Από το παραδοσιακό δια ζώσης στο «ψηφιακό» σχολείο


ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΤΑΜΠΟΥΡΑ*

Από τον περασμένο Μάρτιο, η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δίνη της πανδημίας του κορωνοϊού. Ο παγκόσμιος συναγερμός που σήμανε έθεσε προτεραιότητα την προστασία ανθρώπινων ζωών και οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών πήραν αποφάσεις για την επιβολή πρωτοφανών μέτρων. Πρόσταγμα αυτών των μέτρων ήταν η ελπίδα για αναχαίτηση της πανδημίας με δραματικές όμως, αλλαγές και αναπροσαρμογές στην καθημερινότητα, στις κοινωνικές σχέσεις, στις δραστηριότητες, στη εργασία, στην οικονομία κλπ. Η εκπαίδευση επίσης, δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη και έτσι, στις περισσότερες χώρες, τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και τα Ιδρύματα Ανώτατης και Ανώτερης Εκπαίδευσης, ανέστειλαν την λειτουργία τους και πάνω από 60 εκατ. εκπαιδευτικοί και περισσότεροι από 1,5 δις μαθητές και μαθήτριες άρχισαν να εργάζονται από το σπίτι τους, μετατρέποντας τη μαθησιακή διαδικασία από δια ζώσης σε εξ αποστάσεως, και το παραδοσιακό σχολείο σε «ψηφιακό». Ήταν όμως, έτοιμο το εκπαιδευτικό σύστημα να προσαρμοστεί στη νέα αυτή πραγματικότητα;

Μετά την απόφαση της κυβέρνησης για αναστολή λειτουργίας των σχολείων, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις προσαρμογής του συστήματος στα νέα δεδομένα. Μία μεταρρύθμιση ήταν η εφαρμογή διαδικτυακής διδασκαλίας μέσα σε ελάχιστες μέρες. Χωρίς αμφιβολία όμως, η απουσία ενός ολοκληρωμένου συστήματος εξ αποστάσεως διαδικτυακής διδασκαλίας, οδήγησε τη κυβέρνηση σε έντονες εκδηλώσεις αστραπιαίας προσαρμογής και περάσματος σε πρωτόγνωρες διαδικασίες. Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Παιδείας αφού εξέδωσε σχετική εγκύκλιο, προέβη σε υποδείξεις προς τους/τις εκπαιδευτικούς για το πώς θα αξιοποιούσαν τη διαδικτυακή διδασκαλία, προκειμένου να περιοριστεί άμεσα η απώλεια διδακτικού χρόνου. Στη συνέχεια, αφού εξασφαλίστηκαν σχετικές άδειες για χρήση ειδικού λογισμικού, στάλθηκαν στις διευθύνσεις των σχολείων εγκύκλιοι και αναλυτικές οδηγίες χρήσης του λογισμικού από τους/τις εκπαιδευτικούς. 

            Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο βάρος «έπεσε» ουσιαστικά  στους/στις εκπαιδευτικούς, οι οποίοι/ες κάτω από πρωτόγνωρες συνθήκες εγκλεισμού και όντας απροετοίμαστοι/ες, κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να προετοιμαστούν κατάλληλα και να εμπλουτίσουν τις ψηφιακές τους γνώσεις και δεξιότητες. Και αυτό, διότι δεν έτυχαν ποτέ προηγουμένως σχετικών επιμορφώσεων που θα τους βοηθούσαν να ανταποκριθούν άμεσα. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί μέσα σε στενά χρονικά περιθώρια κλήθηκαν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, να επιμορφωθούν για συγκεκριμένο πρόγραμμα διαδικτυακής διδασκαλίας, να προετοιμαστούν για τη διαδικτυακή τους διδασκαλία μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος και επιπλέον είχαν την ευθύνη να προετοιμάσουν τους/τις μαθητές/τριες τους για το νέο καθεστώς διδασκαλίας. 

            Ανατρέχοντας σε συμπεράσματα ερευνών, και ιδιαίτερα σε αυτά ανοιχτής έρευνας που πραγματοποίησε το «School Education Gateway» (2020) σε εκπαιδευτικούς και μαθητές για τη σχολική εκπαίδευση κατά την περίοδο της πανδημίας, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων, δυσκολίες σχετικές με την πρόσβαση στην τεχνολογία, ο αυξανόμενος φόρτος εργασίας, το άγχος για εργασία από το σπίτι, ενώ αδυναμίες εντοπίστηκαν στις ψηφιακές ικανότητες. Οι συμμετέχοντες/ουσες επίσης, επεσήμαναν ότι σημαντικό θα ήταν να υπήρχε μεγαλύτερη στήριξη με περισσότερους εκπαιδευτικούς πόρους, με την παροχή σαφούς καθοδήγησης εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας και σύντομες σειρές μαθημάτων με θέμα τη διδασκαλία μέσω διαδικτύου. Σημαντικό επίσης, για τους/τις συμμετέχοντες/ουσες ήταν και η παροχή ευκαιριών για ανταλλαγή και συζήτηση απόψεων  για πόρους, ιδέες και δυσκολίες με αρμόδια τμήματα του Υπουργείου.

            Φτάνοντας στο σήμερα και διανύοντας το πρώτο τετράμηνο της νέας σχολικής χρονιάς, αποτελεί γεγονός ότι η εξάπλωση του κορωνοϊού συνεχίζει με ραγδαία αυξανόμενο ρυθμό. Ενώ η εκπαίδευση ξεκίνησε δια ζώσης, τα νέα μέτρα της κυβέρνησης την κατέστησαν και πάλι εξ αποστάσεως. Αναμφισβήτητα, τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τα σχέδια δράσης έπρεπε να πραγματοποιηθούν προ πολλού, αφού η αποτελεσματική εφαρμογή τους απαιτεί χρόνια σχεδιασμού, υλοποίησης, εφαρμογής και αναπροσαρμογής. Μπορεί όμως, το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα να ανταπεξέλθει αποτελεσματικά και ουσιαστικά στην νέα «ψηφιακή» πραγματικότητα; 

    Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση αποτελεί μία εκπαιδευτική πραγματικότητα εδώ και αρκετά χρόνια παγκοσμίως. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε πολλές χώρες στην Ευρώπη, μαρτυρούν ότι εκπαιδευτικοί και μαθητές/τριες δεν συνάντησαν ιδιαίτερες δυσκολίες στην προσαρμογή τους στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, όταν έκλεισαν τα σχολεία, αφού ήταν ήδη εξοικειωμένοι/ες με εθνικές εκπαιδευτικές πλατφόρμες που προϋπήρχαν και λειτουργούσαν. Μια σημαντική παράμετρος που δεν είχε η Κύπρος. Παραδείγματα χωρών με εθνικά προγράμματα εξ αποστάσεως διδασκαλίας αποτελεί η Εσθονία, η οποία λειτουργεί με την πλατφόρμα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και ψηφιακού σχολείου «ψηφιακή σχολική τσάντα» (“e-Koolikott”), η Γαλλία με την «η τάξη μου στο σπίτι» (“Ma classe à la maison”), η Ιρλανδία που λειτουργεί «το σχολικό δίκτυο» (“Scoilnet”) και η Ιταλία που λειτουργεί με την πλατφόρμα «το Σχολείο του αύριο, σήμερα» (“La Scuola del Futuro, Oggi”).

     Σχολιάζοντας το παράδειγμα της Εσθονίας, το “e-Koolikott” έχει ήδη 25 χρόνια που εφαρμόζεται, εξελίσσεται και προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα. Στην χώρα όμως, επενδύονται μακροπρόθεσμα πόροι σε τεχνολογικές υποδομές και μέσα, ενώ παράλληλα προωθούνται στρατηγικές για βελτίωση της ποιότητας των διαδικτυακών εκπαιδευτικών εμπειριών. Στο κυπριακό όμως, εκπαιδευτικό σύστημα που ούτε τα αναλυτικά προγράμματα, ούτε οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και μαθητές/τριες δεν ήταν προετοιμασμένα/οι για εξ αποστάσεως διδασκαλία, πώς η διδασκαλία μπορεί να γίνει αποτελεσματική;

     Η λύση δεν είναι η εισαγωγή και ο δανεισμός αυτούσιων επιτυχημένων παραδειγμάτων άλλων χωρών με επιτυχή εφαρμογή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, αφού η κάθε χώρα λειτουργεί με τις δικές της ιδιαιτερότητες. Η εφαρμογή αυτούσιων «ξένων επιτυχημένων προτύπων», χωρίς την προσπάθεια προσαρμογής τους στο συγκείμενο και στις ιδιάζουσες συνθήκες της χώρας, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες. Η στροφή πρέπει να γίνει σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, όπου τα αναλυτικά του προγράμματα θα μεριμνούν για την εφαρμογή οποιασδήποτε μορφής διδασκαλία και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό όπλο στην φαρέτρα, αφού οι ραγδαία ανάπτυξη της προσφέρει αμέτρητες επιλογές ενίσχυσης της διδασκαλίας και της εκπαίδευσης. Η επιμόρφωση εκπαιδευτικών και μαθητών/τριων και η καλλιέργεια δεξιοτήτων ψηφιακού γραμματισμού θα ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την προσπάθεια για πιο αποτελεσματική και ουσιαστική μάθηση.

Είναι γεγονός πλέον ότι βιώνουμε μία σοβαρή και απρόβλεπτη κατάσταση, η οποία έχει πολυδιάστατες συνέπειες στην Κύπρο. Η εμφάνιση του κορωνοϊού επηρέασε, επηρεάζει και θα συνεχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα όλων μας. Τα μέτρα που λήφθηκαν και λαμβάνονται από την κυβέρνηση είναι πρωτόγνωρα, ίσως και σκληρά, αλλά σκοπός τους φαίνεται να είναι η μείωση της εξάπλωσης του κορωνοϊού στο νησί. Στη συγκεκριμένη στιγμή, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η επίδραση του κορωνοϊού στην κυπριακή εκπαίδευση, οι προκλήσεις είναι πολλές όπως και οι κίνδυνοι. Σίγουρα, δεν μπορούν να γίνουν όλα άμεσα. Χρειάζεται ο κατάλληλος προγραμματισμός, ο απαραίτητος σχεδιασμός και η εφαρμογή που θα εξελίσσεται και θα προσαρμόζεται με την πάροδο των χρόνων. Θα ήθελα όμως, να κλείσω με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Η Κύπρος έζησε και στο παρελθόν τρικυμίες, αλλά κατάφερε να επιζήσει και να βγει στη στεριά. Αυτό θα πρέπει να κάνει και τώρα.

* Υποψήφιος Διδάκτορας,

    Εκπαιδευτικός,

    Νέος Βουλευτής Επιτροπής Παιδείας 4ης ΒτΝΑ




Comments (0)





Add a new comment:






Newsletter









700