Παγκύπριες Εξετάσεις, μέσοι όροι, και (μη) συγκρισιμότητα βαθμών διαχρονικά


ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ*

Κάθε χρόνο μετά την ανακοίνωση αποτελεσμάτων από τις Παγκύπριες Εξετάσεις για εισδοχή στα δημόσια ΑΑΕΙ, συζητούνται οι επιδόσεις και συγκεκριμένα οι μέσοι όροι στα δοκίμια. Αν ο μέσος όρος θεωρηθεί χαμηλός, συνήθως κάτω από τη λεγόμενη «βάση» του 10, ερμηνεύεται ως ένδειξη χαμηλής επίδοσης των υποψηφίων της εκάστοτε χρονιάς. Η σύγκριση επικεντρώνεται και στην αύξηση ή μείωση σε σχέση με τους μέσους όρους της προηγούμενης χρονιάς. Αυτές οι συζητήσεις φανερώνουν διάφορες προβληματικές και λανθασμένες ερμηνείες των βαθμών.

Δεν υπάρχει κάτι ξεχωριστό σε σχέση με τον αριθμό 10 πέρα από το ότι βρίσκεται στο μέσο της κλίμακας 0-20. Ο όρος «βάση» δεν φέρει κάποιο εγγενές νόημα, δεν καθορίζει επιτυχία ή αποτυχία στις εξετάσεις αυτές. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ως «ικανοποιητική» η μέση επίδοση αν αυτή έχει ξεπεράσει το ενδιάμεσο σημείο της κλίμακας. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι σε μια σημαντική διαδικασία όπως οι Παγκύπριες Εξετάσεις, όπου το κίνητρο για καλή επίδοση είναι μεγάλο, και έχει προηγηθεί μεγάλη προσπάθεια και προετοιμασία, η επιθυμητή μέση επίδοση θα έπρεπε να είναι ψηλότερα στην κλίμακα 0-20 και όχι στο 10. Όμως θα μπορούσε να υποστηριχθεί και το αντίθετο: αν γενικά τα δοκίμια των Παγκυπρίων είναι απαιτητικά και δύσκολα, τότε ένας μέσος όρος κοντά στο 10 θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ικανοποιητικός. Ένας βαθμός σε δοκίμιο Παγκυπρίων από μόνος του, χωρίς αναφορά στο περιεχόμενο που εξετάζεται, δεν προσδιορίζει επιτυχία ή αποτυχία στις επιδόσεις των τελειοφοίτων εκείνης της χρονιάς.

Δεύτερο, όταν ένα δοκίμιο στα Μαθηματικά ή στα Αρχαία χορηγείται σε 3000 ή σε 300 άτομα αντίστοιχα, ο μέσος όρος που εξάγεται είναι μια στατιστική περιγραφή της μέσης επίδοσης εκείνης της ομάδας που απάντησε στο δοκίμιο. Ο μέσος όρος είναι συνυφασμένος και με το δοκίμιο που χρησιμοποιήθηκε. Αν ο βαθμός δυσκολίας είναι μεγαλύτερος σε σχέση με παλαιότερα δοκίμια, αυτό από μόνο του θα έχει αρνητική επίπτωση στον μέσο όρο. Η αλλαγή στους μέσους όρους ενός μαθήματος από χρονιά σε χρονιά αντικατοπτρίζει αλλαγές στο μέσο επίπεδο των υποψηφίων και ταυτόχρονα αλλαγές στο βαθμό δυσκολίας του δοκιμίου. Γι’ αυτό δεν δικαιολογούνται οι συγκρίσεις μέσων όρων σε ένα μάθημα από μια χρονιά στην επόμενη για να υποστηριχθεί βελτίωση ή χειροτέρευση των επιδόσεων μιας χρονιάς αποφοίτων. Τα δοκίμια που χορηγούνται δεν είναι τα ίδια, ούτε έχουν τύχει επεξεργασίας για εξίσωση (test equating). Δυστυχώς τέτοιες συγκρίσεις γίνονται συχνά.

Η εκπαιδευτική διαδικασία και οι επιδόσεις επηρεάζονται και από διάφορους συστημικούς παράγοντες που μεταβάλλονται. Ακόμα και σε εκπαιδευτικά συστήματα που είναι σχεδιασμένα να παρακολουθούν τη διαχρονική αλλαγή σε επιδόσεις μέσα από δοκίμια που εξισώνονται, η συγκρισιμότητα καθίσταται δύσκολη ή και αδύνατη λόγω συνθηκών όπως η πανδημία covid-19. Για την Κύπρο, ειδικά φέτος (2022), η διαχρονική σύγκριση δεν είναι δόκιμη μετά την αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης και το διαχωρισμό (α) της απόλυσης μέσω της αξιολόγησης σε τετράμηνα από (β) την πρόσβαση σε πανεπιστήμια μέσα από την ξεχωριστή εξέταση των Παγκυπρίων. Αντίθετα από τις προηγούμενες χρονιές όταν η συμμετοχή στις Παγκύπριες ήταν υποχρεωτική για σκοπούς απόλυσης, με το φετινό σύστημα μια ομάδα αποφοίτων από τα σχολεία της Κύπρου επέλεξαν να μην συμμετέχουν στις Παγκύπριες εξετάσεις, είτε γιατί δεν επιθυμούν να σπουδάσουν, είτε γιατί είχαν διευθετήσει διαφορετικό τρόπο εισδοχής σε πανεπιστήμια. Αυτό σημαίνει ότι η ομάδα υποψηφίων που παρακάθησαν στο δοκίμιο π.χ. των Νέων Ελληνικών φέτος διαφέρει σημαντικά ως προς τη σύνθεσή της από την ομάδα υποψηφίων που εξετάστηκαν στα Νέα Ελληνικά τις περασμένες χρονιές. Μια πιθανή υπόθεση είναι πως φέτος θα αναμέναμε ψηλότερους μέσους όρους: μια ομάδα υποψηφίων που στο παρελθόν υποχρεωτικά παρακάθονταν στις Παγκύπριες χωρίς να επιδιώκουν εξασφάλιση θέσης, με χαμηλό κίνητρο για μέγιστη προσπάθεια κατά την εξέταση (και συνεπώς με χαμηλές επιδόσεις) φέτος μάλλον απείχαν από τις Παγκύπριες. Αν αναμέναμε κάτι, αυτό θα ήταν καλύτερη γενική επίδοση φέτος, αν η δομή και ο βαθμός δυσκολίας του δοκιμίου δεν άλλαζε. Το πόσο καλύτερο μέσο όρο θα μπορούσαμε να περιμένουμε, δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί αφού το δοκίμιο και η δυσκολία του αλλάζουν. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος γιατί οι διαχρονικές συγκρίσεις μέσων όρων στις συγκεκριμένες εξετάσεις δεν ενδείκνυνται – ειδικά φέτος.

Στην ανακοίνωσή του το ΥΠΑΝ σωστά επισημαίνει ότι ο μέσος βαθμός σε ένα δοκίμιο των Παγκυπρίων δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος αποτίμησης των αποτελεσμάτων της τελευταίας τάξης του σχολείου. Ένα δοκίμιο των Παγκυπρίων έχει σκοπό να επιλέξει άτομα για εισδοχή σε πανεπιστημιακές σχολές με συγκεκριμένο αριθμό διαθέσιμων θέσεων, άρα να μπορεί να διακρίνει μεταξύ υποψηφίων σε μια διαβαθμισμένη κλίμακα (norm-referenced). Είναι κατανοητή η επιθυμία να υπάρχουν στοιχεία αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της εκπαίδευσης και να παρακολουθείται η διαχρονική αλλαγή στις επιδόσεις. Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλου είδους εξετάσεις ή διαδικασίες που αξιολογούν με βάση κριτήρια (criterion-referenced).

Η συγκρισιμότητα βαθμών είναι μια ενεργή περιοχή έρευνας με ανοικτά ερωτήματα. Αφορά ζητήματα που προκύπτουν και στο κυπριακό πλαίσιο. Φέτος είχε συζητηθεί το θέμα των «εύλογων προσαρμογών» σε δοκίμια και είχαν ακουστεί παρανοήσεις όπως η δημιουργία γραπτών με ερωτήσεις κλειστού τύπου που θα είναι ισοδύναμα/συγκρίσιμα με αντίστοιχα γραπτά των Παγκυπρίων. Η συγκρισιμότητα σχετίζεται και με το θέμα της χρήσης βαθμών από διαφορετικά μαθήματα για υπολογισμό ενός συνολικού βαθμού πρόσβασης. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη στατιστικής επεξεργασίας βαθμών (την πολυσυζητημένη «αναγωγή»). Αλλά αυτά χρειάζονται ανάπτυξη σε ένα άλλο άρθρο. Πάντως, είναι χρήσιμο η Υπηρεσία Εξετάσεων του ΥΠΑΝ να επεξηγεί τη δυσκολία στη συγκρισιμότητα βαθμών στις ανακοινώσεις της, ιδιαίτερα παρέχοντας πληροφόρηση προς τα ΜΜΕ, ώστε να προβάλλονται έγκυρες ερμηνείες των αποτελεσμάτων.

* Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










2020