Το γαλάζιο κουβαδάκι μου. Προσκύνημα στην κατεχόμενη Αμμόχωστο


ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ*

Ήταν ο μόνιμος εφιάλτης μου εδώ και 47 χρόνια: τι θα αντίκρυζα μπροστά μου, αν καμιά φορά ο Θεός με αξίωνε να ξαναμπώ μέσα στο σπίτι μας στο Βαρώσι, στην περιφραγμένη από τους Τούρκους, ακατοίκητη και απροσπέλαστη -στον οποιονδήποτε μέχρι πρόσφατα- περιοχή. Και να που η ώρα αυτή έφτασε και έζησα την περασμένη εβδομάδα την εμπειρία. Προσκυνητής στην αγαπημένη πόλη, προσκυνητής και στο σπίτι μας…

Το ρολόι εκεί λες και σταμάτησε στο 1974. Απουσία κίνησης και ζωής. Τα κτήρια στέκονται εφιαλτικά μόνα και ερειπωμένα, όπως τα αφήσαμε τις δύσκολες στιγμές του πολέμου. Πόρτες και παράθυρα ελάχιστα είναι στη θέση τους. Στο εσωτερικό των κτηρίων, απολύτως τίποτα. Όλα άδεια, όπως απομένει ο σκελετός στο αποσυντεθειμένο κορμί. Η βλάστηση οργιάζει σαν σε ζούγκλα. Σε μία προσπάθεια να αμβλύνουν την εικόνα της πλήρους καταστροφής, οι εισβολείς ασφαλτόστρωσαν τρεις δρόμους-βιτρίνα για να μπορεί να γίνεται η διακίνηση. Τίποτα όμως δεν μπορεί να μειώσει το αίσθημα της φθοράς. Και το ερώτημα πλανάται αμείλικτο και μονίμως αναπάντητο: Γιατί; Γιατί αφέθηκε να αλωθεί μία ολόκληρη πόλη, την οποία ομολογουμένως οι κατακτητές δεν σχεδίαζαν να διεκδικήσουν και για πολλά χρόνια μετά δεν εκμεταλλεύθηκαν;  

Αριστερά η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, δεξιά η οδός Δημοκρατίας με το καφέ Εντελβάις, το Λύκειο Ελληνίδων, τον Δημόσιο Κήπο, το Ελληνικόν Γυμνάσιον. Στο βάθος βουβή η εμπορική καρδιά της πόλης. Πήραμε τον δρόμο που οδηγεί στην παραλιακή περιοχή -τη λεωφόρο Κένετυ- με τα ξενοδοχεία, τους χώρους αναψυχής, τις μονοκατοικίες. Κάπου εκεί, και το δικό μας σπίτι…

Παραμερίσαμε με δισταγμό το κάγκελο που στήθηκε για να αποτρέπει την είσοδο στη γειτονιά μας. Ένα από τα λίγα σπίτια στα οποία στέκει η εξώπορτα είναι και το δικό μας. Τη σπρώξαμε με ταραχή. Δεν ξέρω τι απ’ όλα με τρόμαζε περισσότερο: ο φόβος των ερπετών που ενδεχομένως να φώλιαζαν μέσα, η θέα κάποιου εισβολέα που ίσως να ξεπρόβαλλε και να μας απειλούσε, η εικόνα του παππού και της γιαγιάς που δεν ζουν πια και που αναπόφευκτα θα ζωντάνευε, ή οι σκηνές των βομβαρδισμών από τα τουρκικά αεροπλάνα τις τελευταίες ημέρες της παραμονής μας εκεί;  

Το θέαμα ήταν τελικά πιο οδυνηρό από ό,τι ανέμενα. Διότι το σπίτι δεν ήταν άδειο, όπως όλα, αλλά είχε αρκετά από τα έπιπλά του, αναποδογυρισμένα, διαλυμένα. Τα ντουλάπια και τα συρτάρια κενά. Τα παράθυρα βγαλμένα, τα τζάμια θρυμματισμένα. Τα πατώματα σάπια από την έκθεση στις καιρικές συνθήκες, τα σκαλιά μισοσπασμένα, κομμάτια τοίχων γκρεμισμένα, με τα σίδερα λιωμένα από την υγρασία. Μπήκαν, πήραν ό,τι μεταφερόταν εύκολα, διέλυσαν τα υπόλοιπα ώστε να αρχίσει η αποσύνθεση και αποχώρησαν… 

Κι εκεί που νιώσαμε αποκαμωμένοι από τη συγκίνηση, εξαντλημένοι από τη συνειδητοποίηση της καταστροφής και κινήσαμε να φύγουμε, ξαφνικά πρόβαλε μπροστά μου κάτι πιο συγκεκριμένο από το παρελθόν μου: δίπλα στα απομεινάρια του καναπέ, ένα κουβαδάκι της θάλασσας, ένα γαλάζιο κουβαδάκι. Αυτό που είχα μικρή, αυτό με το οποίο έπαιζα κάθε πρωί στη χρυσή αμμουδιά και ζούσα σαν παιδί το όνειρό μου. Επιβίωσε από τη λεηλασία και τον χρόνο και περίμενε καρτερικά να με συναντήσει δεκαετίες μετά. Ξύπνησε μέσα μου την αθωότητα αλλά και πιο έντονα την πίκρα της αδικίας…                  

Έκλαψα πολύ για την κατεχόμενη γη μας το 2003 που την πρωτοεπισκέφθηκα. Δεν άντεξα τις κόκκινες σημαίες, τις τουρκικές ομιλίες και την πολύβουη ζωή της Κερύνειας -όλα ξένα και δυσάρεστα μακρινά. Μα τώρα έκλαψα πιο πολύ. Όχι μόνο γιατί μπήκα στην περιφραγμένη πόλη, αλλά γιατί διαπίστωσα με τα μάτια μου πόσο η προδομένη Αμμόχωστος έγινε βορά στην αδυσώπητη μανία του χρόνου και την εγκατάλειψη. Ο τόπος που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε κι αγαπήσαμε, ακόμα κι αν αύριο ελευθερωθεί και περιέλθει ξανά στα χέρια των Ελλήνων, θα επανεύρει ποτέ τον εαυτό του και τη ζωντάνια που είχε πριν από 50 χρόνια;       

*Φιλόλογος Β.Δ., Σύμβουλος Φιλολογικών Μαθημάτων στο ΥΠΠΑΝ, Μ.Α. στην Κλασική Φιλολογία





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










1109