Εξ αποστάσεως εκπαίδευση και συνθήκες έκτακτης ανάγκης


ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΦΤΕΡΟΥ PhD*  

Το Υπουργείο Παιδείας, σε μια ορθή και αρκετά τολμηρή απόφαση, έκλεισε τα σχολεία για να προστατεύσει τη Δημόσια Υγεία. Αυτή η απόφαση σίγουρα ήταν δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα και απαραίτητη.

Ορθά, επίσης, το Υπουργείο Παιδείας, αποφάσισε να μεταφερθεί η μάθηση από τη φυσική τάξη στο διαδίκτυο, παρόλα τα προβλήματα και τους περιορισμούς.

Από την αρχή, το ΥΠΠΑΝ έχει αναγνωρίσει δυσκολίες και προκλήσεις που οφείλονται στους πιο κάτω λόγους:

  1. Σύνδεση στο διαδίκτυο όλων των μαθητών
  2. Έλλειψη μεσών από μεριάς οικογενειών (υπολογιστές/tablets) σε ικανοποιητικό αριθμό ώστε να διασφαλίζεται (α) η εργασία των γονιών από το σπίτι, εκεί και όπου αυτό υφίσταται, (β) η εργασία των παιδιών από το σπίτι, ειδικά όταν φοιτούν περισσότερα από ένα παιδιά σε δημόσια σχολεία
  3. Προσωπικά Δεδομένα (Μαθητών, Εκπαιδευτικών, Γονιών)
  4. Έλλειψη γνώσεων εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών στο εργαλείο που έχει επιλεγεί
  5. Μη ετοιμότητα εκπαιδευτικών (παιδαγωγική μεθοδολογία) για διδασκαλία μέσω διαδικτύου
  6. Πολυπλοκότητα του επιλεγμένου εργαλείου (αν και το ΥΠΠΑΝ δεν το έχει επισημάνει)

Στη συνέχεια, θα αναλύσω το κάθε σημείο ξεχωριστά, αλλά και θα επιχειρηθεί μια διασύνδεση εκεί και όπου χρειάζεται, καθώς κάποια θέματα είναι αλληλένδετα.

  • Σύνδεση στο διαδίκτυο όλων των μαθητών

Είναι προφανές πως θα ήταν αδύνατο, αν όχι ανέφικτο, να είχε εξασφαλιστεί από την πρώτη μέρα σύνδεση όλων των μαθητών στο διαδίκτυο. Όμως, το ΥΠΠΑΝ έχει συλλέξει στοιχεία τα οποία του επιτρέπουν να έχει σαφή ένδειξη του πόσες οικογένειες δεν έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστική Υπηρεσίας Κύπρου (12/12/2019, «Χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών στα Νοικοκυριά»), το 89.6% των κατοικιών έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Από το ποσοστό του 10.4% που δεν έχει σύνδεση στο διαδίκτυο, μόλις το 48.6% (5% περίπου) δεν έχει πρόσβαση εξαιτίας του κόστους σύνδεσης.  Τα στοιχεία που έχει συλλέξει το ΥΠΠΑΝ μέσω των σχολείων θα δείξουν τις πραγματικές ανάγκες, καθώς στο πιο πάνω ποσοστό περιλαμβάνονται και οικογένειες με μεγαλύτερα παιδιά, με πολύ μικρά παιδιά ή και χωρίς παιδιά. Το πρόβλημα αυτό, φαίνεται πως με πρωτοβουλίες του ΥΠΠΑΝ, θα λυθεί, καθώς βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με τους αρμόδιους φορείς υπηρεσιών για να δοθεί πρόσβαση (Μήνυμα ΥΠΠΑΝ 2 Απριλίου). Μπορούμε να θεωρήσουμε, και αυτό είναι θετικότατο για τις προσπάθειες του ΥΠΠΑΝ, ότι το πρόβλημα της μη σύνδεσης στο διαδίκτυο θα λυθεί σύντομα.

  • Έλλειψη μέσων από μεριάς οικογενειών

Οι συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, έχουν αναγκάσει αρκετούς γονείς να εργάζονται από το σπίτι. Αυτό δυσκολεύει την εργασία των μαθητών μέσω διαδικτύου, επειδή γονείς και παιδιά θα πρέπει να μοιράζονται τις ίδιες συσκευές. Το πρόβλημα αναμένεται να είναι δυσκολότερο σε οικογένειες όπου εργάζονται από το σπίτι και οι δύο γονείς και έχουν ένα ή και περισσότερα παιδιά με ανάγκη εργασίας μέσω διαδικτύου. Η συγκέντρωση στοιχείων από το ΥΠΠΑΝ για τα μέσα που διαθέτουν οι οικογένειες, σε συνδυασμό με προσπάθειες που γίνονται για εξεύρεση εξοπλισμού (και ήδη ανακοινώθηκε από τον ΥΠΠΑΝ στις 2 Απριλίου ότι έχει εξασφαλιστεί αριθμός συσκευών) πιθανόν να βοηθήσει στο να λυθεί το πρόβλημα αυτό. Επίσης, αρκετά σχολεία έχουν βοηθήσει στο να δοθεί εξοπλισμός σε μαθητές (π.χ. δανεικό από προσωπικούς υπολογιστές των δασκάλων, μέσω του Συνδέσμου Γονέων κ.α.). Πιθανόν και αυτό το πρόβλημα να ξεπεραστεί και να εξασφαλιστεί ότι όλα τα παιδιά θα έχουν, τουλάχιστο για κάποιες ώρες που χρειάζονται, μία συσκευή ικανή να συνδεθεί στο διαδίκτυο και να μπορεί να λειτουργήσει με τα λογισμικά και τις απαιτήσεις που έχει θέσει το ΥΠΠΑΝ.

  • Προσωπικά δεδομένα μαθητών, εκπαιδευτικών και γονιών

Ορθά το ΥΠΠΑΝ ανησυχεί και λαμβάνει αρκετά μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Να πούμε εδώ, ότι κάθε μεγάλος οργανισμός οφείλει να έχει σταθερή πολιτική ώστε να συμμορφώνεται στο General Data Protection Regulation, και να έχει έναν υπεύθυνο στο ρόλο του Data Protection Officer. Να σημειώσουμε εδώ εμφαντικά ότι ο συγκεκριμένος ρόλος απαιτεί συγκεκριμένα προσόντα και δεν μπορεί να δοθεί σε άτομα τα οποία δεν τα πληρούν. Η πολιτική των Προσωπικών Δεδομένων στην προκειμένη φάση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη προς όλους και να διασφαλίζονται τα προσωπικά δεδομένα όλων των εμπλεκομένων. Η πολιτική αυτή έπρεπε να είναι ή να γίνει ξεκάθαρη. Και να μην αποτελεί τροχοπέδη σε εφαρμογές της που άπτονται των βασικών αρχών αλλά και πλεονεκτημάτων της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (π.χ. εγγραφή ενός μαθήματος σε βίντεο και ανάρτησή του στο διαδικτυακό περιβάλλον μάθησης, ώστε να το μελετήσουν αργότερα οι μαθητές αλλά και όσοι δεν μπόρεσαν να είναι παρόντες στη σύνδεση).

Να σημειώσω επίσης εδώ πως, παρά την ευαισθησία του ΥΠΠΑΝ στα προσωπικά δεδομένα, καθώς και (επίσης ορθά) τους προβληματισμούς για κάποια διαδικτυακά εργαλεία, όλα τα δεδομένα των σχολείων και οικογενειών ως προς την πρόσβαση στο διαδίκτυο και εξοπλισμό, έγιναν μέσω της σελίδας SurveyMonkey. Δεν υπονοώ πως υπάρχει κάτι μεμπτό με τη χρήση της σελίδας, σημειώνω όμως την παραδοξότητα να επιμένουμε σε συγκεκριμένα εργαλεία για προστασία προσωπικών δεδομένων από τη μια και να καταφεύγουμε στο SurveyMonkey από την άλλη.

  • Έλλειψη γνώσεων εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών στο εργαλείο

Στο σημείο αυτό, το πρόβλημα έλλειψης γνώσεων διογκώνεται από το ότι δεν υπάρχει η ευχέρεια για δια ζώσης επιμόρφωση των εμπλεκομένων μερών. Το εργαλείο που έχει επιλεγεί έχει αρκετές δυνατότητες και αποτελεί το διάδοχο του λογισμικού επικοινωνίας και συνεργασίας Skype for Business της Microsoft. Το Microsoft Teams αποτελεί μέρος του πακέτου Office 365 το οποίο έχει εξασφαλίσει το ΥΠΠΑΝ για κάθε εκπαιδευτικό και μαθητή της δημόσιας εκπαίδευσης. Να σημειωθεί πως οι λογαριασμοί για όλους τους μαθητές έχουν σταλεί στα email των σχολείων από το 2016, ενώ μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό εκπαιδευτικών και μαθητών γνώριζε την ύπαρξή του. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο έχει αναλάβει την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με σειρά διαδικτυακών σεμιναρίων, τόσο στη Δημοτική όσο και στη Μέση Εκπαίδευση, διάρκειας 2 ωρών, με στόχο τη γνωριμία με τις δυνατότητές του. Στην ουσία, αποτελεί ένα σεμινάριο σε βασικές δεξιότητες πληροφορικής. Οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου έχουν κληθεί να το παρακολουθήσουν και να επιμορφώσουν τους υπόλοιπους στα σχολεία τους. Παράλληλα, σεμινάρια στο συγκεκριμένο εργαλείο διοργανώνουν και οι σύμβουλοι πληροφορικής που είναι υπεύθυνοι για τα σχολεία. Ο κάθε εκπαιδευτικός, αφού γνωρίσει το περιβάλλον του συγκεκριμένου εργαλείου, καλείται να προσφέρει τεχνική στήριξη στους γονείς, ώστε:

  • Να κάνουν για πρώτη φορά είσοδο στο λογαριασμό του παιδιού τους στο Office.com
  • να κατεβάσουν ή να μπουν στο εργαλείο μέσω του φυλλομετρητή ιστού (web browser)
  • να συνδεθούν με την τάξη (ομάδα) που δημιούργησε ο δάσκαλος
  • να αξιοποιήσουν τις λειτουργίες του εργαλείου για επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στο να προσφέρει στήριξη στο γονιό γίνεται πιο δύσκολος για τους ακόλουθους λόγους:

  • οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν καλή γνώση του συγκεκριμένου εργαλείου
  • δεν είναι εφικτή η δια ζώσης εργασία στο εργαλείο, γεγονός που δυσκολεύει πολύ την επικοινωνία, ειδικά με άτομα που δεν έχουν, ή έχουν ελάχιστες δεξιότητες χρήσης υπολογιστών.

Για το θέμα της πολυπλοκότητας του εργαλείου, αναφέρομαι στο Σημείο 6.

  • Μη ετοιμότητα εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με έλλειψη ή ασαφή παιδαγωγική μεθοδολογία για διδασκαλία μέσω διαδικτύου

Οι μέχρι τώρα επιμορφώσεις εστιάζονται αποκλειστικά -σε ένα πολύ στενό πλαίσιο δύο ωρών- στη διδασκαλία βασικών λειτουργιών του εργαλείου που έχει επιλεγεί. Επίσης, οι οδηγίες που έρχονται, τόσο από το ΥΠΠΑΝ και το ΠΙ, όσο και από μεριάς ΠΟΕΔ, συχνά μπερδεύουν τους εκπαιδευτικούς. Να σημειώσουμε πως τις τελευταίες μέρες φαίνεται να υπάρχει μία καλύτερη οργάνωση, και οι δυσκολίες ίσως να οφείλονται στις συνθήκες άμεσου κλεισίματος των σχολείων.

Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να τεθεί μια ξεκάθαρη προσέγγιση στον τρόπο εργασίας, με διαφοροποίηση ανάμεσα στις βαθμίδες και με ξεκάθαρη μεθοδολογία. Είναι καλό επίσης να δοθούν και εναλλακτικές οδηγίες, ειδικά στην προδημοτική και πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου (Α’ και Β’). Οι μέχρι τώρα οδηγίες αφορούν την ανάρτηση υλικού στις ιστοσελίδες του σχολείου, ενημέρωση γονιών με διάφορους τρόπους, αποκατάσταση και διατήρηση επικοινωνίας με γονείς από τον κάθε εκπαιδευτικό ξεχωριστά, χρήση του εργαλείου για επικοινωνία με μαθητές μικρών τάξεων (και) με τηλεδιασκέψεις, με περιορισμένη συχνότητα, για σκοπούς κοινωνικοποίησης, σύγχρονη επικοινωνία για τις μεγαλύτερες τάξεις (Ε’ Δημοτικού – Γ’ Λυκείου), χωρίς όμως σαφή μεθοδολογία ως προς το πώς εργαζόμαστε στα πλαίσια αυτών.

Επίσης, υπάρχει αρκετή σύγχυση ως προς τους όρους σύγχρονη, ασύγχρονη επικοινωνία, διδασκαλία, εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Ως δημόσια εκπαίδευση δεν πρέπει να μας απασχολούν οι όροι που χρησιμοποιούν ιδιωτικά σχολεία. Το κάθε (ιδιωτικό) σχολείο μπορεί να ονομάζει τη μετωπική διδασκαλία μέσω διαδικτύου ως elearning. Αυτό δε σημαίνει, σύμφωνα με τους ορισμούς που ισχύουν για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, ότι κάνουν elearning. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Δρ. Αύγουστο Τσινάκο (συνέντευξη στη σελίδα https://bit.ly/2RjlZn6), «αυτό που σχεδιάζεται και έχει ξεκινήσει μερικώς να εφαρμόζεται, αναγνωρίζεται ως Επείγουσα εξ Αποστάσεως Διδασκαλία» η οποία επιβάλλει τη μεταφορά της τυπικής διδασκαλίας σε εναλλακτικό τρόπο παράδοσης λόγω περιστάσεων κρίσης.

H δημιουργία ενός ξεκάθαρου πλαισίου και μεθοδολογίας πρέπει να ολοκληρωθεί και να δοθεί άμεσα – ίσως και από την πρώτη εβδομάδα κλεισίματος του σχολείου. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και ακόμη και σήμερα περιοριζόμαστε σε σεμινάρια επιμόρφωσης εστιασμένα στη γνωριμία με το περιβάλλον του εργαλείου και όχι με το πώς θα χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο εργαλείο ώστε να επιτευχθούν μαθησιακοί στόχοι, είτε αυτοί αφορούν νέα ύλη είτε αφορούν εμπέδωση και επανάληψη ύλης που διδάχθηκε μέχρι και τις αρχές Μαρτίου.

  • Πολυπλοκότητα του επιλεγμένου εργαλείου

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την αξία και τις δυνατότητες που έχει το εργαλείο που έχει επιλέξει το ΥΠΠΑΝ. Είναι σημαντικό, όμως, να κατανοήσουμε ότι το εργαλείο αυτό ουδέποτε σχεδιάστηκε για να υποκαταστήσει Διαδικτυακές Πλατφόρμες Μάθησης (Virtual Learning Environments – VLE / Learning Management Systems – LMS) και ούτε και μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Πρόκειται για ένα εργαλείο επικοινωνίας και συνεργασίας που προσφέρει δυνατότητες σύγχρονης και ασύγχρονης επικοινωνίας, αλλά δε διαθέτει εργαλεία διαχείρισης μαθητών που διαθέτουν ακόμη και υπεραπλουστευμένες διαδικτυακές πλατφόρμες όπως το Classdojo (αν και δε θα το επέλεγε κανείς για σοβαρή χρήση σε τάξεις πάνω από τη Δ’ Δημοτικού το συγκεκριμένο). Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα όταν αναμένουμε να το χρησιμοποιήσουν οι μαθητές, αλλά και να το εγκαταστήσουν (και βοηθήσουν στο τεχνικό μέρος) οι γονείς τους. H επιλογή ενός εργαλείου πρέπει να πληροί κάποια κριτήρια:

  • Να καλύπτει τις Βασικές Ανάγκες (αφού γίνει ανάλυση αναγκών)
  • Να είναι εύχρηστο και προσαρμοσμένο στις δεξιότητες χρηστών (εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές)
  • Να υπάρχει ξεκάθαρη μεθοδολογία αξιοποίησής του

Αντίθετα, στη δική μας περίπτωση, λειτουργήσαμε ανάποδα. Υπάρχει ένα εργαλείο το οποίο αποτελεί «πακέτο» με μια σειρά άλλα εργαλεία τα οποία έχει ενοικιάσει το κράτος (Office 365). Το εργαλείο αυτό, χωρίς να έχουν αξιολογηθεί οι ανάγκες (π.χ. μεταφορά αρχείων, ανταλλαγή μηνυμάτων, δημιουργία ασκήσεων, υποστήριξη βίντεο) αλλά και η μεθοδολογία χρήσης του, επιλέγηκε σύμφωνα με το τι υπάρχει διαθέσιμο (και δεν είναι το μόνο διαθέσιμο). Υπό τις συνθήκες, δεν είναι ξεκάθαρο το γιατί προτιμήθηκε το συγκεκριμένο εργαλείο έναντι άλλων επιλογών, ακόμη και από του Skype της ίδιας εταιρείας (Microsoft) το οποίο ήδη γνωρίζει σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού.

Ο τρόπος επιλογής του λογισμικού, επίσης, δείχνει πως (α) δεν ξεκαθάρισαν οι ανάγκες, (β) δεν λήφθηκαν υπόψη οι δεξιότητες όλου του πληθυσμού (εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές).

Λαμβάνοντας υπόψη τις δεξιότητες όλου του πληθυσμού, δημιουργείται η ανάγκη καθορισμού προδιαγραφών που να μην αποκλείουν καμία ομάδα. Η ανάγκη αυτή, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία οδήγησε στη δημιουργία των αρχών της καθολικής ευχρηστίας (universal usability), της οποίας στόχος είναι να επιτρέψει στο μεγαλύτερο δυνατό εύρος χρηστών με διαφορετικές ανάγκες, γνώσεις και ικανότητες να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και διαδικτυακές υπηρεσίες (Shneiderman & Hochheiser, 2001)

Σύμφωνα με τον Shneiderman (2000), οι σχεδιαστές διεπαφών θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τρεις σημαντικές προκλήσεις στην προσπάθειά τους να καλύψουν τις ανάγκες των χρηστών τους.

Τεχνολογική ποικιλότητα (technologyvariety): η χρήση συσκευών με διαφορετικά μεγέθη οθόνης, για παράδειγμα, αποτελεί σημαντική πρόκληση. Το περιεχόμενο μιας ιστοσελίδας θα πρέπει να είναι ορατό και εύκολα προσβάσιμο, είτε ο χρήστης χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο με μικρή οθόνη, είτε tablet ή υπολογιστή με μεγάλη οθόνη.

Απόκλιση χρηστών (userdiversity): μια εφαρμογή ή ιστοσελίδα είναι σημαντικό να λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα ανάμεσα στους χρήστες, είτε αυτή αφορά την ηλικία, τις γνώσεις και δεξιότητες, το φύλο, πιθανές αναπηρίες και άλλους παράγοντες. Το World Wide Web Consortium (W3C) εκδίδει οδηγίες για σχεδιασμό ιστοσελίδων που να μπορούν να προσπελαστούν από άτομα με οπτικές, ακουστικές, κινητικές ή και άλλες αναπηρίες[1].

Κενά στη γνώση των χρηστών (gapsinuserknowledge): oι χρήστες, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν βασικές γνώσεις χρήσεις υπολογιστών. Την πρώτη φορά που θα χρησιμοποιήσουν ένα νέο περιβάλλον διεπαφής, θα πρέπει να είναι σε θέση να καλύψουν το κενό ανάμεσα σ ‘αυτό που γνωρίζουν και σ ‘αυτό που θα χρησιμοποιήσουν.

Για να καλυφθούν οι ανάγκες και οι προκλήσεις που δημιουργούνται, οι Shneiderman & Hochheiser (2001) εξέδωσαν μια σειρά από οδηγίες που αφορούν τρεις κυρίως τομείς:

(α) Απαιτήσεις λογισμικού: αφορούν το λογισμικό που θα χρησιμοποιήσει ο χρήστης για πρόσβαση στις πληροφορίες

(β) Είσοδος και έξοδος:  συσκευές εξόδου ήχου και εικόνας. Το είδος των συσκευών αλλά και η ταχύτητα πρόσβασης στο διαδίκτυο επηρεάζουν την αλληλεπίδραση του χρήστη με το περιεχόμενο.

(γ) Προσαρμογές για ανάγκες χρήστη: σε κάποιες περιπτώσεις, οι χρήστες μπορεί να έχουν συγκεκριμένες αναπηρίες, να μιλούν διαφορετική γλώσσα από αυτήν στην οποία είναι γραμμένη η ιστοσελίδα, ή να μην είναι έμπειροι. Το λογισμικό θα πρέπει να έχει συγκεκριμένες λειτουργίες που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες αυτές.

Συνοψίζοντας το σημείο 7, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι:

«Με ποια κριτήρια έγινε επιλογή του συγκεκριμένου εργαλείου και όχι άλλου και ποιο είναι το παιδαγωγικό πλαίσιο και μεθοδολογία εφαρμογής του;»

Συντονισμός Εφαρμογής Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης

Γίνεται αντιληπτό πως τον όλο συντονισμό τον έχει το ΥΠΠΑΝ και το ΠΙ. Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητεί κανείς την εργατικότητα και υπευθυνότητα των λειτουργών του, ειδικά σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς όπου όλοι αναγκάστηκαν να δουλέψουν υπό δύσκολες συνθήκες, κυριολεκτικά αφιερώνοντας αμέτρητες ώρες εις βάρος των οικογενειών αλλά και της υγείας τους. Όμως, μια καθολική εφαρμογή προγράμματος εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, προϋποθέτει ότι  στο συντονισμό του έργου έχει άμεσο ρόλο -όχι αναγκαστικά επικεφαλής- άτομο ή ομάδα ατόμων με την κατάλληλη ακαδημαϊκή και ερευνητική γνώση, ώστε να μπορέσει, στον ελάχιστο δυνατό χρόνο, να βοηθήσει στην εφαρμογή σε όλο το εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν είναι ντροπή, ούτε μομφή, να παραδεχτούμε πως δεν υπάρχουν άτομα με αυτά τα προσόντα, αυτή τη στιγμή στο ΥΠΠΑΝ ή στο ΠΙ.  Στην Κύπρο, είμαστε τυχεροί γιατί έχουμε τρία κρατικά πανεπιστήμια με εμπειρία στο θέμα, ειδικά το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Επίσης, έχουμε αρκετούς ακαδημαϊκούς και στα ιδιωτικά μας πανεπιστήμια. Είναι καλό να γνωρίζουμε κατά πόσο υπάρχει συνεργασία με αυτά τα άτομα και κατά πόσο τους έχει δοθεί σημαντικός ρόλος στο σχεδιασμό -υπό την επίβλεψη και οδηγίες του ΥΠΠΑΝ και ΠΙ- στην εφαρμογή ενός τέτοιου άθλου. Ειδικά το Ανοικτό Πανεπιστήμιο διαθέτει τόσο τις τεχνικές γνώσεις, όσο και τη μεθοδολογία για κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο πρύτανης του ΑΠΚυ, ο Δρ Κάτσικας, εχει εκφράσει δημόσια την πλήρη ετοιμότητα του ΑΠΚυ να προσφέρει στήριξη στις προσπάθειες του κράτους. Να τονίσω εδώ πως δεν εκπροσωπώ ή εκφράζω το ΑΠΚυ σε καμία περίπτωση, οι απόψεις που εκφράζω είναι αποκλειστικά δικές μου βασισμένες στην προσωπική μου ερευνητική εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο.

 Κάποια πρόσθετα ερωτήματα είναι:

  • Ποια εμπειρία και ποια ακαδημαϊκά προσόντα ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο έχουν τα άτομα -σε επίπεδο λήψης αποφάσεων- στον καταρτισμό μεθοδολογίας εφαρμογής ενός τόσο φιλόδοξου έργου;
  • Ποια εμπειρία και ποια ακαδημαϊκά προσόντα έχουν τα άτομα που επέλεξαν το συγκεκριμένο εργαλείο που χρησιμοποιούμε;
  • Σε ποιο βαθμό και με ποιους ακαδημαϊκούς από το χώρο της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης συνεργάζεται το ΥΠΠΑΝ;

Να σημειωθεί, για σκοπούς σύγκρισης, ότι σύμφωνα με τον Μιχαήλ Παρασκευά, Υπεύθυνο για το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, την εφαρμογή του ΠΣΔ συντονίζουν και στηρίζουν το ΙΤΥΕ (Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων), ΕΚΠΑ (Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών), ΕΜΠ (Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο), ΑΠΘ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ΕΔΥΤΕ (Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας).

Εξ Αποστάσεως Μάθηση & Μικρότερες Ηλικίες

Στην παρούσα φάση, με την τεχνολογία, τεχνογνωσία και ετοιμότητα, θα ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για εξ αποστάσεως μάθηση στην προδημοτική και στην Α’ και Β’ τάξη. Για το θέμα έχουν αναφερθεί αρκετές φορές, τόσο ο Δρ. Αντρέας Δημητρίου, πρώην Υπουργός Παιδείας, όσο και ο Υφυπουργός Καινοτομίας κ. Κόκκινος.

ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ – Μια χαμένη ευκαιρία & μια θετική προοπτική

Το 2009, το ΥΠΠΑΝ είχε ζητήσει έναν πλήρη σχεδιασμό ενός συστήματος αντίστοιχου με του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου. Ο σχεδιασμός αυτός δόθηκε στο ΥΠΠΑΝ αλλά έκτοτε έμεινε στο στάδιο αυτό. Τα δεδομένα μας θα ήταν ίσως αρκετά διαφορετικά αν είχε υλοποιηθεί.

Αυτό, βέβαια, αποτελεί μια καλή προοπτική ώστε με τη λήξη της πανδημίας, και αφού μελετηθεί η εφαρμογή του ΠΣΔ και η αξία του στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση στην Ελλάδα, να αναθεωρηθεί ο σχεδιασμός του. Σίγουρα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί «πλατφόρμα elearning» το εργαλείο που έχει επιλεγεί αυτή τη στιγμή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ:

Το ΥΠΠΑΝ πήρε γενναίες και σωστές αποφάσεις στο κλείσιμο των σχολείων, καθώς και την ορθή απόφαση για επείγουσα μεταφορά των μαθημάτων στο διαδίκτυο. Είναι σημαντικό, όμως, να δοθεί σωστή μεθοδολογία (που αυτή τη στιγμή δεν είναι ξεκάθαρη, ή ίσως να μην υπάρχει), εμπλοκή ακαδημαϊκών με εμπειρία στο αντικείμενο, ώστε να αποφύγουμε -άθελά μας- ερασιτεχνισμούς ή/και αυτοσχεδιασμούς (όπως ορθά ανέφερε ο ΥΠΠΑΝ στις 2 Απριλίου) καθώς και να επαναξιολογηθεί το εργαλείο που έχει επιλεγεί. Θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζουμε ποιος το επέλεξε και με ποια κριτήρια για σκοπούς διαφάνειας, χωρίς να σημαίνει πως εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό. Τέλος, με το πέρας της πανδημίας, είναι καλό να αξιολογήσουμε το σχεδιασμό του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου και να προχωρήσουμε στην υλοποίηση του δικού μας αντίστοιχου ώστε να αποφύγουμε τις αυτοσχέδιες λύσεις που ίσως να είναι χρήσιμες σε περίοδο κρίσης, αλλά αποτελούν ερασιτεχνισμούς σε περίοδο ομαλότητας και στρατηγικού σχεδιασμού για το μέλλον.

*Διδάκτορας Πληροφοριακών & Επικοινωνιακών Συστημάτων

Μ.Α. Αναλυτικά Προγράμματα & Διδασκαλία



[1] Οι κανόνες του W3C είναι αναρτημένες στη διεύθυνση https://www.w3.org/standards/webdesign/accessibility και ανανεώνονται συχνά



Comments (2)

  1. Μιχάλης Α. Πόλης:
    Apr 08, 2020 at 01:13 PM

    Ακόμα και να στηθεί η όλη υπόθεση της Microsoft teams office 365, τι θα την κάνουμε όταν τελειώσει η καραντίνα; Θα γίνει η Δημοτική Εκπαίδευση όπως το ανοικτό πανεπιστήμιο που κάνουν εξ αποστάσεως σύγχρονη διδασκαλία; Ίσως στο μέλλον να μην χρειάζεται να έχουμε σχολεία και κτήρια και να εκπαιδεύουμε τα παιδιά εξ αποστάσεως....

  2. Θεόδοτος Ανδρέου:
    Apr 08, 2020 at 08:37 PM

    Πολύ εύστοχο το άρθρο σου Αλέξανδρε. Προσωπικά πιστεύω ότι εφόσον αυτή η κρίση μας βρήκε απροετοίμαστους θα έπρεπε να παγώσουν τα μαθήματα, να ετοιμαστεί από το Υπουργείο μια σωστή πλατφόρμα σύγχρονης και ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης και να ξεκινήσει η εξοικοίωση/εκπαίδευση εκπαιδευτικών και μαθητών στην εν λόγω πλατφόρμα, πριν ξεκινήσουν οποιαδήποτε μαθήματα. Σε αυτό θα μπορούσαν να βοηθήσουν και τα δημόσια πανεπιστήμια τα οποία ήδη υλοποιούν τέτοιες λύσεις με αρκετή επιτυχία.

    Το Teams είναι εργαλείο για επιχειρήσεις και ακατάλληλο για τηλεκπαίδευση. Έχουν ήδη προκύψει διάφορα ευτράπελα. Για παράδειγμα μπορούν οι μαθητές να «αποσιωπήσουν» (mute) τους συμμαθητές τους ή ακόμα και τον εκπαιδευτικό. Μπορούν επίσης να «πετάξουν» άλλους συμμαθητές τους από το δωμάτιο. Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια λογική επιλέγηκε η συγκεκριμένη πλατφόρμα.


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter













1803