Πώς πρέπει μια κυβέρνηση να συμβουλεύεται τους ειδικούς;


ΤΟΥ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κ. ΤΣΟΥΚΑ*

Μια ώριμη θεσμικά κοινωνία επιδιώκει να μαθαίνει από τις κρίσεις που διαχειρίζονται οι κρατικές Αρχές, διαφορετικά είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Αν, συνεπώς, δεν αναλύσουμε σε βάθος πώς η κυβέρνησή μας χειρίστηκε την κρίση της πανδημίας και τι προβλήματα δημόσιας υγείας ήρθαν στο φως, ανεπιγνώστως θα τα διαπράξουμε ξανά. Μπορούμε να μάθουμε από άλλες χώρες με μακρά παράδοση δημοσίων ερευνών στο χειρισμό κρίσεων.

Πριν λίγες μέρες, δύο επιτροπές της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) εξέδωσαν ένα κοινό πόρισμα, το οποίο αποτιμά εκτενώς τον τρόπο που η κυβέρνηση και οι δημόσιοι θεσμοί της χώρας χειρίστηκαν την πανδημία. Εντυπωσιάζει τόσο η μεστότητα της ανάλυσης όσο και η ευθύτητα του λόγου. Εντυπωσιάζουν, επίσης, δύο ακόμη στοιχεία.

Πρώτον, το πόρισμα είναι ένα - δεν εξέδωσε κάθε κόμμα το δικό του. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους: ως εκπρόσωποι του έθνους, οι βουλευτές βουλεύθηκαν σε βάθος και κοινοποιούν στους εκλογείς τα συμπεράσματά τους. Η ενιαία έκθεση, λειτουργεί ενοποιητικά για τον «δήμο».

Η εγκυρότητα των συμπερασμάτων δεν απορρέει από κάποια ακλόνητη μεταφυσική αρχή ή αλάνθαστη επιστημονική μέθοδο αλλά από την έλλογη εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλεται το έργο της Βουλής. Πιστεύουμε, δηλαδή, τη «δόξα» (γνώμη) των εκπροσώπων μας («έδοξε τη βουλή») στο μέτρο που τους εμ-πιστευόμαστε, και οι εκπρόσωποί μας τιμούν, με τη σειρά τους, την εμπιστοσύνη μας κάνοντας τη δουλειά τους στοχαστικά. Ενάρετος κύκλος.

Δεύτερον, το κοινοβουλευτικό πόρισμα δεν προκάλεσε υστερικές αντεγκλήσεις στα ΜΜΕ. Βεβαίως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επέκριναν, ορθά, την κυβέρνηση για τους χειρισμούς της – με ψύχραιμο ύφος το έκανε, άλλωστε, και το ίδιο το πόρισμα. Κάτι τέτοιο αναμένεται σε ένα «αγωνιστικό» σύστημα, όπως η φιλελεύθερη δημοκρατία. Η αντιπολίτευση, όμως, ήταν μετρημένη, όχι κατεδαφιστική. Το τελικό ζητούμενο είναι η κριτική να προάγει το κοινό καλό, όχι να αποφέρει, κοντόθωρα, πόντους σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Η ισορροπία είναι δύσκολη και, σε τελική ανάλυση, απότοκος της πολιτικής κουλτούρας μιας χώρας.  

Το πόρισμα επισημαίνει την ανετοιμότητα που διέκρινε το βρετανικό ΕΣΥ στην αντιμετώπιση της πανδημίας και στηλιτεύει τις, εκ του αποτελέσματος, κακές εκτιμήσεις των εντεταλμένων ειδικών. Τεκμηριώνει και επικρίνει τις «μείζονες αστοχίες του κρατικού μηχανισμού», όπως, μεταξύ άλλων, η αποτυχία κρατικών οργανισμών να μοιραστούν πανδημικά δεδομένα, η έλλειψη διαφάνειας των αρμόδιων επιστημονικών επιτροπών, αλλά και η αδυναμία τους να διδαχθούν από τη διεθνή εμπειρία, ιδιαίτερα τις χώρες της Ασίας.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος του πορίσματος είναι εκείνο στο οποίο η κυβέρνηση εγκαλείται όχι γιατί δεν άκουσε τους ειδικούς, αλλά γιατί τους άκουσε υπερβολικά! Με άλλα λόγια, οι επιστήμονες, υπονοεί το πόρισμα, δεν έχουν πάντα δίκιο! Για όσους επικρίνουμε τη φοβική καχυποψία των αρνητών του εμβολίου και τη δυσπιστία τους έναντι της επιστήμης, το πόρισμα λειτουργεί εξισορροπητικά. Μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να πάμε στο άλλο άκρο – να δίνουμε λευκή επιταγή στους επιστήμονες να αποφασίζουν.

«Τους τρεις πρώτους μήνες της πανδημίας», γράφει το πόρισμα, «το ΗΒ ακολούθησε λάθος πολιτική στη χρήση μη-φαρμακευτικών παρεμβάσεων». Η αρχική πολιτική ήταν αυτή της «επιβράδυνσης», αντί της «εξουδετέρωσης της εξάπλωσης του κορωνοϊού». Η εσφαλμένη πολιτική «ακολουθήθηκε μέχρι τις 23 Μαρτίου [2020] εξαιτίας, και όχι κατά παράβαση, της επίσημης επιστημονικής συμβουλής που έλαβε η κυβέρνηση». Αντί για ταχεία απόκριση, «η βραδεία και βαθμιαία» κυβερνητική προσέγγιση οφειλόταν στην άκριτη υιοθέτηση της συμβουλής των επίσημων ειδικών.

Η κυβέρνηση «δεν απέκλινε ουσιωδώς από την επιστημονική συμβουλή που έλαβε», γράφουν οι βουλευτές. «Το γεγονός ότι η προσέγγιση του ΗΒ αντανακλούσε τη συναίνεση μεταξύ της επίσημης επιστημονικής συμβουλής και της κυβέρνησης δείχνει ένα βαθμό ομαδοσκέψης (groupthink), το οποίο σημαίνει ότι δεν είμασταν τόσο ανοιχτοί σε προσεγγίσεις άλλων χωρών – π.χ. νωρίτερα lockdowns, έλεγχοι συνόρων και αποτελεσματική ιχνηλάτηση – όπως θα έπρεπε να είμασταν». Αν το εθνικό lockdown είχε επιβληθεί μία βδομάδα νωρίτερα, «θα είχε μειωθεί στο μισό ο αριθμός των νεκρών».

Τι θα έπρεπε να είχε κάνει η κυβέρνηση, σύμφωνα με το πόρισμα; Να υποβάλλει σε βασανιστικό έλεγχο τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονταν η συμβουλή των τεχνοκρατών, αντί να αποδεχθεί «μοιρολατρικά» ότι η εξάπλωση του κορωνοϊού δεν μπορούσε να ελεγχθεί, εξαιτίας της εικαζόμενης μη αποδοχής παρατεταμένου lockdown από τους πολίτες. Οι υπουργοί πρέπει να διαθέτουν την «αυτοπεποίθηση» και το θάρρος, γράφουν οι βουλευτές, να «θέτουν στιβαρά ερωτήματα» στους ειδικούς – να «ακολουθούν οι ίδιοι [το πνεύμα] της επιστημονικής προσέγγισης». Θα πρέπει, επίσης, να «διευκολύνουν την ισχυρή και δομημένη αντιπαράθεση σε επιστημονικές συμβουλές, συμπεριλαμβανομένων ειδικών από άλλες χώρες και ένα ευρύτερο φάσμα επιστημών».

Το πόρισμα δίνει τροφή για σκέψη. Ποια είναι τα όρια εγκυρότητας της επιστημονικής συμβουλής; Πόσο, πότε και με ποιες προϋποθέσεις πρέπει οι λήπτες αποφάσεων να εμπιστεύονται τους τεχνοκράτες; Ποια η σχέση επιστημονικού και πολιτικού λόγου; Τα ερωτήματα είναι σημαντικά. Θα επανέλθω με την πρώτη ευκαιρία.  

*Kαθηγητής και Κοσμήτορας της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (www.htsoukas.com)    





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










351