- ΠΟΕΔ
- 26 Νοε 2025 - 13:40
Το υποτιθέμενο ορόσημο του 2027 και η πραγματική κρίση στο σύστημα διορισμών
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*
Σε πρόσφατο άρθρο που είδε το φως της δημοσιότητας, παρουσιάστηκε ως «ορόσημο για την παιδεία του 2027» η πλήρης εφαρμογή του συστήματος διορισίμων και αναπαράγεται η ιδέα ότι αποτελεί μονόδρομο για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης. Η θέση αυτή ακούγεται εύηχη, αλλά είναι υπεραπλουστευμένη και απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Πίσω από το αφήγημα της «μεταρρύθμισης» κρύβεται ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. H κατάργηση των καταλόγων διοριστέων και μαζί της, η βίαιη ακύρωση των κόπων και των προσδοκιών χιλιάδων ανθρώπων. Η κατάργηση των καταλόγων διοριστέων, αποτελεί άμεση διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στο κράτος και όσους επένδυσαν χρόνια, θυσίες και οικονομικούς πόρους σε ένα σύστημα που τους υποσχέθηκε μια θέση με συγκεκριμένους κανόνες. Το να μένουν άνθρωποι άνεργοι ή και αποκλεισμένοι, είναι κοινωνικά μη αποδεκτό, πολιτικά ανάλγητο και ηθικά άδικο.
Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι και το σύστημα διορισίμων, όπως εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια, δεν εξυπηρέτησε τελικά τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Δέκα χρόνια μετά την ψήφισή του, τα φαινόμενα στρεβλώσεων, αδικιών και παραφιλολογίας είναι εμφανή, όπως και ολόκληρη η «βιομηχανία» προετοιμασίας που αναπτύχθηκε γύρω του. Αυτό δείχνει πως παρά τις τότε εξαγγελίες περί καινοτομίας και εκσυγχρονισμού, δεν επήλθε η αναμενόμενη θεσμική τομή. Το σύστημα λειτούργησε καλώς, ως ακόμη ένα κανάλι πρόσβασης στο εκπαιδευτικό επάγγελμα, το οποίο δεν μπορεί να κατακριθεί ως ιδέα, αλλά σίγουρα δεν πέτυχε τον θεμελιώδη του στόχο. Εξάλλου, δεν είναι λίγες οι φωνές για ανάγκη αναδιάρθρωσης του συστήματος, τόσο σε δομή, όσο και σε εξεταστικό περιεχόμενο. Το δε επιχείρημα πως όλοι όσοι τώρα φωνάζουν είχαν χρόνο να δώσουν και να περάσουν τις εξετάσεις, καταρρέει εύκολα, από το γεγονός πως μέσω του συστήματος ελάχιστοι επιτυγχάνουν. Το σύστημα δομήθηκε τόσο πρόχειρα, που οδηγεί σε αποτυχία και μάλιστα επαναλαμβανόμενη, για τη συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων, ειδικά σε κάποιες ειδικότητες (δάσκαλοι, φιλόλογοι, μαθηματικοί κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση, απέτυχε να δημιουργήσει επαρκή αριθμό διαθέσιμων εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα η πλήρης εφαρμογή του νέου συστήματος, να προκαλεί τρόμο στο πώς και αν θα στελεχωθούν επαρκώς τα σχολεία.
Η ρητορική υπαινίσσεται ότι το σύστημα των καταλόγων διοριστέων ήταν αθέμιτο και πως η πλήρης μετάβαση σε εξετάσεις αποκαθιστά δήθεν την ισότητα. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Το 2015 υπήρξε ανισότητα από την αντίθετη πλευρά, όταν μια ολόκληρη γενιά νέων πτυχιούχων είδε τις πόρτες των διορισμών να κλείνουν, λόγω της νέας νομοθεσίας. Η κατάργηση των καταλόγων διοριστέων, θα δημιουργήσει μια νέα ανισότητα, αυτή τη φορά εις βάρος όσων βρίσκονταν ήδη μέσα στο σύστημα και προσφέρουν, με τις διαδικασίες και τους όρους που το ίδιο το κράτος είχε θεσπίσει. Η λύση δεν μπορεί να είναι η αντικατάσταση μιας παλαιότερης αδικίας με μια καινούργια. Η λύση είναι η δημιουργία συνθηκών πραγματικής ισότητας ευκαιριών και για τις δύο ομάδες, χωρίς αποκλεισμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ότι η υπηρεσία μπορεί να οριστεί ως αποκλειστικό μεταβατικό κριτήριο διασφάλισης κάποιων, μετά την κατάργηση των καταλόγων διοριστέων, είναι εξίσου προβληματική. Η υπηρεσία αποτελεί την επιτομή της ανισότητας, γιατί ποτέ δεν υπήρξαν ίδιες ευκαιρίες πρόσβασης για όλους. Δεν είχαν όλοι δυνατότητα ή ευκαιρία να εργαστούν, ούτε υπήρξαν κοινά σημεία εκκίνησης για όσους βρίσκονται μέσα στο σύστημα. Εξάλλου ποιος ορίζει τη σημαντική υπηρεσία; Πώς ορίζεται η διάρκεια αυτής της υπηρεσίας; Ένας αντικαταστάτης με αρκετά χρόνια παρουσίας και προσφοράς, αν δεν έχει συμπληρώσει 30 μήνες, είναι θεμιτό ή ηθικά ορθό να δει την πόρτα της εξόδου; Πώς θα κατοχυρωθεί; Αν κατοχυρωθεί, θα είναι για να παραμείνει εσαεί αντικαταστάτης;
Όσον αφορά τον κατάλογο διοριστέων, προβάλλεται η άποψη ότι όσοι εργαστούν με σύμβαση ακόμη και το καλοκαίρι του 2027-2028 θα μπορούσαν να παραμείνουν στην εκπαίδευση και να μονιμοποιηθούν, στη βάση ότι οι επιπλέον μονιμοποιήσεις των επόμενων δύο ετών θα μειώσουν το ποσοστό των συμβάσεων γύρω στο 7%. Ωστόσο, ακόμη και με τις προγραμματισμένες μονιμοποιήσεις, το ποσοστό των έκτακτων δεν πρόκειται να περιοριστεί σε αυτό το επίπεδο. Νέες ανάγκες και νέα κενά θα συνεχίσουν να προκύπτουν, γεγονός που θα αυξήσει ξανά τον αριθμό των συμβάσεων, διατηρώντας το ποσοστό των έκτακτων σημαντικά υψηλότερο, αφήνοντας εκπαιδευτικούς χωρίς κατοχύρωση και στην αβεβαιότητα.
Παράλληλα, προωθείται η θέση ότι η βαθμολογία των εξετάσεων θα έχει τριετή ισχύ, μέσα στην οποία αν ο υποψήφιος εξασφαλίσει διορισμό θα μονιμοποιείται και δεν θα κινδυνεύει με εργασιακή αστάθεια. Στην πράξη, όμως, δεν θα προλαβαίνουν να μονιμοποιηθούν όλοι εντός της τριετίας, με αποτέλεσμα η επαναληπτική συμμετοχή στις εξετάσεις να καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική. Αυτό αναμένεται να εντείνει το άγχος, την πίεση και τη διαρκή ανασφάλεια των υποψηφίων, μετατρέποντας το σύστημα σε έναν μηχανισμό συνεχούς επαναξιολόγησης, χωρίς πραγματική σταθερότητα.
Το να μιλά κανείς δογματικά για «πλήρη εφαρμογή» σαν να πρόκειται για τεχνικό ή διοικητικό ζήτημα παραβλέπει ότι πίσω από τους πίνακες βρίσκονται άνθρωποι. Υπάρχει κόσμος που εργάζεται για χρόνια ως έκτακτος, κόσμος που άλλαξε ολόκληρη πορεία ζωής ακολουθώντας κανόνες που τώρα ανατρέπονται, κόσμος που στηρίζει οικογένειες αποκλειστικά από αυτή την εργασία. Η πολιτική δεν μπορεί να αγνοεί τον πραγματικό αντίκτυπο στα ανθρώπινα πρόσωπα, ούτε να μιλά μόνο για «βελτιώσεις» τη στιγμή που νομοθεσίες ή μη πολιτική βούληση, θα αφήσουν ανθρώπους άνεργους.
Η ιδανική λύση δεν βρίσκεται ούτε στην αποκλειστική διατήρηση των καταλόγων ούτε στην αποκλειστική εφαρμογή εξετάσεων. Το μόνο σύστημα που μπορεί να ισχυριστεί ότι υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη είναι ένα μεικτό μοντέλο που δίνει ίσες ευκαιρίες και στις δύο κατηγορίες. Ένα μοντέλο όπου οι διοριστέοι των καταλόγων έχουν τη δυνατότητα να διοριστούν και όπου ταυτόχρονα οι νέοι υποψήφιοι έχουν ισότιμη πρόσβαση μέσω εξετάσεων. Νοείται φυσικά, πως το σύστημα διορισίμων χρήζει σημαντικής αναδιάρθρωσης, ώστε να είναι δίκαιο, ορθολογικό, να σέβεται τους υποψήφιους και να εξυπηρετεί τους σκοπούς του. Τονίζεται δε, πως οι όποιες αλλαγές γίνουν σε αυτό, πρέπει να είναι νομικά ορθές, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα από τα ήδη υπάρχοντα.
Το αφήγημα της μεγάλης μεταρρύθμισης του 2027 επιχειρεί να παρουσιάσει την πλήρη εφαρμογή του νέου συστήματος ως αναγκαία εξέλιξη. Όμως κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που αφήνει μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων άνεργη, αποκλεισμένη ή αδικημένη δεν είναι πρόοδος, είναι οπισθοδρόμηση. Το πραγματικό ορόσημο του 2027, θα είναι η ύπαρξη ενός συστήματος που ενώνει, δεν διαταράσσει κοινωνικές ισορροπίες και σέβεται τον άνθρωπο, τον/την επιστήμονα, τον/τη συνάδελφο.
*Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ., Β. Γενικός Γραμματέας ΠΟΕΔ
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

