Ειδικές μαθησιακές διαταραχές


Κοπιώδης ανάγνωση, δυσκολία στην κατανόηση κειμένων & στην οργάνωση της γραπτής έκφρασης

ΤΗΣ ΝΑΣΙΑΣ ΤΡΙΓΩΝΑΚΗ*

Ένας από τους ρόλους των εκπαιδευτικών ψυχολόγων είναι η αξιολόγηση πιθανών μαθησιακών διαταραχών ή δυσκολιών οι οποίες παρεμβαίνουν στη διαδικασία της μάθησης και έχουν επιπτώσεις και στον συναισθηματικό κόσμο των μαθητών.

Οι ειδικές μαθησιακές διαταραχές είναι κάτω από την ομπρέλα των νευροαναπτυξιακών διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual – 5, American Psychological Association, 2013) και διαγιγνώσκονται βάσει 4 κριτηρίων:

1ο κριτήριο - Αρχικά, να πληροί τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω συμπτώματα

                Α) ανακριβής, αργή ή κοπιώδης ανάγνωση λέξεων

                Β) δυσκολία στο να κατανοήσει τη σημασία αυτού που διαβάζει

                Γ) δυσκολία στο συλλαβισμό

                Δ) δυσκολίες στην γραπτή έκφραση

                Ε) δυσκολία στο να έχει επαρκή γνώση της αίσθησης των αριθμών, των αριθμητικών πράξεων και του υπολογισμού

                Στ) δυσκολίες στην εφαρμογή μαθηματικών εννοιών, πράξεων, διαδικασιών για την επίλυση ποσοτικών προβλημάτων

Προϋπόθεση, βάσει του DSM-5, είναι η παρουσία τουλάχιστον ενός από τα παραπάνω συμπτώματα, επίμονα, για τουλάχιστον 6 μήνες, παρά τις οποιεσδήποτε μαθησιακές ή θεραπευτικές παρεμβάσεις.

2ο κριτήριο – «οι επηρεαζόμενες ακαδημαϊκές δεξιότητες είναι σημαντικά και ποσοτικά κατώτερες από αυτές που αναμένονται για την χρονολογική ηλικία του ατόμου και προκαλούν σημαντική παρεμβολή στην ακαδημαϊκή ή επαγγελματική επίδοση ή σε δραστηριότητες της καθημερινής ζωής»

3ο κριτήριο – οι δυσκολίες αυτές εμφανίζονται από την προσχολική ηλικία αλλά δεν εκδηλώνονται παρά μόνο όταν το άτομο κληθεί από το εκπαιδευτικό / σχολικό πλαίσιο να επιδείξει τέτοιες δεξιότητες που να υπερβαίνουν τις ικανότητές του στην ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά, γραμματική, ορθογραφία, στίξη, απομνημόνευση.

4ο κριτήριο – οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες δεν οφείλονται σε νοητική αδυναμία, οπτική ή ακουστική απώλεια, ψυχικές ή νευρολογικές διαταραχές, έλλειψη επάρκειας στη γλώσσα διδασκαλίας ή σε ανεπαρκή εκπαιδευτική παροχή / διδασκαλία.

Ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος, αφού κάνει την αξιολόγησή του και προβεί σε πιθανή διάγνωση ειδικής μαθησιακής διαταραχής, βάσει των 4 κριτηρίων του DSM-5, θα προσδιορίσει τη βαρύτητα αυτής.  Έχει, δηλαδή, ο μαθητής ορισμένες δυσκολίες (ήπια μορφή), σαφείς δυσκολίες σε έναν ή περισσότερους ακαδημαϊκούς τομείς (μέτρια μορφή) ή σοβαρές δυσκολίες όπου ο μαθητής χρήζει συνεχούς, εντατικής και εξατομικευμένης στήριξης (βαριά μορφή);

Πολύ συχνά, γονείς και δάσκαλοι, αν και εντοπίζουν πως υπάρχουν δυσκολίες μάθησης, δεν ζητούν εγκαίρως μια αξιολόγηση από τους εκπαιδευτικούς ψυχολόγους.  Δικαιολογούν τις όποιες δυσκολίες του παιδιού λόγω ανωριμότητας, έλλειψης ορίων, απειθαρχίας ή τεμπελιάς.  Στην προσπάθειά τους να στηρίξουν και να βοηθήσουν τα παιδιά, εκνευρίζονται, πιέζουν και αγχώνουν τα παιδιά, παρεμβαίνουν κάνοντάς τους εκείνοι τα μαθήματα.  Ανησυχούν για το πόση ώρα διαβάζει αλλά τελικά δεν αποδίδει, τον τρόπο που διαβάζει (πχ πώς να διαβάσει αφού παίζει όλη μέρα η μουσική;), το πού κάθεται για να διαβάσει (πχ πήγαινε στο δωμάτιό σου, στην κουζίνα έχει φασαρία, πώς θα συγκεντρωθείς;), συγκρίνουν με φίλους, γνωστούς και συμμαθητές τις χαμηλές επιδόσεις των παιδιών τους με τις υψηλές επιδόσεις των άλλων.  Όσο οι δυσκολίες παραμένουν αδιάγνωστες και οι απαιτήσεις της ύλης της τάξης αυξάνονται, λογικό είναι ο μαθητής να μην μπορεί να αντεπεξέλθει.  Αρχίζει το σχολείο να κατηγορεί το σπίτι, οι γονείς τους δασκάλους, μειώνεται ή καταργείται τελείως η οποιαδήποτε συνεργασία γονιού – δασκάλου, δεν δείχνουν σεβασμό στην προσπάθεια που καταβάλει το παιδί, δεν ενισχύουν την αυτοπεποίθησή του και δεν το ενθαρρύνουν και μπορεί να φτάσουν ως την παραίτηση.  «Αφού, λοιπόν, δεν θέλει να διαβάσει, ας πάει αδιάβαστος στο σχολείο κι ας του βάλει και τιμωρία η δασκάλα…..» ή «τόσο έξυπνο παιδί και να μην προσπαθεί λίγο περισσότερο….όλο αφηρημένος είναι» και ακόμα «αν δεν τεμπέλιαζε, θα ήταν άριστη μαθήτρια…».

Παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες υποφέρουν και συναισθηματικά.  Αν η διάγνωση γίνει σε μικρή ηλικία, όταν εντοπιστούν τα πρώτα σημάδια, το παιδί θα λάβει εξειδικευμένη βοήθεια, στήριξη και καθοδήγηση και ταυτόχρονα θα ενημερωθεί η οικογένεια και το σχολείο καθησυχάζοντάς τους και απενοχοποιώντας τους.

Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι μια πρόκληση για τους ίδιους τους μαθητές και δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον ψυχικό τους κόσμο.  Το άγχος και ο φόβος της συνεχούς απογοήτευσης, η αναπόφευκτη σύγκριση του εαυτού τους με τους συμμαθητές τους, ο πιθανός χλευασμός σε περίπτωση που διαβάσουν ένα κείμενο αργά και συλλαβιστά ή δεν κατανοήσουν το περιεχόμενό του για να απαντήσουν ερωτήσεις της δασκάλας, το βίωμα της σχολικής αποτυχίας.  Αν δεν γίνει παρέμβαση ούτε σε αυτό το στάδιο, πιθανό είναι ο κουρασμένος και απογοητευμένος μαθητής να θυμώσει.  Να θυμώσει με τη δασκάλα, με τους συμμαθητές, με τη μητέρα και τον πατέρα του.  Να θυμώσει και να αρχίσει να εκφράζει αυτόν το θυμό με τρόπους μη αποδεκτούς στο σχολείο και στο σπίτι, με επιθετικότητα, νεύρα, φωνές ή απόσυρση τόσο από τη μαθησιακή διαδικασία όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Η εικόνα του εαυτού είναι πλέον τόσο εύθραυστη και ευάλωτη που σε αυτό το στάδιο η όποια παρέμβαση, θεραπευτική ή μη, μπορεί να μην είναι αποτελεσματική.

Οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι μπορούν να αξιολογήσουν και να διαγνώσουν ειδικές ή μη μαθησιακές δυσκολίες από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού ή την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιων διαταραχών, να ενημερώσουν εκπαιδευτικούς και γονείς και να καθοδηγήσουν ούτε ώστε οι μαθητές να τύχουν της κατάλληλης παρέμβασης με στόχο να είναι λειτουργικοί και παραγωγικοί στο σχολείο αλλά κυρίως χαρούμενοι.

*Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας

Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










308