Μετά από δύο χρόνια απουσίας και απραξίας, θυμήθηκαν τον Λειτουργικό Αλφαβητισμό


ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΤΗ*

Αναγκαίες και απολύτως απαραίτητες οι εκπαιδευτικές πολιτικές οι οποίες έρχονται να καλύψουν κενά και να ενισχύσουν ποιοτικά το δημόσιο σχολείο. Σε αυτό το πλαίσιο μόνο θετικά μπορούν να  εκληφθούν οι εξαγγελίες του Υπουργείου Παιδείας για υιοθέτηση ή επαναφορά εκπαιδευτικών πολιτικών για μαθητές/ριες με μεταναστευτική βιογραφία, για πρόληψη και αντιμετώπιση του Λειτουργικού Αλφαβητισμού, για ομαλή μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο αλλά και για στήριξη των σχολείων των ορεινών περιοχών.

Αυτό που πραγματικά ανησυχεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προτίθεται το Υπουργείο να εφαρμόσει αυτές τις πολιτικές, αρκετές από τις οποίες είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν ή απλά βρίσκονταν στο περιθώριο για χρόνια. Ανησυχεί το γεγονός ότι πιλοτικά προγράμματα επεκτείνονται σε καθολική εφαρμογή, χωρίς να δημιουργούνται και να υιοθετούνται οι γερές βάσεις που θα διασφαλίζουν την επιτυχή εφαρμογή τους. Προβληματίζει η επιμονή του Υπουργείου Παιδείας να αφαιρεί συμβάσεις και παράλληλα να μειώνει τις θέσεις εργασίας στην εκπαίδευση εφαρμόζοντας εκπαιδευτικές πολιτικές μέσα από «αγορά υπηρεσιών».

Ειδικότερα, όσον αφορά την πολιτική για πρόληψη και αντιμετώπιση του Λειτουργικού Αλφαβητισμού, εδώ και δύο ολόκληρα χρόνια το Υπουργείο σφυρίζει αδιάφορα. Από το 2016 μέχρι και το 2018 τα δημοτικά σχολεία τα οποία παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες για λειτουργικό αναλφαβητισμό, μετά τις σχετικές αξιολογήσεις και πέραν των πολιτικών στα σχολεία ΔΡΑΣΕ, στηρίζονταν με 590 διδακτικές περιόδους ενισχυτικής διδασκαλίας. Χρόνος που αντιστοιχούσε σε 20 και πλέον εκπαιδευτικούς πλήρους απασχόλησης, όπως αρέσκεται το ΥΠΠΑΝ να σημειώνει. Η ενισχυτική διδασκαλία ήταν ενσωματωμένη στη στελέχωση των σχολικών μονάδων, παρεχόταν στα παιδιά μέσα από την παροχή επιπλέον συμβάσεων και αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του Αναλυτικού Προγράμματος σε συγκεκριμένες σχολικές μονάδες, πολιτικές τις οποίες το ΥΠΠΑΝ κατήργησε τη σχολική χρονιά 2018-2019 με τη δικαιολογία ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Ορθά, λοιπόν, διορθώνει το κενό που το ίδιο το Υπουργείο δημιούργησε μετά από δύο χρόνια απραξίας και πολύ ορθά εξαγγέλλει πολιτική για ενισχυτική διδασκαλία σε σχολεία που παρουσιάζουν ψηλά ποσοστά παιδιών με ρίσκο αναλφαβητισμού. Αν οι προθέσεις τους όμως  ήταν ειλικρινείς και ήθελαν πραγματικά να εφαρμόσουν σωστές εκπαιδευτικές πολιτικές θα αξιοποιούσαν και τις 590 ώρες ενισχυτικής διδασκαλίας από το 2018-2019, θα τις μετάφεραν στις μικρές τάξεις και δεν θα τις διέγραφαν για τις επαναφέρουν με αγορά υπηρεσιών το 2021-2022!

Διαβάζοντάς πίσω από τις λέξεις της επικοινωνιακής πολιτικής του ΥΠΠΑΝ για διάφορες εκπαιδευτικές πρακτικές, οι οποίες δεν είναι καινούριες αλλά επανέρχονται, καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι την επόμενη σχολική χρονιά, τα σχολεία μας θα γεμίσουν με εκπαιδευτικούς που θα «πωλούν υπηρεσίες στο ΥΠΠΑΝ», μέσω της «αγοράς υπηρεσιών», με όλες τις αρνητικές συνέπειες τόσο στην παρεχόμενη εκπαίδευση αλλά και στις εργασιακές συμβάσεις των εκπαιδευτικών. Το επιχείρημα ότι θα έχουν έστω δουλειά και ένα κάποιο εισόδημα μερικές εκατοντάδες εκπαιδευτικοί με αυτή τη μέθοδο, μόνο προσβλητικό και μειωτικό μπορεί να χαρακτηριστεί για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού.

Οι εκπαιδευτικές πολιτικές που στόχο έχουν την ποιοτική αναβάθμιση του δημοσίου σχολείου, δεν μπορούν να στηρίζονται σε αγορά υπηρεσιών και να μην είναι θεσμοθετημένες και ενσωματωμένες στο Αναλυτικό Πρόγραμμα του Σχολείου. Η λογική της πελατείας, των προϊόντων και γενικότερα ο νόμος της αγοράς που αυτή η κυβέρνηση έχει μετατρέψει σε κανόνα για το δημόσιο σχολείο, με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγήσει σε περαιτέρω υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Αποτελεί χρέος και καθήκον όλων μας να προστατέψουμε το δημόσιο σχολείο από τέτοιου είδους πολιτικές.

*Αντιπρόεδρος ΠΟΕΔ

Μέλος Κεντρικής Γραμματείας Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών

 




Comments (0)





Add a new comment:






Newsletter













331