Είμαι πατέρας, είμαι και δάσκαλος, όχι όμως και επιδημιολόγος


ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΟΔΥΣΣΕΩΣ*

Είμαι πατέρας δύο αγοριών, πέντε και τριών ετών, τα οποία φοιτούν σε Δημόσιο Νηπιαγωγείο της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας... Επιπρόσθετα είμαι εκπαιδευτικός Δημοτικής εδώ και δεκαέξι χρόνια και έχουν περάσει από τα χέρια μου πολλά παιδιά μικρά και μεγάλα, με αποτέλεσμα να θεωρώ ότι μπορώ να αντιληφθώ την ψυχολογία τους.   

Εδώ και μέρες παρακολουθώ μια έντονη δημόσια συζήτηση, με μια συνεχή αντιπαραβολή θέσεων και αντιθέσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών και των οργανωμένων γονιών, με στόχο την επίλυση των προβλήματων που προέκυψαν στα Δημόσια και Κοινοτικά Νηπιαγωγεία σχετικά με τη διαχείριση της πανδημίας, η οποία οδήγησε και στην αναβολή λήψης απόφασης για το θέμα, από πλευράς κράτους κατά μία εβδομάδα.

Θεωρώ όμως ότι και οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί έχουμε κοινό στόχο: τα νηπιαγωγεία μας να παραμείνουν ανοικτά και ασφαλή, για ένα πολύ απλό λόγο: νοιαζόμαστε και οι δύο για την υγεία και ασφάλεια των παιδιών μας. Επιπρόσθετα δεν μπορεί κανένας γονιός ή/και εκπαιδευτικός να μη συμφωνήσει με την άποψη ότι η φοίτηση των παιδιών στα νηπιαγωγεία πρέπει να γίνεται με φυσική παρουσία. Ναι, συμφωνούμε επίσης ότι λόγω των πρωτοκόλλων, ο ωφέλιμος διδακτικός χρόνος έχει αυξηθεί σημαντικά, μιας και τα παιδιά βρίσκονται συνεχώς στις τάξεις, χωρίς να πραγματοποιούνται οποιεσδήποτε εξωδιδακτικές δραστηριότητες (αυτές όμως είναι που συμβάλλουν πολλές φορές στη θετικότητα του παιδιού για το σχολείο).  

Σημειώνω όμως ότι τα νηπιαγωγεία λειτουργούν με τα υφιστάμενα πρωτόκολλα εδώ και πολύ καιρό, τα οποία δυστυχώς δεν προνοούν τον όποιο έλεγχο, ο οποίος να διασφαλίζει την ασφάλεια παιδιών και εκπαιδευτικών. Άρα σε μια εποχή όπου τα κρούσματα είναι τετραψήφια και οι πλείστοι ανεμβολίαστοι εντοπίζονται στις ηλικίες των παιδιών μας (αφού δεν επιτρέπεται), καθίσταται αναγκαία η διαφοροποίηση των πρωτοκόλλων, ώστε να ανταποκρίνονται στις υφιστάμενες συνθήκες αλλά και στις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών μας. Είναι ανεπίτρεπτο και αντίθετο με τη φιλοσοφία της φυσικής παρουσίας (που αναφέρθηκε πιο πάνω), να κλείνει ένα τμήμα όταν εντοπίζεται ένα θετικό κρούσμα. Τέλος πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εδώ και δύο χρόνια η ψυχολογία των παιδιών μας έχει πιεστεί αρκετά, ιδιαίτερα σε αυτή την τρυφερή ηλικία των τριών με έξι χρόνων.

Μελετώντας την ανακοίνωση του ΥΠΠΑΝ της 04ης Φεβρουαρίου 2022 αναφέρονται τα εξής: «[...] το ΥΠΠΑΝ σε συνεργασία Υπουργείο Υγείας εξετάζει το ενδεχόμενο να εφαρμοσθεί διαδικασία διαγνωστικών ελέγχων αντιγόνου ή άλλων τεστ […]. Για το σκοπό αυτό το ΥΠΠΑΝ έχει ζητήσει από το Υπουργείο Υγείας να εξετασθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο είτε με τη διοργάνωση τακτικών διαγνώσεων αντιγόνου είτε με την τακτική παροχή δέσμης ατομικά διενεργούμενων διαγνώσεων (selftest) στους γονείς παιδιών που φοιτούν στα νηπιαγωγεία […]».

Μέσα από τα πιο πάνω διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι το ΥΠΠΑΝ έχει προωθήσει στο ΥΠΥΓ τις θέσεις και των δύο μάχιμων φορέων μέσα στα σχολεία (γονείς και εκπαιδευτικοί) με σκοπό να βοηθήσει όσον είναι δυνατόν στη λήψη της πιο σωστής απόφασης για τα παιδιά μας και την υγεία τους. Δυστυχώς εμείς είτε γονιοί είμαστε είτε εκπαιδευτικοί δεν είμαστε οι αρμόδιοι για να υποδείξουμε ποιο είναι το «σωστό» και ποιο είναι το «λάθος». Τέτοιου είδους αποφάσεις λαμβάνονται από το αρμόδιο Υπουργείο Υγείας «μόνο με γνωμοδότηση από την ειδική Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή (επιδημιολόγοι, λοιμωξιολόγοι)», οι οποίοι αποτελούν και τους καθ’ ύλην αρμόδιους για να αποφασίσουν για το μέλλον όλων μας, αλλά και των παιδιών μας...

*Πατέρας και Εκπαιδευτικός




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1157