Μέτρον άριστον: Με σύνεση και πλάνο - και προπαντός χωρίς να ξεχνάμε την επόμενη μέρα!


ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Γ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ*
Το 2015, σε μια από τις διάσημες TED ομιλίες, o Bill Gates μίλησε για τον μεγαλύτερό του φόβο. «Όταν ήμουν παιδί», είπε, «φοβόμασταν από  ένα πυρηνικό πόλεμο. Τώρα, η πραγματική απειλή είναι μια πανδημία». Πέντε χρόνια μετά, οι προβλέψεις του, όσο τρομακτικές και αν ήταν, επαληθεύονται.

Καθώς γράφω το παρόν άρθρο, ο αριθμός των νεκρών έχει φτάσει τους 13000. Αποφασίζω όμως να γράψω όχι μόνο για το τώρα, αλλά κυρίως για το αύριο. Ο καθένας, σε αυτή τη φάση, οφείλει να προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορεί από τον δικό του τομέα. Είναι Σάββατο βράδυ και ξαναγυρίζω στο μυαλό μου όλα όσα άκουσα αυτή την εβδομάδα για την τιτάνια προσπάθεια που γίνεται, ενώ τα σχολεία είναι κλειστά (και δεν ξέρουμε για πόσο), να συνεχίσουν τα παιδιά μας να μαθαίνουν.

Δεν γράφω με κριτική διάθεση, αλλά περισσότερο για προβληματισμό. Κάποιος θα μπορούσε να γράψει με κριτική διάθεση αν η κατάσταση που περνούμε ήταν προβλέψιμη (τουλάχιστον εντός λογικών ορίων) και θα μπορούσε να υπάρχει αντίστοιχος σχεδιασμός. Βλέπετε, δεν είμαστε όλοι Bill Gates. Οι περισσότεροί μας, ούτε καν θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι τέτοιο.

Μετά λοιπόν από το πρώτο σοκ, όταν συνειδητοποιήσαμε όλοι ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα μείνουν κλειστά για εβδομάδες, ξεκίνησαν φιλότιμες προσπάθειες για να διασφαλιστεί ότι ο χρόνος παραμονής στο σπίτι δεν θα πάει χαμένος. Πρωτοστάτησαν σε αυτό—ως όφειλαν άλλωστε—τα πανεπιστημιακά ιδρύματα του τόπου. Και ακολούθησαν φιλότιμες προσπάθειες και στις δύο κατώτερες βαθμίδες, πρώτα στη μέση εκπαίδευση και μετά στη δημοτική.

Χωρίς να αμφισβητώ τις προσπάθειες που γίνονται, με προβληματίζουν τα ακόλουθα:

-          Στην προσπάθειά μας να δείξουμε ότι γίνεται δουλειά, ξεκίνησε να στέλνεται υλικό στα παιδιά. Σε κάποιες περιπτώσεις, το υλικό αυτό αφορά σε επαναλήψεις των όσων έχουν διδαχτεί. Σε άλλες περιπτώσεις αφορά σε καινούρια ύλη. Διερωτώμαι: ισοδυναμεί η αποστολή υλικού με διδασκαλία; Διδασκαλία, σύμφωνα, με τους Cohen, Raudenbush και Ball (2003) είναι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του/της εκπαιδευτικού, του μαθητή/της μαθήτριας και του γνωστικού αντικειμένου. Και τονίζω αυτές τις αλληλεπιδράσεις. Η Magdalene Lampert, ιδιαίτερα γνωστή παγκοσμίως για τη μελέτη της γύρω από θέματα διδασκαλίας, αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο για να σκιαγραφήσει αυτές τις αλληλεπιδράσεις και την πολυπλοκότητά τους (βλ. Lampert, 2001). Άρα ξεκάθαρα, το υλικό δεν ισοδυναμεί με διδασκαλία. Το αντεπιχείρημα είναι εύλογο: Αφού δεν μπορούμε να έχουμε τα παιδιά στα σχολεία, πώς μπορούμε να έχουμε αυτές τις αλληλεπιδράσεις; Δεν είμαι ειδικός σε θέματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και θα αφήσω άλλους να μιλήσουν για αυτό. Ξέρω όμως ως διδάσκων ο ίδιος, ότι διαφορετικό είναι να βλέπω τα παιδιά (πιο παλιά) και τώρα τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου στα μάτια για να καταλάβω πότε και τι καταλαβαίνουν και τι δεν καταλαβαίνουν. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι μια λύση ανάγκης, αλλά θα πρέπει να μας προβληματίσει τι και πόσα μπορούν να μάθουν τα παιδιά διαφορετικών ηλικιών (όχι ενήλικες φοιτητές και φοιτήτριες) μέσω της και κυρίως, σε ποιο βαθμό μπορεί να επιτευχθεί μάθηση σε νέα ύλη. Η επιμονή και η εμμονή μας στο να θεωρούμε ότι είτε μέσω της αποστολής υλικού είτε μέσω εξ αποστάσεως εκπαίδευση μπορεί να επιτευχθεί μάθηση σε νέα ύλη σε ικανοποιητικό βαθμό δεν οδηγεί σε αυτοαναίρεσή μας ως εκπαιδευτικών;

-          Και έπειτα, ας υποθέσουμε ότι ως λύση ανάγκης είναι η καλύτερη επιλογή υπό τις περιστάσεις. Έχουν όλα τα παιδιά πρόσβαση σε υπολογιστές και διαδίκτυο; Αν όχι, τι θα γίνει με εκείνα τα παιδιά που δεν έχουν; Θα τους παρέχει το κράτος; Ακόμα και αν εξασφαλίσουμε ότι όλα τα παιδιά έχουν πρόσβαση σε υπολογιστή και διαδίκτυο, έχουν τις δεξιότητες που απαιτούνται για εξ αποστάσεως εκπαίδευση; Και είναι όλα τα παιδιά έτοιμα ως προς τούτο;

-          Σε μια χώρα που (ευτυχώς ακόμα) η εκπαίδευση και η μάθηση εκτιμώνται από τους γονείς και την ευρύτερη κοινωνία (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό), η προσπάθεια αυτή δεν μεταθέτει αρκετό βάρος στους ώμους των ίδιων των γονιών; Μπορούν όλοι οι γονείς να ελέγξουν και προπαντός να στηρίξουν τα παιδιά τους ώστε να δουλέψουν στο υλικό που τους αποστέλλεται; Ας μην ξεχνάμε, ότι λίγο ή πολύ το σχολείο λειτουργεί (ή θα πρέπει να λειτουργεί) ως αντισταθμιστικός παράγοντας στις κοινωνικές ανισότητες και να μετριάζει την ψαλίδα μεταξύ των πιο ευνοημένων και των λιγότερων ευνοημένων παιδιών. Αυτό μας δείχνει η εκπαιδευτική έρευνα, ειδικότερα ερευνητικές προσπάθειες που κατέδειξαν ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που δεν λειτουργούν τα σχολεία μπορεί να ανοίξει περισσότερο η ψαλίδα μεταξύ των προαναφερθεισών κατηγοριών παιδιών.  

-          Και έπειτα, προκύπτει και ένα θέμα που φαίνεται να ξεχνούμε: η ψυχική υγεία μικρών και μεγάλων. Οι ειδικοί επί του αντικειμένου (και εδώ θα πρέπει να μας δώσουν περισσότερο τα φώτα τους οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες από τους χώρους της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας) θα μας πουν ότι ο εγκλεισμός δεν είναι εύκολη υπόθεση και ότι τα άτομα χρειάζονται  στήριξη και υποστήριξη σε τέτοιες περιπτώσεις. Πόσο μάλλον όταν γύρω μας επικρατούν εφιαλτικές καταστάσεις (ήδη το βράδυ που γράφεται το παρόν άρθρο μετράμε τον πρώτο νεκρό και στην Κύπρο). Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, το να φορτώνουμε μικρούς και μεγάλους με επιπρόσθετο βάρος για να «καλύψουν» και να καταλάβουν ποσότητα καινούριας ύλης μπορεί να επιφέρει ακόμα χειρότερα αποτελέσματα.

Γράφω για το σήμερα, αλλά σκέφτομαι το αύριο. Και για να σκεφτούμε σωστά το αύριο, χρειάζεται με σύνεση και φρόνηση να απαντήσουμε σε μια σειρά ερωτημάτων ώστε οι ενέργειές μας να είναι συντονισμένες, συντεταγμένες και στο μέτρο του δυνατού αποδοτικές:

-          Τι είναι εφικτό και ρεαλιστικό να επιτευχθεί ως μάθηση σε νέα ύλη αυτή την περίοδο, ειδικότερα αν τα σχολεία μας αργήσουν να ανοίξουν;

-          Ποια μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν για να βοηθήσουν ΟΛΑ τα παιδιά να μάθουν, ώστε να μην αυξήσουμε τις ανισότητες στο τέλος της προσπάθειας αυτής;

-          Τι ρεαλιστικές αλλαγές μπορούν να γίνουν φέτος (αλλά και την επόμενη χρονιά) για όλες τις ηλικιακές ομάδες των παιδιών, αλλά ειδικότερα για κάποιες που ίσως η κατάσταση αυτή να έχει και τον μεγαλύτερο αντίκτυπο πάνω τους; Δεν αναφέρομαι μόνο στους τελειόφοιτούς μας, αλλά και στα παιδιά της προδημοτικής και της Α΄ Δημοτικού που οι έρευνες μάς δείχνουν πόσο σημαντικές είναι.

-          Τι μέτρα πρέπει να ληφθούν ώστε πέρα από τον γνωστικό τομέα να φροντίσουμε και τον συναισθηματικό τομέα μικρών και μεγάλων;

Οι στιγμές είναι δύσκολες. Δεν είναι η ώρα για να δείξουμε ότι «κάτι γίνεται». Δεν είναι η ώρα για να ανταγωνιστούμε ο ένας τον άλλο ως προς το υλικό που ετοιμάζουμε και στέλνουμε. Είναι η ώρα που χρειάζεται να προγραμματιστούμε με μέτρο και σύνεση, έχοντας πάντα κατά νου την επόμενη μέρα. Γιατί τα σχολεία μας σίγουρα θα ανοίξουν! Και όταν θα ανοίξουν, πρέπει να μην έχουμε —άθελά μας—πολλαπλασιάσει τις ήδη ποικίλες ταχύτητες παιδιών που έχουμε στις τάξεις μας.

Αναφορές:

Cohen, D.K., Raudenbush, S. W., & Ball, D. L. (2003). Resources, instruction, and research. Educational Evaluation and Policy Analysis, 25(2), 119-142.

Lampert, M. (2001). Teaching problems and the problems of teaching. New Haven and London: Yale University.

*  Επίκουρου Καθηγητή Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης

Τμήμα Επιστημών της Αγωγής, Πανεπιστήμιο Κύπρου

 



Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter









3085