- ΠΟΕΔ
- 20 Ιουν 2026 - 15:37
Η αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών και το μέλλον του Δημόσιου Σχολείου δεν είναι διαπραγματεύσιμα
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*
Η κατάσταση γύρω από το σύστημα διορισμού στην εκπαίδευση προκαλεί έντονη ανησυχία και βαθύ προβληματισμό, καθώς οι τελευταίες εξελίξεις αγγίζουν τον πυρήνα της δημόσιας παιδείας και την εργασιακή ασφάλεια των λειτουργών της. Βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η αξιοπρέπεια της εκπαιδευτικής κοινότητας και η σταθερότητα των σχολείων τίθενται υπό αμφισβήτηση, εξαιτίας των χειρισμών και της ακατανόητης κωλυσιεργίας που επιδεικνύεται από πλευράς του αρμόδιου Υπουργείου και της Κυβέρνησης.
Είναι γεγονός ότι ουσιαστικός διάλογος για το θέμα, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις και τις αναφορές περί συνδιαμόρφωσης μιας τελικής πρότασης. Η έλλειψη γραπτών, συγκεκριμένων εισηγήσεων από την πλευρά της επίσημης πλευράς ναρκοθετεί τη διαδικασία και συντηρεί ένα κλίμα αβεβαιότητας. Η εκπαιδευτική κοινότητα δεν μπορεί να πορεύεται στο σκοτάδι, ούτε να αρκείται σε προφορικές ενημερώσεις που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο για ρυθμίσεις που θα αποβούν καταστροφικές. Είναι δε, εξίσου προβληματικό, το γεγονός πως το 2015 το νέο σύστημα προέκυψε μετά από χρόνια συζητήσεων και ασκήσεων επί χάρτου (και πάλι είχε αναδειχθεί και επιβεβαιώθηκε πως η προσέγγιση ήταν επιδερμική και πρόχειρη) και τώρα θεωρείται λογικό πως σε διάστημα τριών μηνών θα προκύψει ένα ολότελα νέο σύστημα.
Μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, η ΠΟΕΔ οφείλει να επιδείξει απόλυτη ομογνωμία, συνεκτικότητα και ακλόνητη αποφασιστικότητα. Χρειάζεται μια ξεκάθαρη στρατηγική και μια ορθολογική κατανομή δυνάμεων, ώστε κάθε ενέργεια να έχει το μέγιστο δυνατό εκτόπισμα και να μην αναλωθεί σε σπασμωδικές αντιδράσεις. Ένα τόσο σοβαρό και ευαίσθητο ζήτημα απαιτεί υπεύθυνη προσέγγιση με απόλυτη προσοχή. Η επιτυχία αυτού του αγώνα περνά μέσα από τη συσπείρωση τόσο εντός της Οργάνωσης όσο και με τις άλλες εκπαιδευτικές οργανώσεις. Συλλογικά, οι εκπαιδευτικές οργανώσεις πρέπει να σταθούν ενωμένες, σαν μια γροθιά, απέναντι σε σχεδιασμούς που υποβαθμίζουν το λειτούργημά των μελών τους.
Η κατάργηση του πίνακα διοριστεών το 2027, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και σίγουρα οξύνει τα ήδη υπαρκτά προβλήματα. Εξίσου προβληματικό είναι το γεγονός πως το ΥΠΑΝ κινείται αποκλειστικά σε σενάρια που έχουν ως βάση την κατάργηση του καταλόγου διοριστέων, αγνοώντας τα τεράστια λάθη και παραλείψεις της νομοθεσίας του 2015. Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η σκέψη για μετάβαση σε ένα σύστημα με καταλόγους περιορισμένης διάρκειας, οι οποίοι θα καταργούνται κάθε δύο ή τρία χρόνια, οδηγώντας στην πλήρη διαγραφή των εκπαιδευτικών από αυτούς. Μια τέτοια ρύθμιση θα εκτοξεύσει την εργασιακή ανασφάλεια, θα δημιουργήσει μια τεράστια δεξαμενή εργαζομένων αορίστου χρόνου και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη εμπλοκή στις διαδικασίες μονιμοποίησης, χωρίς σε καμία περίπτωση να διασφαλίζει την ομαλή και έγκαιρη κάλυψη των αναγκών των σχολικών μονάδων.
Την ίδια στιγμή, η αξιοπιστία και το αδιάβλητο του συστήματος πλήττονται σοβαρά από σκιές και καταγγελίες. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη η πλήρης διερεύνηση και η παραδειγματική απόδοση ευθυνών σε σχέση με τις υπό εξέλιξη έρευνες για εμπλοκή λειτουργών του Υπουργείου στην προετοιμασία υποψηφίων[1]. Η εγκυρότητα και η διαφάνεια είναι θεμελιώδεις αρχές που δεν μπορούν να θυσιαστούν στον βωμό καμίας σκοπιμότητας ή διαπλοκής ή βολέματος.
Η μόνη ορθολογική, δίκαιη και βιώσιμη λύση είναι η διατήρηση των καταλόγων διοριστέων και η παράλληλη διόρθωση των όποιων στρεβλώσεων υπάρχουν στο υφιστάμενο σύστημα. Η διατήρηση αυτή προσφέρει μια μόνιμη και οριστική διευθέτηση, σε αντίθεση με τα πειράματα των ανανεούμενων καταλόγων που απειλούν να αποσταθεροποιήσουν το εκπαιδευτικό οικοδόμημα. Είναι μια επιλογή νομικά αποδεκτή, η οποία έχει δοκιμαστεί με επιτυχία για μια δεκαετία μέσω του συστήματος 50-50, εξασφαλίζοντας ότι το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανταποκριθεί άμεσα στις ανάγκες στελέχωσης. Πάνω από όλα, η διατήρηση του καταλόγου διοριστέων είναι ζήτημα σεβασμού προς το ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσης. Διασφαλίζει το εργασιακό μέλλον τόσο των ήδη διορισμένων, προστατεύοντας την προτεραιότητά τους, όσο και εκείνων που αναμένουν τη σειρά τους, διατηρώντας ακέραιη την προοπτική του διορισμού τους. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ο πολυτιμότερος πυλώνας του σχολείου και όχι ως αναλώσιμα γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής υπό καθεστώς διαρκούς φόβου.
Το μήνυμα προς την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Έχει χρέος να βρει λύσεις άμεσα, που να μην αδικούν εκπαιδευτικούς, μην διαιωνίζουν τα προβλήματα και που να μπορούν να λειτουργήσουν. Οποιαδήποτε μονομερής προσπάθεια ή νομοθετική ρύθμιση που αποκλίνει από αυτές τις αρχές θα πρέπει να βρει την εκπαιδευτική κοινότητα καθολικά και δυναμικά απέναντι. Η προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η διαφύλαξη του μέλλοντος της δημόσιας εκπαίδευσης αποτελούν καθήκον αδιαπραγμάτευτο και θα πρέπει να περιφρουρηθούν με κάθε αναγκαίο μέτρο. Παράλληλα, τεράστιες είναι και οι ευθύνες των πολιτικών κομμάτων, τα οποία οφείλουν, επιτέλους, να αναλάβουν το δικό τους μερίδιο, να παραδεχθούν τα λάθη και τις παραλείψεις του παρελθόντος που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση και να προσεγγίσουν το όλο θέμα με την απαιτούμενη σοβαρότητα και μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ΠΟΕΔ πρέπει άμεσα να επιδιώξει και να πραγματοποιήσει συναντήσεις με τις ηγεσίες των κομμάτων, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους, ώστε να διασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή συναίνεση και στήριξη για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση.
*Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ., Β. Γενικός Γραμματέας ΠΟΕΔ

