Πώς να μάθουμε να αφήνουμε τους άλλους να μας βοηθάνε


ΤΗΣ ΝΑΣΙΑΣ ΤΡΙΓΩΝΑΚΗ PhD *

Όλοι μας έχουμε την ανάγκη μιας αγκαλιάς, μιας φιλοφρόνησης, μια χειρονομίας αγάπης και συμπάθειας.  Οι περισσότεροι από εμάς όμως, αν και το έχουμε ανάγκη, με δυσκολία ζητάμε την συμπαράσταση, την συναισθηματική στήριξη και την πρακτική βοήθεια από τους γύρω μας.  Πολλοί ίσως πουν ότι έτσι έχουμε μεγαλώσει, να ζητάμε λίγα, να μην μιλάμε για τις ανάγκες μας, να μην βρισκόμαστε συναισθηματικά εκτεθειμένοι, να μην δείχνουμε ευάλωτοι απέναντι στους άλλους.  Πολλοί ίσως πουν ότι πιο εύκολα πέφτουμε θύματα εκμετάλλευσης όταν οι άλλοι ξέρουν τα προβλήματα και τις αδυναμίες μας.

Η δυσκολία των ανθρώπων να ζητήσουν βοήθεια όταν βρεθούν σε μια στιγμή ανάγκης ή αδυναμίας, είναι περίπλοκο να αναλυθεί αλλά ένα μέρος της έχει να κάνει με τους δεσμούς που αναπτύσσουμε από την βρεφική ακόμα ηλικία.  Ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τους άλλους ανθρώπους και αρχικά με τους γονείς μας, επηρεάζει τον τρόπο που δημιουργούμε και διατηρούμε σχέσεις όσο μεγαλώνουμε, με φίλους, συγγενείς, συντρόφους, συναδέλφους, με ανθρώπους που έχουμε στενή και μακροχρόνια σχέση ή με αυτούς που βλέπουμε σπάνια.  Εάν λοιπόν, έχουμε μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον κάνοντας εμπειρίες ανασφαλών δεσμών, είναι δύσκολο να εμπιστευτούμε ή να νιώσουμε ασφαλείς στην  ενήλικη ζωή μας.  Εάν δεν είχαμε συνηθίσει να παίρνουμε συναισθηματική στήριξη, φροντίδα και βοήθεια από τους γονείς μας ή αυτούς που μας ανέθρεψαν, θα είναι πολύ δύσκολο, ακόμα και οδυνηρό,  να δεχτούμε βοήθεια και στήριξη από άτομα εκτός οικογένειας. 

Για μια μερίδα ανθρώπων, είναι δύσκολο να νιώθουν εξαρτημένοι από άλλους ή να ζητάνε βοήθεια.  Τους είναι δύσκολο να παραδεχτούν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν από μόνοι, τους είναι αδιανόητο να παραδεχτούν ότι δεν μπορούν να τα κάνουν όλα μόνοι τους.  Η αναγνώριση μιας προσωπικής αδυναμίας, οδηγεί σε αισθήματα ηττοπάθειας, ντροπής και έλλειψης ελέγχου κυρίως του εαυτού τους, φέρνει υποσυνείδητα την έλλειψη ασφαλών πρώιμων δεσμών μέσα από καλά εμπεδωμένα μοτίβα αποφευκτικών δεσμών της παιδικής ηλικίας, σε μορφή σχεσιακής δυσκολίας και δυσλειτουργίας στην ενήλικη ζωή.  Με άλλα λόγια, ένα παιδί που έχει μεγαλώσει να μην ζητάει, να θεωρείται αυτάρκες και ικανό να ικανοποιήσει μόνο του όλες του τις ανάγκες, θα δυσκολευτεί να πει «βοήθησε με» ή «έχω την ανάγκη σου» ως ενήλικας αφού αυτό έχει καταγραφεί μέσα του ως υπερβολικό, παράλογο και απρεπές.  Πρώιμοι αποφευκτικοί δεσμοί , δημιουργούν την εντύπωση μιας ψευδο-ανεξαρτησίας που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι δεν χρειάζονται τη βοήθεια κανενός.

Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια και να εκτιμήσει την βοήθεια που του προσφέρεται, θα πρέπει να ρυθμιστεί το σχεσιακό του ρολόι αναλόγως.  Εκεί που οι δείκτες του ρολογιού του είχαν κολλήσει στο «είμαι καλά, τα καταφέρνω μόνος μου, νιώθω ασφάλεια όταν όλα περνάνε από το χέρι μου», η μετακίνηση σε άλλη θέση, δηλαδή σε μια θέση «δεν είμαι καλά, βοήθησέ με, σε έχω ανάγκη», δεν είναι εύκολη.  Η άλλη θέση είναι μια άγνωστη θέση και η μετακίνηση σε αυτή επιφέρει άγχος, φόβο, αβεβαιότητα, ανασφάλεια.  Και πολλοί ίσως σκεφτούν: γιατί να μετακινηθώ, γιατί να αλλάξω θέση και αν το κάνω ποιες θα είναι οι συνέπειες, ποιο το κόστος;

Κάποιοι άνθρωποι, από την άλλη, έχουν βολευτεί φέροντας τον τίτλο του «δεν ζητάω τίποτα, δεν θέλω τίποτα, ό,τι γίνει ας γίνει».  Κυκλοφορώντας με αυτήν την ταμπέλα, οι άλλοι διαβάζουν σε αυτήν μηνύματα όπως «Πόσο δυνατός είναι! Πόσο αυτόνομος, πόσο αυτάρκης!» ή «Με πόση αξιοπρέπεια χειρίστηκε το πρόβλημά του» ή ακόμα και «Δεν θέλει να μας φορτώνει με τα προβλήματά του».  Έχοντας ερμηνεύσει με αυτόν τον τρόπο τα μηνύματα του ανθρώπου που δεν ζητάει βοήθεια ή λέει ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν, οι άλλοι δεν προσφέρονται να βοηθήσουν.  Ή εάν προσφερθούν μια φορά, δεν επαναλαμβάνουν ότι είναι διαθέσιμοι και έτοιμοι να στηρίξουν και να βοηθήσουν.  Έτσι ο ένας μένει αβοήθητος, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την θέση του ότι μπορεί μόνος του, ενώ οι άλλοι απομακρύνονται και δεν συμμετέχουν ή παρακολουθούν από μακριά, κρατώντας αποστάσεις.

Πόσο εύκολο είναι να αξιοποιήσουμε την βοήθεια που μας προσφέρουν οι άλλοι; Πόσο εύκολο είναι να παραδεχτούμε ότι τους χρειαζόμαστε τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα μας προβλήματα; Πόσο εύκολα μπορούμε να μην είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε εκείνους που θέλουν να μας βοηθήσουν; Τι μας λέει η εσωτερική φωνή μας, η φωνή της αυτοκριτικής μας; Μήπως την ακούμε να μας λέει «Σιγά να μην ασχοληθούν μαζί σου» ή «Δεν αξίζεις τον κόπο τους»; Μήπως την ακούμε να μας λέει «Βγάλε τα πέρα μόνος σου» και «Είσαι ανίκανος, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις μόνος σου»;  Πώς μας βοηθάει να διαχωρίσουμε μια ευγενική και καλόβουλη πράξη συμπόνιας και ευσπλαχνίας από μια κακοπροαίρετη και ‘με το ζόρι’ προσφορά βοήθειας; 

Αν κάποια στιγμή ζητήσουμε, θα έρθει η στιγμή να δώσουμε.  Αν αρνηθούμε την βοήθεια που μας προσφέρεται, αρνούμαστε τις σχέσεις μας με αυτούς που προτίθενται να δώσουν.  Αν ασκούμε αρνητική κριτική στην προσφορά βοήθειας, θα ασκούμε αρνητική κριτική και στην ζήτηση αυτής. 

Λειτουργός ΥΕΨ / ΥΠΠΑΝ*




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










662