Πρόσβαση στα δημόσια κυπριακά πανεπιστήμια: Διευρύνοντας την προέλευση των υποψήφιων φοιτητών


ΤΟΥ ΧΑΡΗ Ρ. ΘΕΟΧΑΡΗ* 

Τα τελευταία μερικά χρόνια, το Πανεπιστήμιο Κύπρου ανακοινώνει το φθινόπωρο την διάθεση κενών θέσεων σε προπτυχιακά προγράμματα για το επικείμενο ακαδημαϊκό έτος, σε υποψηφίους οι οποίοι δεν παρακάθισαν στις Παγκύπριες Εξετάσεις, αλλά έχουν επιτύχει σε εξετάσεις GCE, Βaccalaureate ή άλλες ισοδύναμες. Αυτό προκαλεί τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών συντεχνιών ΟΕΛΜΕΚ, ΠΟΕΔ, ΟΛΤΕΚ, οι οποίες είναι αντίθετες στην πρόθεση αυτή του Πανεπιστημίου Κύπρου με πρόφαση ότι έτσι θεωρούν ότι επιτυγχάνουν την προάσπιση και προστασία του Δημόσιου Σχολείου.

Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις, θεωρούν ότι το Πανεπιστήμιο Κύπρου παραβιάζει τη νομοθεσία περί Παγκύπριων Εξετάσεων και μάλιστα θεωρούν ότι το Πανεπιστήμιο οφείλει να παραχωρήσει όλες τις διαθέσιμες θέσεις σε όσα παιδιά νομότυπα παρακάθισαν στις Παγκύπριες Εξετάσεις, με βάση τη σειρά κατάταξής τους.

Η κατανομή των θέσεων γίνεται με βάση τις διαδικασίες και τα κριτήρια που προνοεί ο περί διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006, όμως με βάση τον Περί Πανεπιστημίου Νόμο (1989-2019) το Συμβούλιο μπορεί ύστερα από συνεννόηση με τη Σύγκλητο να εκδίδει κανονισμούς για τη διαδικασία για τον καθορισμό του αριθμού των προσφερόμενων θέσεων σε νεοεισαγόμενους φοιτητές, τα κριτήρια για την εισαγωγή φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, την εγγραφή, καθώς και τη διαγραφή τους. Επίσης το Συμβούλιο έχει εγκρίνει Κανόνες για την εισαγωγή φοιτητών, για τους οποίους προνοείται ότι θέσεις φοιτητών που παραμένουν αδιάθετες μπορούν να τις διεκδικήσουν βάσει άλλων εξετάσεων και όχι με βάση των περί Παγκυπρίων Εξετάσεων Νόμο του 2006.

Αφήνοντας ασχολίαστο το γεγονός ότι είναι περίεργο συνδικαλιστικές οργανώσεις να απαιτούν να έχουν λόγο στον τρόπο λειτουργίας ενός πανεπιστημίου, ο λόγος που επικαλούνται για τις θέσεις τους είναι η αγωνία τους για την στήριξη των δημόσιων σχολείων. Θυμάμαι όμως ότι όταν επέστρεψα στην Κύπρο το 1992 για να αναλάβω καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπήρχε πολλή συζήτηση δημόσια για το μεγάλο ποσοστό μαθητών (σχεδόν 100%) οι οποίοι παρακολουθούσαν φροντιστηριακά μαθήματα για την προετοιμασία τους για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Η δικαιολογία που έδιναν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ήταν ότι δεν ήταν δουλειά του σχολείου να ετοιμάσει τους μαθητές του για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Σήμερα, η θέση τους είναι ότι οι εξετάσεις αυτές απευθύνονται κυρίως στους μαθητές τους, είναι το κύριο δέλεαρ για προσέλκυση μαθητών. Παρόλο που οι εισαγωγικές εξετάσεις είναι προσβάσιμες σε κάθε κάτοχο απολυτηρίου λυκείου από αναγνωρισμένο σχολείο της Κύπρου, οι μαθητές ιδιωτικών σχολείων έχουν το μειονέκτημα ότι το πρόγραμμα των σχολείων τους δεν τους προετοιμάζει για τις εξετάσεις αυτές, και επομένως θα ήταν σε σημαντικό μειονέκτημα. Ο γονείς αυτών των παιδιών πληρώνουν για τα δημόσια σχολεία, τα οποία δεν χρησιμοποιούν, ακριβώς όπως τους γονείς των μαθητών των δημόσιων σχολείων. Αυτό είναι άδικο. Θα έπρεπε όλα τα παιδιά της Κύπρου να έχουν ισότιμη πρόσβαση στα δημόσια πανεπιστήμια.

Θα μπορούσε η εισδοχή των αποφοίτων όλων των αναγνωρισμένων σχολείων που λειτουργούν στην Κύπρο να γίνεται με μια εξέταση, η οποία δεν θα δίνει σε κανέναν πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, σύμφωνα με το σχολείο φοίτησης (ιδιωτικό ή δημόσιο). Το δοκίμιο θα είναι σε δυο γλώσσες, ελληνικά και αγγλικά, αλλά οι απαντήσεις θα είναι στα ελληνικά. Αυτό θα υποχρεώσει τα ιδιωτικά σχολεία να βελτιώσουν το επίπεδο γνώσης της ελληνικής. Η διδακτέα ύλη για τα περισσότερα γνωστικά αντικείμενα δεν διαφέρουν πολύ από σχολείο σε σχολείο (θα έλεγα σε μεγάλο βαθμό διεθνώς). Η μόνη εξαίρεση είναι ίσως τα Νέα Ελληνικά. Όμως αν αυτή η εξέταση περιοριζόταν σε μια έκθεση ιδεών και ανάλυση ενός αγνώστου κειμένου, τότε όλοι οι ελληνόφωνοι μαθητές θα ήταν σε ίση μεταχείριση.

Επιπλέον, το Πανεπιστήμο θα πρέπει να είναι προσβάσιμο σε άλλους υποψήφιους, πέρα από τους απόφοιτους της Μέσης Εκπαίδευσης της τρέχουσας ακαδημαϊκής χρονιάς. Άπαξ και κάποιος έχει πετύχει ένα βαθμό πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο, αυτός θα πρέπει να ισχύει για κάποιο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, έτσι που κάποιος που για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να καταλάβει τη θέση του στο Πανεπιστήμιο εκείνη τη χρονιά να μπορεί να το κάνει σε κάποιο επόμενο έτος (για παράδειγμα τα επόμενα 5 χρόνια). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει και το σύστημα των ώριμων φοιτητών, δηλαδή μεγαλύτερα άτομα τα οποία δεν μπορούσαν να φοιτήσουν όταν ήταν 18 ή 20 ετών. Έχω γνωρίσει πολύ κόσμο που δεν μπορούσε να σπουδάσει για οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους όταν ήταν 18 ετών, αλλά θα ήθελαν την ευκαιρία τώρα. Η μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών θα συνεχίσει να είναι οι νέοι απόφοιτοι της μέσης εκπαίδευσης, αλλά ο αριθμός τους στο μέλλον θα πρέπει να εμπλουτίζεται και με άτομα μεγαλύτερα (με εμπειρία, βιώματα και ωριμότητα) που θα δημιουργήσουν ένα πιο δυναμικό και πολύχρωμο περιβάλλον.

Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να συνεχίσει να προσπαθεί να προσελκύσει περισσότερους μη-Κύπριους φοιτητές, είτε για πλήρεις σπουδές είτε για περιορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. Erasmus).

Η μεγάλη συνεισφορά του Πανεπιστημίου Κύπρου ήταν ότι έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς νέους Κύπριους να σπουδάσουν που δεν θα είχαν αυτή την ευκαιρία να το κάνουν. Είναι καιρός να ανοίξουμε τις πύλες μας σε περισσότερους.

*Καθηγητής Χημείας, Πανεπιστήμιο Κύπρου





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










594