γράφονται με -ει: αυτός γράφει, θέλει να γράφει, ας γράφει – (στην παθητική φωνή:) να γραφτείτε, ας γραφτείτε, θα γραφτείτε κτλ. Παρ’ όλα αυτά, ο κανόνας αυτός του -ει δεν έχει καθολική ισχύ στα ρήματα, όπως κακώς νομίζουν μερικοί και πέφτουν σε σφάλματα. Συγκεκριμένα, η παθητική φωνή του αορίστου, τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα ελληνική, γράφεται με -η και όχι με -ει: ελύθη, λύθηκε, εγράφη, γράφτηκε, συνέβη, συνέβηκε, αφίχθη, αφίχθηκε.   

Μία άλλη ορθογραφική δυσκολία παρουσιάζεται στο ρήμα δίνω. Ο ενεργητικός αόριστος είναι έδωσα (με -ω-) ενώ ο παθητικός δόθηκα (με -ο-). Με ανάλογο τρόπο γράφονται και όλοι οι τύποι που προέρχονται από το θέμα της κάθε φωνής: έδωσαν, δώσαμε, θα δώσετε, αλλά: δόθηκε, δοθήκατε, θα δοθούν. Από το θέμα της παθητικής φωνής (με -ο-) προέρχονται και όλα τα παράγωγα ουσιαστικά: απόδοση, παράδοση, αιμοδότης, επιδότης κτλ. 

Δυσκολία, σχετική με την κλίση των ρημάτων και όχι με την ορθογραφία τους, προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο κάποια ρήματα σχηματίζουν το θέμα του αορίστου της ενεργητικής φωνής. Η μεγάλη πλειονότητα των ρημάτων έχουν ως χαρακτήρα (δηλαδή, τελευταίο γράμμα) του θέματος του αορίστου το γράμμα -σ-, π.χ. ακούω-άκουσα, αγαπώ-αγάπησα, χρησιμοποιώ-χρησιμοποίησα. Αν στον ενεστώτα έχουν χαρακτήρα ουρανικό σύμφωνο (κ,γ,χ), αυτό στον αόριστο ενώνεται με το -σ- και σχηματίζει -ξ- (πλέκω-έπλεξα, ανοίγω-άνοιξα, τρέχω-έτρεξα), ενώ αν έχουν χαρακτήρα χειλικό σύμφωνο (π,β,φ), αυτό μαζί με το -σ- σχηματίζει -ψ- (τρέπω-έτρεψα, τρίβω-έτριψα, γράφω-έγραψα). Τι γίνεται όμως με τα ρήματα που δεν έχουν το -σ- ως χαρακτήρα του αορίστου;

Τα ρήματα που έχουν άσιγμο αόριστο είναι τα υγρόληκτα (με χαρακτήρα λ,ρ) και τα ενρινόληκτα (με χαρακτήρα μ,ν). Τα ρήματα αυτά αρχικά είχαν το -σ-, κάποια στιγμή όμως αυτό αφομοιώθηκε από το υγρό ή το ένρινο (αντίστοιχα) και σχηματίστηκαν δύο όμοια σύμφωνα, ενώ η συλλαβή πριν από αυτά από βραχεία έγινε μακρά, με βάση το φαινόμενο της αναπληρωματικής έκτασης (ή αντέκτασης). Έτσι, το αγγέλλω στα αρχαία ήτανε αρχικά ήγγελσα, μετά ήγελλα και τελικά ήγγειλα. Το μένω: έμενσα-έμεννα-έμεινα. Το (από)νέμω: (απ)ένεμσα-(απ)ένεμμα-(απ)ένειμα.

Παρ’ όλα αυτά, κάποιες δυσκολίες εξακολουθούν να προκύπτουν συχνά στη χρήση αυτών των ρημάτων:

Το κρίνω έχει παρατατικό και αόριστο φαινομενικά τον ίδιο -έκρινα-, καθώς στη νεοελληνική δεν φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στο βραχύ -ι- του παρατατικού και το μακρό του αορίστου. Το ίδιο συμβαίνει και με κάποια άλλα ρήματα.  

Το μένω έχει παρατατικό έμενα και αόριστο έμεινα, συχνά όμως οι δύο τύποι συγχέονται. Παρατατικός (= κατ’ επανάληψη): «Παρέμενε άφωνος κάθε φορά που άκουγε τις απίστευτες αφηγήσεις του παππού του.» Αόριστος (=μία φορά): «Παρέμεινε ψύχραιμος μέχρις ότου πέρασε ο κίνδυνος.» (οριστική). «Αποφάσισε να παραμείνει ουδέτερος και να μη λάβει θέση στη διένεξη των δύο.» (υποτακτική). Αντίστοιχα, ο εξακολουθητικός μέλλοντας είναι θα μένω, ενώ ο στιγμιαίος θα μείνω.

Το στέλλω έχει παρατατικό έστελλα και αόριστο έστειλα. Παρατατικός: «Καθημερινά έστελλε μηνύματα αγάπης και συμφιλίωσης.» Αόριστος: «Του έστειλε απειλητικό μήνυμα αλλά αυτός δεν πτοήθηκε.» (οριστική). «Αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια στους σεισμόπληκτους της περιοχής.» (υποτακτική).

*Φιλόλογος Β.Δ., Σύμβουλος Φιλολογικών Μαθημάτων στο ΥΠΠΑΝ, Μ.Α. στην Κλασική Φιλολογία




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










542