Συναίσθημα, νοημοσύνη και παιδί


  ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΝΑΣΙΑΣ ΤΡΙΓΩΝΑΚΗ –ΠΑΥΛΟΥ, PhD*

Συναισθηματική νοημοσύνη – η ικανότητα να μπορεί κάποιος να παρακολουθεί και να ρυθμίζει τα δικά του συναισθήματα αλλά και αυτά των άλλων και να τα χρησιμοποιεί ως οδηγό για σκέψη και δράση (Salovey & Mayer, 1990). 

Το σημαίνει αυτός ο ορισμός; Σημαίνει ότι τα άτομα που

  • Έχουν γνώση των δικών τους συναισθημάτων
  • Επιδεικνύουν ευαισθησία προς τα συναισθήματα των άλλων
  • Μπορούν  να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους
  • Ανταποκρίνονται και διαπραγματεύονται συναισθηματικά με άλλους ανθρώπους

έχουν υψηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης.

Συναίσθημα και λογική.  Για πολλά χρόνια έμφαση στην εκπαίδευση δίνεται στη λογική, στις γνώσεις, στις σχολικές επιδόσεις και στον ανταγωνισμό.  Οι έρευνες όμως αποδεικνύουν ότι και η συναισθηματική κατάσταση των μαθητών είναι εξίσου σημαντική αλλά πολύ συχνά η παράμετρος αυτή αγνοείται.  Το «συναίσθημα» είναι δύσκολο να οριστεί αλλά σίγουρα αναφερόμαστε σε μια ψυχική κατάσταση που το κάθε άτομο βιώνει είτε θετικά ή αρνητικά κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μέσα σε ένα χρονικό και χωρικό πλαίσιο, βάσει ατομικών εμπειριών.  Τα συναισθήματα είναι πολλά: χαρά, λύπη, ντροπή, θυμός, αγάπη, απογοήτευση, ζήλια, περηφάνια, μοναξιά και άλλα πιο σύνθετα.  Τα συναισθήματα είναι

  • μετρήσιμα και αξιολογούνται βάσει έντασης, ποιότητας και διάρκειας
  • χωρίζονται σε ατομικά, κοινωνικά, βιολογικά και ανώτερα (ηθική)
  • λειτουργούν ως εξωτερίκευση προθέσεων, αναγκών και επιθυμιών
  • εμπεριέχουν αντιδράσεις του νευρικού συστήματος και μεταβολές στις φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού (παλμός, πίεση, αλλαγή στη φωνή και στο πρόσωπο)
  • βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης με τη λογική και την αντίληψη
  • κατέχουν κυρίαρχη θέση στις αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον μας και με τους άλλους ανθρώπους γύρω μας

Άρα τελικά τι είναι το «συναίσθημα»; Είναι μια σύνθετη υποκειμενική αλλά συνειδητή εμπειρία όπου συνδυάζονται η νοητική κατάσταση του ατόμου με τις ψυχοσωματικές του εκφράσεις και τις βιολογικές αντιδράσεις του σώματος (Goleman, 1998).

Στην επιστήμη της ψυχολογίας έχουν αναπτυχθεί και μελετηθεί πολλές θεωρίες συναισθηματικής ανάπτυξης.  Η ψυχαναλυτική θεωρία του Sigmund Freud, η θεωρία της συμπεριφοράς του John Watson, η ατομική θεωρία του Alfred Adler, θεωρία των κοινωνικο-συναισθηματικών κρίσεων του Εγώ του Erik Erikson, η αναλυτική θεωρία του Carl Jung και πληθώρα άλλων θεωριών προσπάθησαν διαχρονικά να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν το τι είναι τα συναισθήματα.

Για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1990 ερευνητές προσπάθησαν να συνδυάσουν το συναίσθημα με τη λογική και τότε εμφανίστηκε ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη».  Το 1998 ο Daniel Goleman αναφέρει ότι «η επιτυχία στη ζωή δεν είναι απαραίτητα συνάρτηση του Δείκτη Νοημοσύνης του ατόμου αλλά της ικανότητας για αυτογνωσία, αυτοπεποίθηση, αυτοέλεγχο, ενδιαφέρον και κατανόηση».  Ο Goleman ισχυρίζεται ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος, από την νηπιακή ακόμα ηλικία, έχει την προδιάθεση να αναπτύξει τέτοιες δεξιότητες.  Διαχωρίζει, λοιπόν, τα δυο είδη νοημοσύνης (τη διανοητική και τη συναισθηματική) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η πορεία μας στη ζωή καθορίζεται από την ισορροπημένη ανάπτυξη και των δυο καθώς η διανοητική από μόνη της δεν εξασφαλίζει την επιτυχία στον άνθρωπο χωρίς τον συναισθηματικό τομέα εξίσου αναπτυγμένο». 

Η έννοια της συναισθηματικής νοημοσύνης έχει εξαπλωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια τόσο σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού και εργοδότησης όσο και στο χώρο της εκπαίδευσης.  Η συναισθηματική νοημοσύνη βασίζεται στην εκμάθηση 5 δεξιοτήτων

  • την αυτο-επίγνωση (το πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας
  • τα κίνητρα συμπεριφοράς ( γιατί συμπεριφερόμαστε όπως συμπεριφερόμαστε σε συγκεκριμένες καταστάσεις;  Ποια είναι τα εσωτερικά μας κίνητρα και ποιες οι προθέσεις μας;)
  • την αυτο-ρύθμιση (ξέρουμε πότε να αντιδράσουμε και πότε όχι;)
  • την ενσυναίσθηση (την ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση του άλλου)
  • την ικανότητα να αναπτύσσουμε υγιείς σχέσεις με άλλους ανθρώπους

Η ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης ξεκινάει από την σχέση γονιού – βρέφους.  Ένας γονιός που είναι παρόν στην ζωή του παιδιού του, σταθερός και αξιόπιστος στην σχέση του με το παιδί έχει περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξει υγιή συναισθηματικές αντιδράσεις και κοινωνικές δεξιότητες στο παιδί του από έναν γονιό που δεν συμμετέχει στην σχέση του με το παιδί του.  Οι γονείς είναι φορείς συναισθηματικής μάθησης.  Οι γονείς που είναι αποστασιοποιημένοι, επικριτικοί, παραχωρητικοί, οι γονείς δηλαδή που θεωρούν την εκδήλωση συναισθημάτων ως μια αδυναμία του παιδιού τους, ισοπεδώνουν συναισθηματικά το παιδί, το μπερδεύουν και δεν μπορούν να απαλύνουν ή να κατευνάσουν τα συναισθηματικά φορτισμένα τους παιδιά.

Οι γονείς πρέπει να ξέρουν ότι όλα τα συναισθήματα είναι χρήσιμα.

Πρέπει να αναγνωρίσουν στον εαυτό τους τα δικά τους συναισθήματα πρωτίστως για να μπορέσουν στην συνέχεια να λειτουργήσουν ως συναισθηματικοί μέντορες για τα παιδιά τους.  Αυτοί οι γονείς βοηθούν τα παιδιά τους να μάθουν τα διάφορα συναισθήματα, να τα ονοματίζουν και να ξέρουν να τα χρησιμοποιούν στην κατάλληλη περίσταση, να αντιδρούν μη-παρορμητικά όταν προκύψει η ανάγκη και να βοηθούν στο να αμβλύνονται οι τριβές και να μειώνονται οι τόσο οι εσωτερικές / ψυχικές συγκρούσεις των παιδιών τους όσο και οι συγκρούσεις στις σχέσεις τους με τους συμμαθητές, τα αδέρφια και τους φίλους τους.

*Λειτουργός Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










1712