Προβληματισμός Γλωσσολογικής Εταιρείας και CyTEA για το θέμα του βιβλίου Αγγλικών


Με ανακοίνωσή τους η Γλωσσολογική Εταιρεία Κύπρου και ο Σύνδεσμος Εκπαιδευτικών Αγγλικής Κύπρου (Cyprus Teachers of English Association), αναφέρουν ότι: 

"Ως αντιπροσωπευτικοί οργανισμοί των επιστημόνων της γλώσσας και των εκπαιδευτικών της αγγλικής γλώσσας αντίστοιχα στην Κύπρο, εκφράζουν τον προβληματισμό τους για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί τις τελευταίες ημέρες από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας σχετικά με το ποιος είναι ο ρόλος και η αποστολή της διδασκαλίας του μαθήματος αγγλικής στα δημόσια σχολεία.

Συγκεκριμένα, σε ανακοινώσεις και δηλώσεις αντίστοιχα του ΥΠΠΑΝ και του Υπουργού Παιδείας τις τελευταίες μέρες, προβάλλεται εμφατικά η θέση ότι το μάθημα της αγγλικής γλώσσας «δεν είναι ο κατάλληλος τόπος και χρόνος για να γίνουν συζητήσεις ιστορικού περιεχομένου, να αντιμετωπισθούν πράγματα με διάθεση κριτικής σκέψης κ.λπ.», ενώ «δεν προσφέρεται ούτε και αναμένεται να διεκπεραιώνει τέτοια θεματολογία» (π.χ. «αποτίμηση ιστορικών προσωπικοτήτων ή γεγονότων») «ή και να έχει χώρο για κριτική ανάλυση», αφού στο μάθημα αυτό «τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν αγγλικά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Η θέση αυτή, ότι δηλαδή στο μάθημα των αγγλικών δεν προβλέπεται η άσκηση της κριτικής ανάλυσης, όχι μόνο βρίσκεται σε θεμελιώδη ασυμφωνία με την επιστημονική έρευνα γύρω από τη γλωσσοδιδακτική, αλλά αφίσταται και των ιδίων των αναλυτικών προγραμμάτων του ΥΠΠΑΝ για τη διδασκαλία της αγγλικής όπως αυτή καθορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (ΚΕΠΑ) για τις Γλώσσες. Συγκεκριμένα, στους δείκτες επάρκειας για την αγγλική καταγράφονται μεταξύ άλλων τα εξής:

- Καλλιέργεια κριτικής στάσης έναντι των φαινομένων και καταστάσεων της πραγματικότητας

- Καλλιέργεια κριτικής σκέψης

- Ανάπτυξη αντικειμενικής κρίσης και κριτικής αντίληψης

- Αναγνώριση των προσωπικών προκαταλήψεων και στερεοτύπων ή κακής πληροφόρησης ως εμπόδια σε μια αμερόληπτη συζήτηση

- Γνωριμία με άλλες κουλτούρες και πολιτισμούς

- Ευαισθητοποίηση όσον αφορά ξένα ή/ και τοπικά πολιτισμικά στοιχεία

- Αποδοχή της διαφορετικότητας

- Καλλιέργεια πνεύματος κατανόησης και αποδοχής

(Πηγή: http://archeia.moec.gov.cy/sm/114/ap_deiktes_eparkeias_epitychias.zip)

Εξάλλου, όπως σωστά αναφέρεται στους βασικούς άξονες του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών των Ξένων Γλωσσών:

Με τη διδασκαλία του μαθήματος επιδιώκεται: Η πληρέστερη κατανόηση της μητρικής τους γλώσσας και του δικού τους πολιτισμού, η ενδυνάμωση της αυτογνωσίας και της αυτοεκτίμησής τους, αλλά και η αποδοχή της διαφορετικότητας και ο σεβασμός των ανθρώπων με διαφορετική γλώσσα και πολιτισμό. Η συνειδητοποίηση της πολιτισμικής διαφοράς, με τρόπο που να συμβάλει στη βελτίωση της αμοιβαίας κατανόησης των λαών μέσω της αξιοποίησης της γλωσσικής και πολιτισμικής ποικιλομορφίας, η καλλιέργεια ενός αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης και η αντιθετική στάση απέναντι σε φαινόμενα ξενοφοβίας, ρατσισμού και μισαλλοδοξίας.

(Πηγή: http://archeia.moec.gov.cy/mc/2/xenes_glosses_gymnasio_lykeio.pdf)

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως το μάθημα των αγγλικών (αλλά και των άλλων γλωσσών) έχει πολύ ευρύτερες στοχεύσεις όσον αφορά την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των παιδιών και της ευαισθητοποίησής τους σε θέματα κοινωνικά και διαπολιτισμικά, ενώ σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την εκμάθηση απλώς της γραμματικής και του λεξιλογίου της γλώσσας-στόχου. Αυτή η γραμματικοκεντρική αντίληψη στη διδασκαλία της γλώσσας, είτε μιλάμε για πρώτη γλώσσα είτε για δεύτερη ή ξένη, όχι μόνο είναι επιστημονικά παρωχημένη, είναι επίσης αποδεδειγμένα όχι ο καλύτερος τρόπος να διεξάγονται τα γλωσσικά μαθήματα, αφού η επικέντρωση στα λεξικογραμματικά στοιχεία της γλώσσας-στόχου μαζί με όλη τη μεταγλώσσα που χρησιμοποιείται οδηγεί σε στείρα γνώση κανόνων αλλά και σε έλλειψη επικοινωνιακής επάρκειας. Όπως αναγνωρίζεται και στο ΚΕΠΑ, η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα σύνολο γραμματικών κανόνων και λεξιλογίου, αλλά είναι ένα κοινωνικοπολιτισμικό φαινόμενο, το οποίο απαιτεί όχι μόνο ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας, αλλά και άλλων δεξιοτήτων, όπως της κοινωνιογλωσσικής και πραγματολογικής ικανότητας. Έτσι, στόχος του γλωσσικού μαθήματος δεν θα έπρεπε να ήταν μόνο η ανάπτυξη των λεξικογραμματικών γνώσεων των εκπαιδευομένων, αλλά και η παροχή των μέσων για επιτυχή χειρισμό της γλώσσας ώστε να επικοινωνούν όχι μόνο ορθά, αλλά και κατάλληλα σε κάθε επικοινωνιακή περίσταση αναγνωρίζοντας τις κοινωνικοπολιτισμικές νόρμες και αξίες που διέπουν τη χρήση της συγκεκριμένης γλώσσας εντός μιας κοινωνίας, κοινότητας ή ομάδας (ξένης και μη), ώστε να μπορούν να τις αποδομήσουν και να τις αμφισβητήσουν. Κι αυτό το κομμάτι της επικοινωνιακής ικανότητας δεν παπαγαλίζεται: κατακτάται ενεργητικά μέσα από κριτική στάση απέναντι στο γλωσσικό φαινόμενο, μέσα από την ανάπτυξη της δεξιότητας εντοπισμού των αξιών και στάσεων που ενυπάρχουν στη χρήση της γλώσσας. Γι’ αυτό, στη σύγχρονη γλωσσοδιδακτική επιστήμη ο ρόλος των εκπαιδευομένων δεν είναι πλέον αυτός του αντικειμένου, δηλαδή ενός παθητικού δοχείου που πρέπει να γεμίσει με τις έτοιμες και αδιαμφισβήτητες γνώσεις κάποιων άλλων (συγγραφέων, συντακτών/τριών, εκδοτών/τριών κ.ά.). Αντιθέτως, όπως υποστηρίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία, κατά την εκπαιδευτική διαδικασία οι μαθητευόμενες/οι πρέπει από παθητικά αντικείμενα να αρχίσουν να θεωρούνται ενεργητικά υποκείμενα, δηλαδή ανθρώπινα όντα με φωνή και δυνατότητα έκφρασης και συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι μέσα από μια κατεξοχήν κριτική στάση απέναντι στον κόσμο τους. Αυτή είναι μια βασική αρχή της κριτικής προσέγγισης στη γλωσσοδιδακτική με αποδεδειγμένα θετικά μαθησιακά αποτελέσματα.

Άρα η κριτική ανάλυση έχει σημαντικότατη θέση στο γλωσσικό μάθημα και δη στη διδασκαλία της αγγλικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας, πεδίο στο οποίο η διεθνής επιστημονική έρευνα σχετικά με την αξιοποίηση της κριτικής παιδαγωγικής είναι εξεχόντως ανεπτυγμένη. Γι’ αυτό τοποθετήσεις που αποκλείουν την κριτική ανάλυση στο μάθημα της αγγλικής θεωρώντας το μάλιστα ένα σχολικό αντικείμενο εκμάθησης γραμματικής και λεξιλογίου είναι επιστημονικά μιλώντας άτοπες και αναχρονιστικές, ενώ μάλιστα παραπέμπουν ενδεχομένως στη γραμματικομεταφραστική μέθοδο, η οποία διασυνδεόταν με τη διδασκαλία νεκρών γλωσσών. Μια τέτοια μη κριτική αντίληψη του εν λόγω μαθήματος είναι ιδιαίτερα απογοητευτική ιδίως όταν οι εκπαιδευτικοί διεθνώς καλούνται να μην ταυτίζουν το μάθημα των αγγλικών με τη διδασκαλία του τάδε ή του δείνα γραμματικού φαινομένου, αφού η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσο για έκφραση, αλλά είναι μια πρακτική που κατασκευάζει (και κατασκευάζεται από) τους τρόπους με τους οποίους οι εκπαιδευόμενες/οι αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό τους περίγυρο, τις ιστορίες τους, τις δυνατότητες που έχουν για  το μέλλον και εν τέλει τον ίδιο τους τον  εαυτό (Norton & Toohey, 2004). Έτσι, στο πλαίσιο της κριτικής παιδαγωγικής το υλικό και οι διδακτικές προσεγγίσεις οφείλουν να αγγίζουν θέματα κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά, ώστε να αναλύονται κριτικά ιστορικές προσωπικότητες και γεγονότα, θέματα (κοινωνικού και βιολογικού) φύλου, σεξουαλικότητας, κοινωνικής ανισότητας κ.ά.

Επομένως, η πεποίθηση ότι η κριτική ανάλυση δεν έχει χώρο στο μάθημα των αγγλικών αντίκειται σε βασικότατες παραδοχές της επιστημονικής έρευνας γύρω από τον τρόπο διδασκαλίας του εν λόγω μαθήματος. Η γλώσσα, όντας ακριβώς ένα κοινωνικοπολιτισμικό φαινόμενο, παύει να είναι πραγματικά γλώσσα αν διδάσκεται μόνο ως λεξικογραμματικό σύστημα αποπλαισιωμένο από το κοινωνικοπολιτισμικό τοπικό και διεθνές συγκείμενο και τις διαπολιτισμικές του προεκτάσεις. Το γλωσσικό μάθημα δεν αποσκοπεί μονάχα στο να μάθουν τα παιδιά μας να διαβάζουν κείμενα στη γλώσσα-στόχο· πρωτίστως θα έπρεπε να στοχεύει τα παιδιά μας να μάθουν να διαβάζουν τον κόσμο και να βρίσκουν τον ρόλο τους μέσα σε αυτόν. Γι' αυτό σε μια σωστή τάξη τα παιδιά δεν θα αποκτήσουν μόνο τα μέσα για να εκφράζονται π.χ. στα αγγλικά, αλλά ιδανικά θα αποκτήσουν τη δεξιότητα να κρίνουν ώστε να αρθρώνουν τη δική τους φωνή για τα κοινωνικά, ιστορικά, πολιτικά, πολιτισμικά κ.ά. θέματα που τα απασχολούν.

Εν κατακλείδι, ναι, θα συμφωνήσουμε με τον κύριο Υπουργό πως στο μάθημα αυτό «τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν" αγγλικά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Αλλά αν ο τρόπος αυτός δεν περιλαμβάνει κριτική σκέψη, τότε επιστημονικά μιλώντας δεν είναι δυνατόν να είναι ο καλύτερος τρόπος.

Παραπομπή:

Norton, B. & Toohey, K. (2004). Critical pedagogies and language learning: An introduction. In Norton, B. & Toohey, K. (Eds.), Critical pedagogies and language learning. (pp.1-19). Cambridge: Cambridge University Press.





Comments (0)





Add a new comment:






Newsletter










513