Η κουλτούρα της ακύρωσης στο ΡΙΚ;


ΤΟΥ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κ. ΤΣΟΥΚΑ*

Πριν από λίγες εβδομάδες προσκλήθηκα από τη δημοσιογράφο του ΡΙΚ κ. Ελίτα Μιχαηλίδου, στην εκπομπή της «Ντοκουμέντο», προκειμένου να συζητήσουμε για τον Μακάριο. Της είπα ότι δεν είμαι ιστορικός και ότι θα μιλούσα για τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο μόνο ως μελετητής της ηγεσίας. Συμφώνησε και κάναμε μια ωραία συζήτηση, όχι μόνο για τον Μακάριο ως ηγέτη αλλά ευρύτερα για την πολιτική και οργανωσιακή ηγεσία.

Τις προάλλες ενημερώθηκα από το ΡΙΚ ότι η εκπομπή «αναβάλλεται λόγω εκλογών». Εκ πρώτης όψεως είναι ακατανόητο. Το «Ντοκουμέντο» είναι καθιερωμένη εκπομπή, προβάλλεται εκτός ωρών υψηλής ακροαματικότητας, και δεν στερεί χρόνο από εκπομπές πολιτικής επικαιρότητας. Τι σχέση έχουν οι επικείμενες προεδρικές εκλογές με την εκπομπή; Καμία. Μήπως, στη συζήτησή μου με την κ. Μιχαηλίδου, έκανα αναφορές σε τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αθέμιτη πολιτική παρέμβαση στην προεκλογική καμπάνια των υποψηφίων προέδρων; Καθόλου. Γιατί, λοιπόν, η εκπομπή «αναβλήθηκε λόγω εκλογών»;

Υποπτεύεστε την απάντηση, υποθέτω. Οι απόψεις που εξέφρασα ενόχλησαν, πιθανότατα, τη διοίκηση του ΡΙΚ. Η «αναβολή» (διάβαζε: ακύρωση) ήταν ο εύσχημος τρόπος για να μη μεταδοθούν ανεπιθύμητες απόψεις. Τι ακριβώς τους ενόχλησε; Μαντεύω τι, αν και δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Θα σας αναφέρω, όμως, αδρομερώς τι είπα.

Ήμουν ήπια επικριτικός προς τον Μακάριο, τον οποίο περιέγραψα ως έχοντα κυριαρχική παρουσία στο δημόσιο βίο της Κύπρου, με ό,τι αυτό σήμαινε. Ο Μακάριος ενσάρκωνε ένα πατερναλιστικό πρότυπο ηγεσίας. Ενώ η ηγετική του παρουσία ήταν θετικά καθοριστική στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του κυπριακού ελληνισμού της δεκαετίας του 1950, η σχεδόν απόλυτη ηγεμονία του στην μετα-αποικιακή Κυπριακή Δημοκρατία, συμφύροντας τη συμβολική ισχύ τους θρησκευτικού ηγέτη με την πολιτική ισχύ του Προέδρου, αφενός τον ώθησε σε αλαζονικές συμπεριφορές (ιδιαίτερα προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα), αφετέρου επιβράδυνε την θεσμική ωρίμανση της Δημοκρατίας. Σαν τα μεγάλα πεύκα που δεν επιτρέπουν σε φυτά γύρω τους να αναπτυχθούν, η κυριαρχική παρουσία του Μακάριου, σε αντίθεση με αυτή του Νέλσον Μαντέλα, λ.χ., συνέβαλε στη θεσμική καχεξία της χώρας. Είπα, επίσης, ότι ο Μακάριος, όπως συχνά συμβαίνει με σημαντικούς ηγέτες, παγιδεύτηκε μεταξύ δύο αντικρουόμενων αντιλήψεων για το μέλλον της Κύπρου – της ελληνικότητας της Κύπρου από τη μία (πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας) και της δικοινοτικής Κύπρου (πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία), από την άλλη.

Καλώς ή κακώς, αυτή είναι η άποψή μου. Γνωρίζω ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις – ευτυχώς, πάντα υπάρχουν. Το ερώτημα είναι: γιατί η διοίκηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης νομιμοποιείται να ακυρώσει τη γνώμη που εκφέρει ένας καλεσμένος τηλεοπτικής εκπομπής; Αντιλαμβάνεται το ρόλο της ως λογοκριτή ή ως ενορχηστρωτή ενός πολυφωνικού δημοσίου διαλόγου;

Τα ερωτήματά μου είναι ρητορικά. Οι εκάστοτε διοικούντες τη δημόσια ραδιοτηλεόραση τείνουν να αυτοκατανοούνται περισσότερο ως τοποτηρητές κυρίαρχων εθνικών αφηγήσεων (εν προκειμένω: η αγιογράφηση του Μακαρίου) και παραταξιακών συμφερόντων (εν προκειμένω: προστασία της διαπλεκόμενης με το κράτος εθνικοφροσύνης), και λιγότερο ως προασπιστές της επαγγελματικής δεοντολογίας που πρέπει να διέπει τα ΜΜΕ σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία – προαγωγή ανεξαρτησίας γνώμης, πολυφωνίας, και διαλόγου. Ένας αξιωματούχος δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, αν έχει πάρει στα σοβαρά τη δουλειά του, δεν προωθεί την «κουλτούρα της ακύρωσης» γιατί, απλούστατα, αυτοακυρώνεται ο ίδιος!  

Η ειρωνεία είναι ότι η εύσχημη ακύρωση της εκπομπής ενισχύει το επιχείρημά μου περί θεσμικής καχεξίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μόνο σε ανελεύθερες, θεσμικά αναιμικές χώρες τύπου Τουρκίας και Ρωσίας οι ηγέτες λιβανίζονται και ο κριτικός λόγος εξοστρακίζεται από τα δημόσια ΜΜΕ. Στις θεσμικά ώριμες φιλελεύθερες δημοκρατίες, τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα δημόσια, έχουν εμπεδώσει την κουλτούρα της διερώτησης, όχι της ακύρωσης. Είναι η κουλτούρα της διερώτησης που κάνει το ΒΒC να φιλοξενεί εκπομπές κριτικές για τη βρετανική αποικιοκρατία, το ρόλο της Αγγλικανικής Εκκλησίας στη δουλεία, και τις φρικαλεότητες μοναρχών του παρελθόντος. Είναι η ίδια κουλτούρα διερώτησης που ωθεί το (Αμερικανικό) PBS να διερευνά κριτικά την Αμερικανική εμπλοκή στο Βιετνάμ και να αποτιμά, επίσης κριτικά, αποφάσεις παλαιών προέδρων της χώρας.

Η δική μας θεσμική καχεξία προάγει, αντιθέτως, την κουλτούρα της ακύρωσης. Τρομάζουν οι ταγοί των θεσμών μας με την κριτική κυρίαρχων αφηγημάτων. Τους φοβίζει η ετεροδοξία. Θεωρούν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση όχι φυτώριο αναστοχασμού, απαραίτητο για την διαρκή εκλέπτυνση μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά τον διανοητικό κόφτη που κλαδεύει ό,τι αποκλίνει. Πολιτικά διορισμένοι καθώς είναι, η συμπεριφορά τους αντανακλά την ιδιοκτησιακή αντίληψη της εκάστοτε εξουσίας για τους δημόσιους θεσμούς – ιδού το έλλειμα θεσμικής ωρίμανσης. Πιθανότατα έχουμε το ΡΙΚ που μας αξίζει;

(*) Καθηγητής στην Έδρα ColumbiaShipManagement και Κοσμήτορας τα Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών (www.htsoukas.com)




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










2138